Τα βασικά σημεία του άρθρου
- Ένα κύμα κοινωνικής οργής διατρέχει την Ευρώπη, με αφορμές την υποβάθμιση της εκπαίδευσης, τη στεγαστική κρίση, την ακρίβεια και τη διαφθορά.
- Η κλιμάκωση των διαδηλώσεων σε βίαιες ταραχές μετατοπίζει τη δημόσια συζήτηση από τις αιτίες της κοινωνικής δυσαρέσκειας στην ασφάλεια, τη δημόσια τάξη και την κρατική εξουσία.
- Σε αυτό ακριβώς το σημείο, η ευρωπαϊκή Ακροδεξιά διακρίνει μια ευκαιρία να μετατρέψει την ανασφάλεια των πολιτών σε επιχείρημα υπέρ της δικής της πολιτικής πρότασης.
Από τις φλεγόμενες προσόψεις δημόσιων κτιρίων στη Γαλλία μέχρι τις «σκηνές διαμαρτυρίας» στις πλατείες της Ισπανίας και τις συγκρούσεις στους δρόμους της Ιταλίας, της Αλβανίας και του Βελγίου ένα κύμα κοινωνικής οργής διατρέχει την Ευρώπη.
Οι αφορμές διαφέρουν: η υποβάθμιση της εκπαίδευσης, η στεγαστική κρίση, η ακρίβεια, η διαφθορά. Πίσω τους, όμως, διαμορφώνεται μια κοινή πραγματικότητα.
Ένα ολοένα μεγαλύτερο τμήμα της ευρωπαϊκής κοινωνίας, με τους νέους στην πρώτη γραμμή, αμφισβητεί όχι μόνο τις επιλογές των κυβερνήσεών του, αλλά και την ικανότητα του ίδιου του κοινωνικού και οικονομικού μοντέλου να του εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον.
Την ίδια στιγμή, η κλιμάκωση των διαδηλώσεων σε βίαιες ταραχές δημιουργεί ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο πολιτικό πεδίο αντιπαράθεσης. Η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται από τις αιτίες της κοινωνικής δυσαρέσκειας στην ασφάλεια, τη δημόσια τάξη και την κρατική εξουσία.
Και σε αυτό ακριβώς το σημείο, η ευρωπαϊκή Ακροδεξιά διακρίνει μια ευκαιρία: να μετατρέψει την ανασφάλεια των πολιτών σε επιχείρημα υπέρ της δικής της πολιτικής πρότασης.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο θα διαρκέσει αυτή η περίοδος αναταραχής. Είναι εάν οι κινητοποιήσεις θα οδηγήσουν σε ουσιαστικές κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές ή εάν, τελικά, η οργή εκείνων που ζητούν περισσότερες ευκαιρίες θα ενισχύσει τις πολιτικές δυνάμεις που υπόσχονται -πρωτίστως- περισσότερη τάξη.
Η Ευρώπη στους δρόμους
Στη Γαλλία, όλα άρχισαν στις 21 Σεπτεμβρίου, στο Κρετέιγ, ένα εργατικό προάστιο νοτιοανατολικά του Παρισιού. Μαθητές λυκείου βγήκαν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για την κατάσταση των σχολείων τους: παλιές εγκαταστάσεις, ελλείψεις εκπαιδευτικών, υπερπλήρεις αίθουσες και ένα σχολικό πρόγραμμα που συχνά εκτείνεται από τις οκτώ το πρωί έως τις έξι το απόγευμα, ακόμη και τα Σάββατα.
Όπως επισημαίνει ανάλυση του The Conversation, οι υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού εξακολουθούσαν να γίνονται αισθητές τον Σεπτέμβριο μέσα σε αίθουσες χωρίς επαρκή συστήματα ψύξης. Παράλληλα, οι μεγαλύτεροι μαθητές εξέφραζαν τη δυσαρέσκειά τους για τις δυσλειτουργίες και τις ανισότητες που συνδέονται με το Parcoursup, την ηλεκτρονική πλατφόρμα υποβολής αιτήσεων για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Οι κινητοποιήσεις εξαπλώθηκαν με ταχύτητα που αιφνιδίασε ακόμη και τους παρατηρητές της γαλλικής κοινωνικής πραγματικότητας. Περίπου 700 σχολεία βρέθηκαν στο επίκεντρο των διαμαρτυριών, χωρίς να υπάρχει κάποια σαφής ηγετική φυσιογνωμία ή ένα ενιαίο πολιτικό μανιφέστο.
