Το αφήγημα Ερντογάν για τον ρόλο της Τουρκίας ως δύναμη διασφάλισης της ευρωπαϊκής ασφάλειας – Ανάλυση του Κωνσταντίνου Μπαλωμένου

Στην ομιλία του στην 81η Σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, ο κ. Ερντογάν ανέπτυξε ένα αφήγημα για τον ρόλο της Τουρκίας στη διεθνή σκηνή. Συγκεκριμένα, ενώ στην περσινή του ομιλία ο Τούρκος Πρόεδρος παρουσίαζε την Τουρκία ως «φωνή των καταπιεσμένων»,  διαμεσολαβητή για την επίλυση κρίσεων και απαραίτητο περιφερειακό παράγοντα, φέτος προχώρησε ένα βήμα παραπέρα.

ΣΥΝΟΨΗ ΑΡΘΡΟΥ

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Ο Πρόεδρος Ερντογάν παρουσίασε την Τουρκία ως σημαντικό παγκόσμιο παράγοντα και ως χώρα απαραίτητη για τη διασφάλιση της ευημερίας και της ασφάλειας της ευρωπαϊκής ηπείρου.
  • Ωστόσο, η ίδια χώρα αμφισβητεί τα κυριαρχικά δικαιώματα και απειλεί την ασφάλεια Ελλάδας και Κύπρου, διατηρώντας μάλιστα την απειλή πολέμου (casus belli) κατά της Ελλάδας.
  • Η Άγκυρα αντιδρά στην υλοποίηση του Great Sea Interconnector, μιας ευρωπαϊκής υποδομής στρατηγικής σημασίας, δημιουργώντας ένα κρίσιμο ζήτημα ασυνέπειας με τον ρόλο που διεκδικεί στην ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Το κείμενο κάθε σύνοψης ελέγχεται από δημοσιογράφους του ENIKOS

Google Προσθέστε το ENIKOS ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Στην ομιλία του στην 81η Σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, ο κ. Ερντογάν ανέπτυξε ένα αφήγημα για τον ρόλο της Τουρκίας στη διεθνή σκηνή.

Συγκεκριμένα, ενώ στην περσινή του ομιλία ο Τούρκος Πρόεδρος παρουσίαζε την Τουρκία ως «φωνή των καταπιεσμένων»,  διαμεσολαβητή για την επίλυση κρίσεων και απαραίτητο περιφερειακό παράγοντα, φέτος προχώρησε ένα βήμα παραπέρα.

Παρουσίασε την Τουρκία ως σημαντικό παγκόσμιο παράγοντα, αλλά και ως χώρα που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση της ευημερίας και της ασφάλειας της ευρωπαϊκής ηπείρου.

Συγκεκριμένα, ο κ. Ερντογάν χαρακτηρίζει την Τουρκία ως ένα «νησί σταθερότητας» μέσα σε ένα περιβάλλον περιφερειακών συγκρούσεων.

Επικαλούμενος την αναπτυσσόμενη αμυντική της βιομηχανία και την ανθεκτικότητα της οικονομίας της, υποστηρίζει ότι η Τουρκία, ως αναπόσπαστο τμήμα της Ευρώπης, συμβάλλει ουσιαστικά στη διασφάλιση της ευημερίας και της ασφάλειας της ευρωπαϊκής ηπείρου.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Ταγίπ Ερντογάν αναφέρει ότι η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας δεν μπορεί να καταστεί ισχυρότερη και ασφαλέστερη εάν η Τουρκία παραμένει εκτός αυτής.

Με τον τρόπο αυτό, η συμμετοχή της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν παρουσιάζεται απλώς ως χρήσιμη ή επιθυμητή, αλλά ως αναγκαία για την ενίσχυση της ίδιας της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Στην ίδια λογική, ο Τούρκος Πρόεδρος συνδέει την τουρκική συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ασφάλεια με ένα ευρύτερο «στρατηγικό όραμα» κοινής διαμόρφωσης του μέλλοντος με την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.).

