Ρήτρα Αμοιβαίας Συνδρομής της Ε.Ε.: Το κενό μεταξύ νομικής πρόβλεψης και επιχειρησιακής πραγματικότητας – Άρθρο του Κωνσταντίνου Μπαλωμένου

Σύνοδος στην Κύπρο

Η πρόσφατη συζήτηση για τη Ρήτρα Αμοιβαίας Συνδρομής του άρθρου 42 παρ. 7 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), με αφορμή την Έκτακτη Σύνοδο Κορυφής στην Κύπρο επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί η Ευρώπη να εγγυηθεί συλλογικά την ασφάλεια των κρατών-μελών της ή παραμένει εγκλωβισμένη σε μια θεσμική κατασκευή χωρίς πραγματικό επιχειρησιακό αντίκρισμα;

Διότι, στον πυρήνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η ύπαρξη νομικών δεσμεύσεων, αλλά η δυνατότητα μετατροπής τους σε πραγματική αποτρεπτική ισχύ, καθώς μεταξύ της πολιτικής διακήρυξης και της επιχειρησιακής εφαρμογής εντοπίζεται ένα κρίσιμο, και εν δυνάμει επικίνδυνο, κενό.

Συγκεκριμένα, το Άρθρο 42.7 αποτελεί κεντρικό πυλώνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και τυπικά, την ισχυρότερη νομική δέσμευση αμοιβαίας άμυνας στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Η διατύπωσή του είναι σαφής και σε πρώτη ανάγνωση, κατηγορηματική αφού σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης κατά κράτους-μέλους, τα άλλα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να το βοηθήσουν και να το συνδράμουν με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Πρόκειται για μια πρόβλεψη που σε νομικό επίπεδο, φαίνεται ισχυρότερη και από τη γνωστή ρήτρα συλλογικής άμυνας του ΝΑΤΟ (άρθρο 5), όπως δήλωσε ο Γάλλος Πρόεδρος Μακρόν κατά τις Συνομιλίες του με τον Έλληνα Πρωθυπουργό το περασμένο Σάββατο στο Μαξίμου.

Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη. Η ισχύς μιας νομικής διάταξης δεν εξαρτάται μόνο από τη διατύπωσή της, αλλά κυρίως από τους μηχανισμούς εφαρμογής της.

Βασικό έλλειμμα η απουσία ενός ενιαίου επιχειρησιακού πλαισίου

Και εδώ ακριβώς, αναδεικνύεται το βασικό έλλειμμα της ευρωπαϊκής ρήτρας το οποίο, σχετίζεται με την απουσία ενός ενιαίου επιχειρησιακού πλαισίου.

Σε αντίθεση με το ΝΑΤΟ, το οποίο διαθέτει ολοκληρωμένη στρατιωτική δομή διοίκησης, προδιαγεγραμμένα σχέδια αντίδρασης και μόνιμη επιχειρησιακή ετοιμότητα, η Ε.Ε. δεν έχει ούτε ενιαίο στρατηγείο επιχειρήσεων ούτε κοινό στρατό.

Η ενεργοποίηση της αμοιβαίας ρήτρας συνδρομής δεν συνεπάγεται αυτόματη κινητοποίηση δυνάμεων, αλλά πυροδοτεί μια διακυβερνητική διαδικασία διαβουλεύσεων, κατά την οποία κάθε κράτος-μέλος αποφασίζει αυτόνομα το είδος και την έκταση της συνδρομής που θα προσφέρει.

Η μοναδική μέχρι σήμερα ενεργοποίηση της ρήτρας, από τη Γαλλία μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις του 2015 στο Παρίσι, είναι ενδεικτική.

Η ανταπόκριση των εταίρων υπήρξε πολιτικά άμεση και ομόφωνη, αλλά επιχειρησιακά ασύμμετρη και αποσπασματική.

Αντί για μια ενιαία ευρωπαϊκή στρατιωτική αντίδραση, διαμορφώθηκε ένα πλέγμα διμερών και πολυμερών συνεισφορών, προσαρμοσμένων στις δυνατότητες και τις πολιτικές επιλογές κάθε κράτους.

Το παράδειγμα αυτό αναδεικνύει τη θεμελιώδη αντίφαση της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας, αφού η Ε.Ε. διαθέτει μια ισχυρή νομική ρήτρα, αλλά όχι τα μέσα για να την υλοποιήσει ως συλλογικό στρατιωτικό μηχανισμό.