Σταδιακά, οι μαθητικές κινητοποιήσεις απέκτησαν ευρύτερα χαρακτηριστικά. Εκπαιδευτικοί, γονείς, συνδικαλιστικές οργανώσεις, μεταξύ των οποίων η CGT, και άλλοι κοινωνικοί φορείς συνέδεσαν τις διεκδικήσεις για καλύτερη εκπαίδευση με το αυξανόμενο κόστος ζωής και την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών.
Η κατάσταση λοιπόν των σχολείων αποτέλεσε την αφορμή, αλλά η δυσαρέσκεια είχε πολύ βαθύτερες ρίζες.
Οι μαθητές δεν διαμαρτύρονται μόνο επειδή οι σχολικές εγκαταστάσεις είναι ανεπαρκείς. Αμφισβητούν την προοπτική που τους προσφέρεται μετά την αποφοίτησή τους, σε μια κοινωνία όπου η εκπαίδευση δεν θεωρείται πλέον αυτονόητη εγγύηση κοινωνικής ανέλιξης.
Αυτή η αίσθηση αβεβαιότητας συνδέει τη Γαλλία με τις υπόλοιπες χώρες όπου εκδηλώνονται κινητοποιήσεις, ακόμη κι όταν τα άμεσα αιτήματα είναι διαφορετικά.
Η Ισπανία
Στη Μαδρίτη, για παράδειγμα, η κεντρική πλατεία Πουέρτα δελ Σολ έχει μετατραπεί εδώ και εβδομάδες σε χώρο διαμαρτυρίας για τη στεγαστική κρίση. Η έξωση της 87χρονης Μαρίκαρμεν, η οποία αργότερα πέθανε ενώ νοσηλευόταν, λειτούργησε ως καταλύτης για τη δημιουργία ενός «καταυλισμού διαμαρτυρίας», με αντίστοιχες κινητοποιήσεις να εμφανίζονται και σε άλλες ισπανικές πόλεις.
Παράλληλα, οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη Μαδρίτη ξεκίνησαν απεργία διαρκείας, διεκδικώντας καλύτερους μισθούς και συνθήκες εργασίας.
Το πολιτικό αδιέξοδο οδήγησε τον πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ στην προκήρυξη πρόωρων εκλογών για τον Νοέμβριο, ενώ έχει ανακοινωθεί και γενική απεργία, η πρώτη έπειτα από 14 χρόνια.
Ανάλογες κινητοποιήσεις για τη στέγαση πραγματοποιούνται στη Βαρκελώνη, όπου το πρόβλημα συνδέεται και με τις πιέσεις του υπερτουρισμού, αλλά και στη Λισαβόνα και το Πόρτο της Πορτογαλίας.
Η Ιταλία
Στην Ιταλία, αντίθετα, η δυσαρέσκεια έχει αποκτήσει περισσότερο πολυθεματικό χαρακτήρα. Το κίνημα «Italia in Piazza» έχει κινητοποιήσει χιλιάδες πολίτες με αιτήματα για καλύτερες θέσεις εργασίας, υψηλότερους μισθούς, πρόσβαση στην υγεία και την εκπαίδευση, καθώς και προσιτή στέγαση. Ο πληθωρισμός στη χώρα έφτασε τον Σεπτέμβριο το 4,2%, ξεπερνώντας το 3,8% της ευρωζώνης, σύμφωνα με τα κυβερνητικά στοιχεία που παραθέτει το Associated Press.