Η μετατόπιση στο τουρκικό αφήγημα

Συγκρίνοντας επομένως, την περσινή με την φετινή ομιλία του κ. Ερντογάν, γίνεται κατανοητό ότι η μετατόπιση στο τουρκικό αφήγημα δεν είναι απλώς μια διεύρυνση του γεωπολιτικού ρόλου που διεκδικεί η Τουρκία, αλλά μια συστηματική και στοχευμένη προσπάθεια να μετατραπεί η γεωπολιτική της σημασία σε στρατηγική αναγκαιότητα για την ίδια την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Το αφήγημα αυτό ωστόσο, αποτελεί την πιο πρόσφατη έκφραση μιας ευρύτερης και σταδιακά διαμορφούμενης τουρκικής προσπάθειας να επαναπροσδιοριστεί ο ρόλος της χώρας στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας, η οποία πλέον αντιμετωπίζεται και από τουρκικούς θεσμικούς φορείς ως στρατηγικό ζήτημα.

Η αναφορά του κ. Ερντογάν επομένως, δεν μπορεί να ιδωθεί ως μια μεμονωμένη πολιτική δήλωση.

Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο στρατηγικό αφήγημα, το οποίο επιχειρεί να συνδέσει τη θέση της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, τη γεωγραφική της θέση και την αναπτυσσόμενη αμυντική της βιομηχανία με την ανάγκη ενσωμάτωσής της στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Όμως, κάθε στρατηγικό αφήγημα κρίνεται τελικά, από τη συνέπεια ανάμεσα σε αυτό που ένα κράτος δηλώνει ότι προσφέρει και σε αυτό που οι πολιτικές του επιλογές παράγουν.

Ειδικότερα, στην περίπτωση της Τουρκίας εμφανίζεται ένα θεμελιώδες παράδοξο ασφάλειας και ασυνέπειας μεταξύ λόγων και δράσεων.

Συγκεκριμένα, η ίδια χώρα που διεκδικεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διασφάλιση της ευρωπαϊκής ασφάλειας, αμφισβητεί τα κυριαρχικά δικαιώματα και απειλεί την ασφάλεια δύο κρατών-μελών της Ε.Ε., της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ταυτόχρονα, από το 1974 μέσω στρατιωτικής εισβολής και συνεχιζόμενης στρατιωτικής παρουσίας, κατέχει το βόρειο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο αποτελεί έδαφος που η διεθνής κοινότητα αναγνωρίζει ως τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η συμπεριφορά αυτή, εκδηλώνεται διαχρονικά μέσα από ένα πλέγμα αμφισβητήσεων, απειλών και μονομερών ενεργειών έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η Άγκυρα αμφισβητεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, επαναφέρει ζητήματα σχετικά με την αποστρατιωτικοποίηση ελληνικών νησιών και αμφισβητεί την ελληνική δικαιοδοσία σε ζητήματα θαλάσσιων ζωνών και αρμοδιοτήτων.

Παράλληλα, τουρκικά στρατιωτικά αεροσκάφη έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένα παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου, συμπεριλαμβανομένων υπερπτήσεων πάνω από ελληνικά νησιά.

Το casus belli

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διατήρηση της απειλής πολέμου (casus belli), σε περίπτωση που η Ελλάδα ασκήσει το δικαίωμά της να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα έως τα 12 ναυτικά μίλια.

Η σχετική απόφαση της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης του 1995 εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ενώ η ελληνική πλευρά την χαρακτηρίζει ως απειλή πολέμου κατά την άσκηση κυριαρχικού δικαιώματος.