Η υποχρέωση είναι κοινή, αλλά η εκτέλεση παραμένει εθνική

Με άλλα λόγια, η υποχρέωση είναι κοινή, αλλά η εκτέλεση παραμένει εθνική.

Η ίδια η Συνθήκη της Ε.Ε. αναγνωρίζει, εμμέσως πλην σαφώς, αυτό το όριο, επισημαίνοντας ότι το ΝΑΤΟ παραμένει το «θεμέλιο της συλλογικής άμυνας» για τα κράτη που είναι μέλη του.

Σε αυτό το πλαίσιο, η δήλωση του Έλληνα Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη κατά την άφιξή του στην άτυπη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ στην Κύπρο (23/4/26) για την ανάγκη αναβάθμισης της έννοιας της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, αλλά και την έννοια της αμυντικής αλληλεγγύης αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Οι πρόσφατες τοποθετήσεις Ευρωπαίων ηγετών για την ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής ικανότητας αντανακλούν επίσης, μια αυξανόμενη ανησυχία για την αξιοπιστία των διατλαντικών δεσμών σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.

Ωστόσο, η πολιτική βούληση για μεγαλύτερη αυτονομία δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε αντίστοιχη επιχειρησιακή ενοποίηση. Οι λόγοι είναι γνωστοί. Συγκεκριμένα:

  1. Η άμυνα παραμένει ο πυρήνας της εθνικής κυριαρχίας. Η εκχώρηση αποφασιστικών αρμοδιοτήτων σε υπερεθνικό επίπεδο συνεπάγεται υψηλό πολιτικό κόστος, το οποίο λίγες κυβερνήσεις είναι διατεθειμένες να αναλάβουν και
  2. Τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. δεν έχουν ενιαία αντίληψη για τις απειλές της Ε.Ε.. Για παράδειγμα, για τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η Ρωσία αποτελεί την κύρια πρόκληση, ενώ για τα κράτη του Νότου, η αστάθεια στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή έχει προτεραιότητα.

Αυτή η διαφοροποίηση καθιστά εξαιρετικά δύσκολη τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής κουλτούρας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αναδεικνύεται ως εναλλακτική η τάση ενίσχυσης των διμερών και πολυμερών αμυντικών συνεργασιών εντός του ευρωπαϊκού χώρου.

Συμφωνίες όπως αυτή μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας αποτυπώνουν μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση της ασφάλειας, βασισμένη όχι σε γενικές ρήτρες, αλλά σε συγκεκριμένες δεσμεύσεις και σε σύγκλιση στρατηγικών συμφερόντων.

Συνεπώς, μόνο τυχαία δεν ήταν η αναφορά του Πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη κατά την υπογραφή της στρατηγικής συμφωνίας Ελλάδας – Γαλλίας το Σάββατο (25/4/26) στο Μέγαρο Μαξίμου, ότι η «κορωνίδα των συμφωνιών αυτών είναι οι δεσμεύσεις αμοιβαίας συνδρομής», αφού προσδίδει σαφές επιχειρησιακό περιεχόμενο στην έννοια της αλληλεγγύης.

Ταυτόχρονα, η πολιτική ρητορική του Γάλλου Προέδρου κ. Μακρόν που συνοδεύει τη συμφωνία, δηλαδή περί «αδιαπραγμάτευτης» δέσμευσης και άμεσης στήριξης, ενισχύει την αποτρεπτική διάσταση της συμφωνίας.

Η εξέλιξη αυτή δεν υπονομεύει την Ε.Ε., αλλά  αντιθέτως, μπορεί να θεωρηθεί ως μια μορφή προσαρμογής της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας στις απαιτήσεις της εποχής και παράλληλα, μπορεί να αποτελέσει έναν οδικό χάρτη (road map) για την ενίσχυση της αμοιβαίας συνδρομής.

Ελλάδα και Γαλλία αναζητούν εργαλεία

Συγκεκριμένα, σε έναν κόσμο αυξανόμενης αβεβαιότητας και έντονης αστάθειας στο διεθνές σύστημα, η Ελλάδα και η Γαλλία αναζητούν εργαλεία που συνδυάζουν ταχύτητα αντίδρασης, επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα και πολιτική αξιοπιστία, χαρακτηριστικά που η Ε.Ε. δυσκολεύεται να προσφέρει.