Στο Τορίνο, την Μπολόνια και το Μιλάνο, ειρηνικές πορείες εξελίχθηκαν σε βίαιες συγκρούσεις, με καταστροφές περιουσιών και λεηλασίες καταστημάτων. Μόνο στο Μιλάνο συνελήφθησαν 271 άνθρωποι μέσα σε δύο ημέρες, οι περισσότεροι ανήλικοι, ενώ αναφέρθηκαν τραυματισμοί 14 μελών των δυνάμεων ασφαλείας.
Η δημιουργία του «Κινημάτος της 17ης Οκτωβρίου», το εξήγγειλε μόνιμη κινητοποίηση με διαδηλώσεις κάθε Σάββατο, υποδηλώνει ότι η κοινωνική αναταραχή ενδέχεται να αποκτήσει μεγαλύτερη διάρκεια.
Το Βέλγιο
Στο Βέλγιο, επεισόδια ξέσπασαν στις 17 Οκτωβρίου στο κέντρο των Βρυξελλών αλλά και στη Λιέγη. Μαθητικές και φοιτητικές οργανώσεις επικαλέστηκαν το αυξανόμενο κόστος εκπαίδευσης και μεταρρυθμίσεις που φοβούνται ότι θα καταστήσουν τη τριτοβάθμια εκπαίδευση λιγότερο προσβάσιμη, με διεθνή μέσα ενημέρωσης να σημειώνουν ότι η αναταραχή στις Βρυξέλλες επηρεάστηκε εν μέρει από τις διαδηλώσεις στη γειτονική Γαλλία.
Νωρίτερα μέσα στον μήνα, μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις συνδικάτων κατά των κυβερνητικών περικοπών στον προϋπολογισμό είχαν επίσης συνοδευτεί από μεμονωμένα επεισόδια
Η διαφθορά, η δυσπιστία και η εξέγερση στα Βαλκάνια
Στα Βαλκάνια, οι κινητοποιήσεις έχουν διαφορετική αφετηρία, αλλά παρουσιάζουν ένα κοινό χαρακτηριστικό με τις διαδηλώσεις της Δυτικής Ευρώπης: τη βαθιά δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς και την πολιτική ηγεσία.
Στην Αλβανία, το αντικυβερνητικό κίνημα «Η Επανάσταση των Φλαμίνγκο» απαιτεί την παραίτηση του πρωθυπουργού Έντι Ράμα, με την καταπολέμηση της διαφθοράς να βρίσκεται στο επίκεντρο των διεκδικήσεών του. Το όνομα του κινήματος παραπέμπει στον φυσικό βιότοπο των φλαμίνγκο, σε περιοχή όπου η αλβανική κυβέρνηση συμφώνησε να επιτρέψει μεγάλη τουριστική επένδυση πολυτελείας που συνδέεται με τον Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρό του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Πέρα από τη διαφθορά, οι διαδηλωτές διεκδικούν προστασία της δημόσιας υγείας, της εκπαίδευσης και των συντάξεων. Η συμμετοχή μαθητών και φοιτητών ενίσχυσε τις κινητοποιήσεις, οι οποίες συνοδεύτηκαν από συγκρούσεις με την αστυνομία στα Τίρανα.
Στη γειτονική Σερβία, οι φοιτητές, που πρωταγωνιστούν σε μαζικές διαδηλώσεις κατά της διαφθοράς εδώ και σχεδόν δύο χρόνια, επιχειρούν πλέον να μεταφέρουν τη δυναμική τους στο εκλογικό πεδίο. Η «Λίστα των Φοιτητών» εμφανίζεται να διεκδικεί με αξιώσεις την ψήφο των πολιτών απέναντι στο κόμμα του Αλεξάνταρ Βούτσιτς, ο οποίος επιδιώκει την επιστροφή του στην εξουσία ως πρωθυπουργός μετά τις εκλογές της 25ης Οκτωβρίου.
Η αβεβαιότητα γύρω από το αποτέλεσμα τροφοδοτεί ανησυχίες για νέες εντάσεις.