Παράλληλα, στο ευρύτερο περιφερειακό περιβάλλον, η Τουρκία έχει χρησιμοποιήσει μέσα που υπερβαίνουν την κλασική διπλωματική αντιπαράθεση, όπως η αξιοποίηση τεχνικών και διοικητικών εργαλείων, μεταξύ άλλων NOTAM και NAVTEX, για την προβολή μονομερών θέσεων σε ζητήματα αρμοδιότητας και κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Επίσης, η Τουρκία έχει αμφισβητήσει στην πράξη τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ανατολική Μεσόγειο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις τουρκικές γεωτρητικές δραστηριότητες σε περιοχές της κυπριακής ΑΟΖ, για τις οποίες το Συμβούλιο της Ε.Ε. έχει καταδείξει ότι παραβιάζουν την κυριαρχία ή τα κυριαρχικά δικαιώματα και τη δικαιοδοσία της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας

Επιπλέον, η εν λόγω τουρκική αναθεωρητική και απειλητική συμπεριφορά συνδέεται με ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο, το οποίο εκφράζεται μέσα από το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Μέσα από αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της ως θαλάσσιας δύναμης και να διευρύνει το γεωπολιτικό της αποτύπωμα, στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Το γεγονός μάλιστα, ότι η τουρκική κυβέρνηση εξετάζει την περαιτέρω εδραίωση της συγκεκριμένης αντίληψης μέσω νομοθετικής πρωτοβουλίας για τη θεσμική κατοχύρωση των τουρκικών θαλάσσιων διεκδικήσεων, με την κατάθεση σχετικού νομοσχεδίου που αναμένεται τον προσεχή Οκτώβριο, προσδίδει στη συγκεκριμένη εξέλιξη ιδιαίτερη στρατηγική σημασία.

Στο πλαίσιο αυτό, η τουρκική στρατηγική συμπεριφορά έναντι της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την αξιολόγηση του ευρύτερου αφηγήματος περί του ρόλου της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Υπάρχει όμως, μια ακόμη σημαντική αντίφαση στο τουρκικό αφήγημα, η οποία επιβεβαιώνει ακόμη περισσότερο το παράδοξο ασφάλειας για το οποίο γίνεται λόγος.

Συγκεκριμένα, ο Τούρκος Πρόεδρος, στην ομιλία του στον ΟΗΕ, αφού αναφέρθηκε στην πρόταση της Τουρκίας για μια περιφερειακή διάσκεψη για την Ανατολική Μεσόγειο, επανέλαβε την πάγια θέση της Άγκυρας για αναγνώριση της «κυριαρχικής ισότητας» και του «ίδιου διεθνούς καθεστώτος» των Τουρκοκυπρίων και κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να αναγνωρίσει την «Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου» και να αναπτύξει μαζί της πολιτικές, διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις.

Η θέση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή διατυπώθηκε αμέσως πριν από την αναφορά του στην Τουρκία ως «αναπόσπαστο τμήμα της Ευρώπης» και στον σημαντικό ρόλο που όπως υποστήριξε, διαδραματίζει στη διασφάλιση της ευημερίας και της ασφάλειας της ευρωπαϊκής ηπείρου.

Δύο κρίσιμα ερωτήματα

Υπό το πλαίσιο αυτό, γεννώνται δύο κρίσιμα ερώτημα:

Πρώτον, πώς μπορεί να τεκμηριωθεί το αφήγημα της Τουρκίας ως δύναμης «διασφάλισης» της ευρωπαϊκής ασφάλειας, όταν τόσο σε επίπεδο πολιτικών θέσεων όσο και επί του πεδίου, η συμπεριφορά της δημιουργεί ταυτόχρονα ζητήματα ασφάλειας σε δύο κράτη-μέλη της Ε.Ε., την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία; και

Δεύτερον, πώς μπορεί η Τουρκία να διεκδικεί κεντρικό ρόλο στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας, όταν ο Πρόεδρός της ζητά από τη διεθνή κοινότητα την αναγνώριση της αποσχιστικής οντότητας στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, το οποίο αποτελεί τμήμα ενός κράτους-μέλους της Ε.Ε.;

Αξίζει να επισημανθεί επίσης, ότι η διεκδίκηση αυτή από την πλευρά της Τουρκίας αγνοεί το γεγονός πως η συγκεκριμένη οντότητα δεν αναγνωρίζεται διεθνώς, παρά μόνο από την Τουρκία.