Στο πλαίσιο αυτό, τέτοιου είδους συμφωνίες μπορούν να λειτουργήσουν ως «πιλοτικά μοντέλα» για τη σταδιακή θεσμική εμβάθυνση της ευρωπαϊκής άμυνας, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση κοινών επιχειρησιακών προτύπων και στην ενίσχυση της διαλειτουργικότητας των ενόπλων δυνάμεων, οδηγώντας τελικά, σε μια πιο συνεκτική και αξιόπιστη ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Εν κατακλείδι, η συζήτηση για την αναβάθμιση της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής της Ε.Ε. προβλέπεται να είναι μακρά και σύνθετη, καθώς συνδέεται με θεμελιώδη ζητήματα κυριαρχίας, πολιτικής βούλησης και στρατηγικής κατεύθυνσης της ίδιας της Ένωσης, ενώ για την Ελλάδα και την Κύπρο έχει ιδιαίτερη σημασία, δεδομένων των προκλήσεων ασφάλειας που αντιμετωπίζουν στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Συγκεκριμένα, η Κυπριακή Δημοκρατία, ως χώρα εκτός του ΝΑΤΟ, στηρίζεται αποκλειστικά στο ευρωπαϊκό πλαίσιο για την κατοχύρωση της συλλογικής της ασφάλειας.

Συνεπώς, το Άρθρο 42.7 της Ε.Ε. είναι η μοναδική νομική εγγύηση συλλογικής ασφάλειας που διαθέτει σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Στον αντίποδα, η Ελλάδα, ως μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ,  γνωρίζει από την εμπειρία τα όρια και τις διαδικασίες των πολυμερών σχημάτων κατά τη λήψη αποφάσεων, όταν πρόκειται για ενδοσυμμαχικές εντάσεις ή κρίσεις.

Στο πλαίσιο αυτό,  το άρθρο 42.7 της Ε.Ε. είναι σημαντικό σε περιπτώσεις όπου το ΝΑΤΟ μπορεί να τηρήσει στάση ίσων αποστάσεων (π.χ. σε ένταση μεταξύ δύο μελών του ΝΑΤΟ).

Υπό την ανωτέρω συλλογιστική, η ενίσχυση της αξιοπιστίας της Ρήτρας Αμοιβαίας Συνδρομής αποτελεί στρατηγικό ζητούμενο, αλλά όχι επαρκή συνθήκη ασφάλειας.

Το κρίσιμο ερώτημα συνεπώς, δεν είναι αν το Άρθρο 42.7 έχει νομική ισχύ, αλλά αν μπορεί να λειτουργήσει ως αξιόπιστος μηχανισμός αποτροπής.

Και η απάντηση, τουλάχιστον υπό τις παρούσες συνθήκες, παραμένει επιφυλακτική.

Η Ε.Ε. βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση. Από τη μία πλευρά, επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο της ως γεωπολιτικός δρών και αξιόπιστος πάροχος ασφάλειας και από την άλλη, εξακολουθεί να στερείται των αναγκαίων εργαλείων και επιχειρησιακών μέσων και ικανοτήτων.

Υπό αυτή την έννοια, η Ρήτρα Αμοιβαίας Συνδρομής δεν είναι άνευ σημασίας.

Αντιθέτως, λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής πολιτικής πίεσης και ως βάση νομιμοποίησης συλλογικών ενεργειών.

Όμως, χωρίς την αντίστοιχη επιχειρησιακή υποδομή, παραμένει ένα εργαλείο περιορισμένης αποτρεπτικής αξίας.

Η πρόκληση για την Ευρώπη συνεπώς, δεν είναι να επαναδιατυπώσει τις ρήτρες της, αλλά να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ της νομικής δέσμευσης των κρατών – μελών και της πραγματικής στρατηγικής και επιχειρησιακής της ικανότητας.

Μέχρι τότε, η Ρήτρα Αμοιβαίας Συνδρομής θα παραμένει περισσότερο εργαλείο πολιτικής διακήρυξης, παρά αξιόπιστος μηχανισμός αποτροπής.