Μια γενιά που αμφισβητεί
Τι είναι, λοιπόν, αυτό που συνδέει τον μαθητή ενός γαλλικού λυκείου, μια εργαζόμενη που αδυνατεί να πληρώσει το ενοίκιό της στη Μαδρίτη και έναν φοιτητή που διαδηλώνει κατά της διαφθοράς στα Τίρανα; Η απάντηση δεν βρίσκεται απαραίτητα σε μια κοινή πολιτική ιδεολογία ή σε ένα ενιαίο ευρωπαϊκό κίνημα. Βρίσκεται περισσότερο στην αίσθηση ότι οι θεσμοί και οι κυβερνήσεις αδυνατούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες και τις προσδοκίες τους.
Η Μαρία Σιλβέστρε, καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Ντεούστο στην Ισπανία, εξηγεί στο Associated Press ότι οι νέοι αισθάνονται απογοητευμένοι από το κοινωνικό μοντέλο και βιώνουν έντονη αβεβαιότητα, μαζί με την αίσθηση ότι δεν έχουν τον έλεγχο της ζωής τους.
«Και όταν συμπίπτουν συγκεκριμένες καταστάσεις, ξαφνικά ανάβει μια σπίθα, ικανή να διοχετεύσει αυτή τη δυσαρέσκεια και να οδηγήσει τους ανθρώπους στους δρόμους», επισημαίνει.
Η παρατήρηση αυτή προσφέρει ένα χρήσιμο ερμηνευτικό πλαίσιο για την ταχύτητα με την οποία εξαπλώνονται οι διαμαρτυρίες, καθώς οι επιμέρους αφορμές λειτουργούν ως σημεία συσπείρωσης για κοινωνικές ομάδες που ήδη αισθάνονται ότι βρίσκονται σε αδιέξοδο.
Η κακή κατάσταση ενός σχολείου, μια έξωση ή μια υπόθεση διαφθοράς μπορεί να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη σημασία όταν εντάσσεται σε ένα συσσωρευμένο αίσθημα αδικίας.
Οι εξελίξεις αυτές παραπέμπουν, σε έναν βαθμό, και στον γαλλικό Μάη του 1968. Τότε, οι φοιτητές δεν εξεγέρθηκαν αποκλειστικά απέναντι σε ένα συντηρητικό εκπαιδευτικό σύστημα. Αμφισβήτησαν μια κοινωνία που θεωρούσαν «κλειστή», με άκαμπτες ιεραρχίες και περιορισμένες δυνατότητες προσωπικής και κοινωνικής εξέλιξης.
Η έννοια της société bloquée, της «μπλοκαρισμένης κοινωνίας», επανέρχεται σήμερα με διαφορετικούς όρους. Όπως σημειώνει το The Conversation, οι σημερινοί μαθητές και νέοι αντιμετωπίζουν ένα μέλλον που διαμορφώνεται από την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ), την κλιματική αλλαγή και τις διεθνείς συγκρούσεις.
Πρόκειται για παράγοντες που δεν επηρεάζουν απλώς την καθημερινότητά τους, αλλά δημιουργούν αβεβαιότητα για την επαγγελματική τους πορεία, την οικονομική τους ασφάλεια και τις δυνατότητες που θα έχουν τα επόμενα χρόνια.
Σε αυτή την ήδη εύθραυστη πραγματικότητα προστίθενται οι συνέπειες της πανδημίας Covid-19, η αύξηση του κόστους ζωής, η στεγαστική κρίση και οι πιέσεις στην ενέργεια, που επιδεινώνονται από τους πολέμους στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.
Οι κρίσεις αυτές δεν έχουν επηρεάσει όλους τους πολίτες με τον ίδιο τρόπο. Ορισμένες κοινωνικές ομάδες έχουν υποστεί δυσανάλογα μεγάλες απώλειες στην αγοραστική τους δύναμη και στις προοπτικές τους, ενώ άλλες έχουν καταφέρει να διατηρήσουν ή ακόμη και να ενισχύσουν τη θέση τους.