Επιπλέον, τα ψηφίσματα 541 (18/11/1983) και 550 (11/5/1984) του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ έχουν κρίνει νομικά άκυρη τη διακήρυξη απόσχισης, επισημαίνοντας την ανάγκη ανάκλησή της και έχουν καλέσει τα κράτη να μην αναγνωρίσουν ή να διευκολύνουν την αποσχιστική οντότητα.

Ωστόσο, το ζήτημα δεν περιορίζεται στην ασφάλεια και τη γεωπολιτική σταθερότητα.

Το τουρκικό αφήγημα δοκιμάζεται και σε ένα ακόμη κρίσιμο πεδίο, το οποίο βρίσκεται στον πυρήνα των ευρωπαϊκών στρατηγικών προτεραιοτήτων και αφορά την ενεργειακή ασφάλεια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Great Sea Interconnector, το ηλεκτρικό καλώδιο που θα συνδέσει την Ελλάδα με την Κύπρο και σε επόμενο στάδιο, το Ισραήλ.

Πρόκειται για έργο κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, το οποίο συγχρηματοδοτείται από την Ε.Ε. μέσω του Connecting Europe Facility και έχει σχεδιαστεί μεταξύ άλλων, για να ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια της Κύπρου και την ενεργειακή διασυνδεσιμότητα της Ευρώπης.

Η υλοποίηση ωστόσο, του έργου έχει βρεθεί αντιμέτωπη με τουρκικές αντιδράσεις και παρεμβάσεις.

Ήδη από το 2025 είχαν καταγραφεί τουρκικές προειδοποιήσεις σχετικά με τις εργασίες του έργου, ενώ τον Μάρτιο του 2026 τέθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτημα παρεμπόδισης εργασιών καλωδίωσης από το τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σήμερα, καθώς στις αρχές Σεπτεμβρίου 2026, το τουρκικό Υπουργείο Άμυνας επανέλαβε ότι η Άγκυρα δεν θα επιτρέψει δραστηριότητες για την πόντιση του καλωδίου τις οποίες θεωρεί μη εγκεκριμένες από την Τουρκία και ότι θα λάβει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων της.

Το παράδοξο

Εδώ επομένως, εμφανίζεται ένα δεύτερο και ιδιαίτερα κρίσιμο παράδοξο.

Πώς είναι δυνατόν η Τουρκία να διεκδικεί ρόλο στη διασφάλιση της ευρωπαϊκής ασφάλειας, όταν ταυτόχρονα αντιδρά στην υλοποίηση μιας ευρωπαϊκής υποδομής στρατηγικής σημασίας, η οποία έχει σχεδιαστεί για να ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια και τη διασυνδεσιμότητα της Ε.Ε.;

Το ερώτημα δεν αφορά πλέον αποκλειστικά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά τη σχέση της Τουρκίας με τις στρατηγικές επιλογές της Ε.Ε..

Εάν η ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της συνολικής ευρωπαϊκής ασφάλειας, τότε η αμφισβήτηση ή παρεμπόδιση υλοποίησης μιας ευρωπαϊκής ενεργειακής υποδομής δημιουργεί ένα κρίσιμο ζήτημα συνέπειας ανάμεσα στον ρόλο που η Τουρκία διεκδικεί και στη συμπεριφορά που επιδεικνύει απέναντι σε ευρωπαϊκές στρατηγικές επιλογές στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το ζήτημα επομένως, δεν είναι εάν η Τουρκία διαθέτει στρατηγική σημασία για την Ευρώπη.

Αυτό είναι δεδομένο και συνδέεται με τη γεωγραφική της θέση, τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και τις στρατιωτικές της δυνατότητες.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η στρατηγική αυτή σημασία, αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει τον ρόλο που διεκδικεί στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Γιατί η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν αφορά μόνο τη γεωγραφία και τη στρατιωτική ισχύ.

Προϋποθέτει επίσης, σεβασμό του διεθνούς δικαίου, σχέσεις καλής γειτονίας και συμβατότητα με τις στρατηγικές επιλογές και τα συμφέροντα των κρατών-μελών.