Έτσι, η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν αφορά αποκλειστικά το απόλυτο επίπεδο διαβίωσης. Συνδέεται και με την αντίληψη ότι οι ευκαιρίες κατανέμονται άνισα και ότι η προσπάθεια δεν οδηγεί αναγκαστικά σε μεγαλύτερη ασφάλεια.
Το παραδοσιακό κοινωνικό συμβόλαιο, σύμφωνα με το οποίο η εκπαίδευση και η εργασία προσφέρουν μια ρεαλιστική διαδρομή προς την οικονομική ανεξαρτησία και την κοινωνική πρόοδο, μοιάζει να χάνει την αξιοπιστία του στα μάτια πολλών νέων Ευρωπαίων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι διαδηλωτές συμμερίζονται όλοι την ίδια αντίληψη για το πώς πρέπει να αλλάξει η κοινωνία. Σημαίνει, όμως, ότι ολοένα περισσότεροι αμφισβητούν την ικανότητα του υφιστάμενου συστήματος να ανταποκριθεί στις υποσχέσεις του.
Όταν η κοινωνική διαμαρτυρία μετατρέπεται σε κρίση δημόσιας τάξης
Η γαλλική περίπτωση αποκαλύπτει με ιδιαίτερα έντονο τρόπο ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα των σημερινών κινητοποιήσεων.
Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες διαδήλωσαν ειρηνικά για καλύτερες συνθήκες εκπαίδευσης, δημόσιες υπηρεσίες και αντιμετώπιση της ακρίβειας. Ωστόσο, η δημόσια συζήτηση κυριαρχείται πλέον από εικόνες καμένων κτιρίων, λεηλατημένων καταστημάτων και συγκρούσεων με την αστυνομία.
Σύμφωνα με το Associated Press, οι ταραχές του Σαββατοκύριακου οδήγησαν σε 2.400 συλλήψεις και εκατοντάδες τραυματισμούς. Στο Παρίσι, τη Μασσαλία, τη Λυών και το Μπορντό σημειώθηκαν εκτεταμένες καταστροφές, ενώ στη Λιμόζ οι φλόγες τύλιξαν το δημαρχείο του 19ου αιώνα, προκαλώντας σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή του κτιρίου. Σχολεία πυρπολήθηκαν, καταστήματα λεηλατήθηκαν και αστυνομικοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με επιθέσεις με εμπρηστικούς μηχανισμούς.
Είναι, ωστόσο, κρίσιμο να διαχωριστούν οι μαζικές ειρηνικές διαδηλώσεις από τις βίαιες ενέργειες ομάδων που συμμετείχαν ή εμφανίστηκαν στο περιθώριό τους.
Το The Conversation επισημαίνει ότι οι λεγόμενοι casseurs, κυρίως νέοι άνδρες με καλυμμένα πρόσωπα, ευθύνονται για επιθέσεις σε δημόσια κτίρια, καταστήματα και αστυνομικές δυνάμεις. Οι ομάδες αυτές δεν μπορούν να ταυτιστούν με τους μαθητές, τους εκπαιδευτικούς, τους γονείς και τους υπόλοιπους πολίτες που συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις.
Ανάλογα επεισόδια έχουν σημειωθεί και στο παρελθόν στη Γαλλία, τόσο κατά τη διάρκεια εργατικών διαδηλώσεων όσο και στο περιθώριο του κινήματος των «Κίτρινων Γιλέκων». Η διαφορά, όμως, είναι ότι η σημερινή έκρηξη κοινωνικής δυσαρέσκειας εκδηλώνεται σε μια περίοδο ιδιαίτερα έντονης πολιτικής πόλωσης, με τις προεδρικές εκλογές του Απριλίου 2027 να πλησιάζουν.
Ο Εμανουέλ Μακρόν καταδίκασε τις βιαιότητες, κατηγορώντας ανθρώπους της Ακροαριστεράς ότι επιχείρησαν να προκαλέσουν χάος μέσω επιθέσεων σε κτίρια και αστυνομικούς. «Όσοι λεηλάτησαν θα πρέπει να πληρώσουν για τις ζημιές και όσοι επιχείρησαν να ανατρέψουν τη Δημοκρατία θα λογοδοτήσουν», δήλωσε σε σπάνιο τηλεοπτικό διάγγελμά του.
Η Ακροδεξιά και η πολιτική αξιοποίηση του χάους
Την επομένη των εκτεταμένων ταραχών στη Γαλλία, ο Ζορντάν Μπαρντελά, πρόεδρος του ακροδεξιού Εθνικού Συναγερμού, εμφανίστηκε έξω από αστυνομικό τμήμα στο κέντρο του Παρισιού. Η επίσκεψή του είχε συμβολικό αλλά και σαφώς πολιτικό χαρακτήρα.
Ο Μπαρντελά εξέφρασε τη συμπαράστασή του στους αστυνομικούς και κατηγόρησε τις κυβερνήσεις των προηγούμενων δεκαετιών για υποχώρηση της κρατικής εξουσίας απέναντι στην εγκληματικότητα. «Πληρώνουμε δεκαετίες επιείκειας απέναντι στο έγκλημα, αδύναμης εξουσίας και ηθικού, ψυχολογικού και υλικού αφοπλισμού των δυνάμεων εσωτερικής ασφάλειας», δήλωσε.
Στη συνέχεια, απευθύνθηκε στους πολίτες που είχαν αντικρίσει τις κατεστραμμένες επιχειρήσεις και τις λεηλατημένες βιτρίνες, καλώντας τους ουσιαστικά να απαντήσουν στην κρίση μέσα από την κάλπη.
«Οι άνθρωποι πρέπει να ξυπνήσουν τώρα. Πρέπει να κάνουν τις σωστές πολιτικές επιλογές και, σε κάθε περίπτωση, εμείς είμαστε έτοιμοι να αποκαταστήσουμε την τάξη στη χώρα», υποστήριξε.
Η παρέμβασή του αποτυπώνει τη στρατηγική που ακολουθεί ακριβώς ο Εθνικός Συναγερμός. Το κόμμα δεν επιχειρεί να εκπροσωπήσει τις αρχικές διεκδικήσεις των μαθητών ή των εργαζομένων. Αντιθέτως, παρουσιάζει τις εικόνες βίας ως απόδειξη μιας βαθύτερης αποτυχίας του πολιτικού συστήματος και προβάλλει τον εαυτό του ως τη δύναμη που μπορεί να αποκαταστήσει την ασφάλεια.
Η Μαρίν Λεπέν κινήθηκε στην ίδια κατεύθυνση, κατηγορώντας τον Ζαν-Λικ Μελανσόν και την Ανυπότακτη Γαλλία ότι νομιμοποιούν τη βία και επιτρέπουν στην Ακροαριστερά να εκμεταλλεύεται θεμιτά κοινωνικά αιτήματα.
Σε βιντεοσκοπημένο μήνυμά της, με τη γαλλική σημαία πίσω της και εμφανιζόμενη με την εικόνα μιας εν αναμονή προέδρου, καταδίκασε την εκμετάλλευση της κοινωνικής οργής από ομάδες που προκαλούν χάος. «Σε έξι μήνες, ο γαλλικός λαός θα μπορέσει να επιλέξει έναν διαφορετικό δρόμο: εκείνον της αποκατάστασης της εξουσίας και της ασφάλειας», δήλωσε.
Η πολιτική στόχευση είναι εμφανής. Ο Εθνικός Συναγερμός επιδιώκει να μετατρέψει τις ταραχές σε ένα άτυπο δημοψήφισμα για τη δημόσια τάξη, μεταφέροντας την αντιπαράθεση σε ένα πεδίο όπου θεωρεί ότι διαθέτει πλεονέκτημα.