Άλλωστε, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην τελευταία του Έκθεση της 17ης Ιουνίου 2026, αναγνωρίζει τη στρατηγική και γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας, αλλά ταυτόχρονα επισημαίνει τις ελλείψεις ως προς το κράτος δικαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα δημοκρατικά πρότυπα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες, ενώ καλεί την Τουρκία να σέβεται τις σχέσεις καλής γειτονίας και το διεθνές δίκαιο. Παράλληλα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι η Τουρκία εξακολουθεί να παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα κρατών-μελών της Ε.Ε., όπως η Ελλάδα και η Κύπρος.

Η διαπίστωση αυτή έχει ιδιαίτερη αξία, διότι καταδεικνύει ότι σε ευρωπαϊκό θεσμικό επίπεδο, η στρατηγική σημασία της Τουρκίας δεν θεωρείται ότι εξαλείφει τα προβλήματα που αφορούν τη συμπεριφορά της έναντι της Ε.Ε. και των κρατών-μελών της.

Υπό αυτό το πλαίσιο, βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη αδυναμία του αφηγήματος που παρουσίασε ο κ. Ερντογάν στον ΟΗΕ, καθώς η στρατηγική σημασία της Τουρκίας δεν ταυτίζεται με τη στρατηγική συμβατότητά της με την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Τη διάκριση αυτή, επιχειρεί να υπερβεί το νέο αφήγημα του κ. Ερντογάν, καθώς δεν περιορίζεται πλέον στο επιχείρημα ότι η Τουρκία είναι σημαντική για την Ευρώπη, αλλά υποστηρίζει ότι μια Ευρώπη χωρίς την Τουρκία στην αρχιτεκτονική ασφαλείας της δεν μπορεί να είναι «ισχυρότερη ή ασφαλέστερη».

Με αυτόν τον τρόπο, η συζήτηση μετατοπίζεται από το εάν η Τουρκία είναι συμβατή με τις ευρωπαϊκές στρατηγικές επιλογές, στο εάν η Ευρώπη μπορεί να επιτύχει τους στόχους της χωρίς την Τουρκία.

Η Άγκυρα επιχειρεί δηλαδή, να μετατρέψει τη γεωπολιτική σημασία σε στρατηγική αναγκαιότητα.

Για την Ελλάδα επομένως, το ζητούμενο δεν είναι να αμφισβητήσει τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας, αλλά να αναδείξει ότι η αναγκαιότητα δεν μπορεί να λειτουργεί ως υποκατάστατο της στρατηγικής συμβατότητας.

Η συζήτηση πρέπει να μεταφερθεί από το ερώτημα «εάν η Ευρώπη χρειάζεται την Τουρκία» στο ερώτημα «με ποιους όρους μπορεί η Τουρκία να συμμετέχει στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής ασφάλειας».

Και οι όροι αυτοί δεν μπορεί να είναι διαφορετικοί από εκείνους που ισχύουν για κάθε κράτος που επιδιώκει να συμμετέχει στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική συλλογικής ασφάλειας και αφορούν τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου, τον σεβασμό της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων των κρατών-μελών, τις σχέσεις καλής γειτονίας και τη συνέπεια μεταξύ λόγων και πράξεων.

Συνεπώς, πέρα από το αφήγημα που παρουσίασε ο κ. Ερντογάν στον ΟΗΕ, η πραγματική πρόκληση για την Τουρκία δεν είναι να αποδείξει ότι είναι σημαντική για την Ευρώπη.

Είναι να πείσει, ότι ο ρόλος που διεκδικεί ως δύναμη διασφάλισης της ευρωπαϊκής ασφάλειας είναι συμβατός με τις αρχές, τις σχέσεις και τις υποχρεώσεις που συγκροτούν την ίδια αυτή αρχιτεκτονική.

Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

Google Προσθέστε το ENIKOS στην Google
Ακολουθήστε το ENIKOS στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.