Ο πολιτικός επιστήμονας Μπρουνό Κοτρέ, του Sciences Po, εκτιμά ότι οι εικόνες καταστροφής λειτουργούν προς όφελος του κόμματος. «Η εικόνα της Γαλλίας που διαμορφώνεται σήμερα το πρωί, υπό το φως όλων αυτών των καταστροφών, λειτουργεί υπέρ τους», σημειώνει στους New York Times, προσθέτοντας ότι ο Εθνικός Συναγερμός δεν συγκαταλέγεται στους χαμένους αυτής της κρίσης.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η ανάλυση του καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης Βενσάν Μαρτινί, του Πανεπιστημίου της Νίκαιας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Εθνικός Συναγερμός έχει οικοδομήσει εδώ και χρόνια μια αφήγηση για δύο διαφορετικές Γαλλίες: από τη μία, τα αστικά κέντρα, που το κόμμα συνδέει με προοδευτικούς φοιτητές, κοινωνική αναταραχή και ταραχοποιούς – από την άλλη, τη «καλή Γαλλία» της επαρχίας, η οποία παρουσιάζεται ως θεματοφύλακας της σταθερότητας και της παραδοσιακής κοινωνικής τάξης.
«Προσπαθούν να αντιπαραθέσουν αυτές τις δύο Γαλλίες, για έναν προφανή λόγο: επειδή το εκλογικό τους σώμα δεν βρίσκεται στα κέντρα των πόλεων ούτε στα προάστια, αλλά ξεκάθαρα σε αυτή την άλλη Γαλλία», εξηγεί ο Μαρτινί, προσθέτοντας ότι η στρατηγική αυτή ενισχύει το αίσθημα παρακμής.
Η εικόνα μιας χώρας που χάνει τον έλεγχο, ακόμη κι όταν δεν ανταποκρίνεται στο σύνολο της κοινωνικής πραγματικότητας, μπορεί έτσι να αποκτήσει σημαντική πολιτική ισχύ. Ωστόσο, η πολιτική αξιοποίηση των ταραχών δεν περιορίζεται στη Γαλλία.
Στην Ισπανία, η μεταναστευτική κρίση στη Θέουτα τον Ιούλιο έδωσε στο ακροδεξιό Vox ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης, με επίκεντρο την ασφάλεια των συνόρων και την ικανότητα της κυβέρνησης να ελέγχει τις μεταναστευτικές ροές.
Στη Γερμανία, η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) προηγείται στις εθνικές δημοσκοπήσεις, αξιοποιώντας, μεταξύ άλλων, τις ανησυχίες γύρω από την εθνική ταυτότητα.
Οι περιπτώσεις δεν είναι ίδιες. Αναδεικνύουν, όμως, έναν κοινό μηχανισμό. Διαφορετικές κρίσεις μπορούν να ενταχθούν σε ένα ευρύτερο πολιτικό αφήγημα περί απώλειας ελέγχου, αποδυνάμωσης του κράτους και αποτυχίας των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων.
Γιατί η Ακροδεξιά μπορεί να ωφελείται ακόμη και από κρίσεις που δεν δημιούργησε
Το πολιτικό πλεονέκτημα της Ακροδεξιάς σε περιόδους αναταραχής δεν προκύπτει απαραίτητα από την ύπαρξη πιο αποτελεσματικών ή εφαρμόσιμων λύσεων. Συνδέεται, σε σημαντικό βαθμό, με τον τρόπο με τον οποίο οργανώνει και παρουσιάζει την ερμηνεία των κρίσεων.
Σε μια περίοδο όπου τα κοινωνικά προβλήματα είναι σύνθετα και αλληλένδετα, η ακροδεξιά ρητορική μπορεί να τα εντάξει σε απλούστερα, συναισθηματικά ισχυρά σχήματα αντιπαράθεσης: ο λαός απέναντι στις ελίτ, οι πολίτες απέναντι στους μετανάστες, η εθνική ταυτότητα απέναντι στις εξωτερικές επιρροές, η τάξη απέναντι στο χάος.
Η προσέγγιση αυτή συνδέεται και με την ανάλυση του Φέλιξ Σιλκ, στο «The Metapolitics of Crises: How the New Right Weaponises Narratives to Mainstream Far-Right Ideology», η οποία εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η Νέα Δεξιά αξιοποιεί τις αφηγήσεις γύρω από τις κρίσεις για να ενισχύσει την απήχηση της ακροδεξιάς ιδεολογίας.
Μια οικονομική κρίση μπορεί να παρουσιαστεί ως αποτέλεσμα της αποτυχίας των πολιτικών ελίτ. Μια μεταναστευτική κρίση ως απόδειξη απώλειας της εθνικής κυριαρχίας. Μια περίοδος κοινωνικών ταραχών ως ένδειξη κατάρρευσης της δημόσιας τάξης.
Ακόμη και όταν τα πραγματικά αίτια είναι διαφορετικά, η πολιτική αφήγηση μπορεί να παραμένει ουσιαστικά η ίδια. Αυτό προσφέρει στην Ακροδεξιά ένα δομικό και ρητορικό πλεονέκτημα – μπορεί να αντιδρά γρήγορα σε νέες αναταραχές, παρουσιάζοντάς τες ως επιβεβαίωση όσων ήδη υποστηρίζει.
Αντίθετα, τα παραδοσιακά κυβερνητικά κόμματα συχνά καλούνται να εξηγήσουν περίπλοκες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, να υπερασπιστούν προηγούμενες επιλογές τους και να προτείνουν παρεμβάσεις που απαιτούν χρόνο, πόρους και πολιτικές συναινέσεις.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ακροδεξιά είναι ο μοναδικός πολιτικός χώρος που μπορεί να ωφεληθεί από την κοινωνική δυσαρέσκεια. Αριστερές, πράσινες, κεντρώες και συντηρητικές δυνάμεις μπορούν επίσης να ενισχυθούν, εφόσον καταφέρουν να εκφράσουν πειστικά τα αιτήματα των διαδηλωτών ή να παρουσιάσουν αξιόπιστες λύσεις.
Η διαφορά είναι ότι η Ακροδεξιά διαθέτει συχνά μια ήδη διαμορφωμένη ερμηνεία της ανασφάλειας, την οποία μπορεί να εφαρμόσει σε διαφορετικές καταστάσεις χωρίς να χρειάζεται να μεταβάλει σημαντικά την πολιτική της ταυτότητα.
Και όσο περισσότερο οι κρίσεις αλληλοεπικαλύπτονται -οικονομική πίεση, γεωπολιτική αστάθεια, ενεργειακή ανασφάλεια, κοινωνική πόλωση- τόσο περισσότερες ευκαιρίες εμφανίζονται για την αξιοποίηση αυτού του πλεονεκτήματος.
Ποιος θα εκφράσει τελικά την οργή;
Η εξέλιξη των ευρωπαϊκών κινητοποιήσεων παραμένει ανοιχτή. Από τη Γαλλία μέχρι την Αλβανία, δεν υπάρχει μία ενιαία ευρωπαϊκή εξέγερση με κοινή ηγεσία, συγκεκριμένο πρόγραμμα και ομοιογενείς στόχους. Υπάρχει, όμως, μια ευρύτερη σύγκλιση κοινωνικών αμφισβητήσεων, που αναδεικνύει τις δυσκολίες των πολιτικών συστημάτων να ανταποκριθούν σε συσσωρευμένες οικονομικές και κοινωνικές πιέσεις.
Το καθοριστικό ερώτημα είναι ποιος θα καταφέρει να μετατρέψει αυτή τη δυσαρέσκεια σε πολιτική επιρροή.
Οι ίδιες κινητοποιήσεις μπορούν να οδηγήσουν σε ενίσχυση κοινωνικών δικαιωμάτων, σε μεταρρυθμίσεις των δημόσιων υπηρεσιών ή σε αναδιάταξη των πολιτικών συσχετισμών. Μπορούν, όμως, να προκαλέσουν και μια αντίστροφη δυναμική, ενισχύοντας τις δυνάμεις που υπόσχονται αυστηρότερη αστυνόμευση και ισχυρότερη κρατική εξουσία.
Η Ακροδεξιά έχει ήδη αρχίσει να διεκδικεί αυτόν τον δεύτερο ρόλο.
