Τα βασικά σημεία του άρθρου
- Διαμορφώνεται μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας στη Μέση Ανατολή, με πρόσωπα σημαντικής πολιτικής και οικονομικής επιρροής να εμφανίζονται δίπλα στους παραδοσιακούς μηχανισμούς.
- Οι σχέσεις Ισραήλ και ΗΑΕ έχουν πλέον αποκτήσει στρατηγικό βάθος, εκτεινόμενες από την άμυνα και την κυβερνοασφάλεια μέχρι τις επενδύσεις και τις νέες τεχνολογίες.
- Το πραγματικό επίκεντρο των εξελίξεων βρίσκεται στον Περσικό Κόλπο και ιδιαίτερα στα Στενά του Ορμούζ, ενώ η Τουρκία επιχειρεί να επανέλθει στο κέντρο των εξελίξεων.
Η κρίση μεταξύ Ιράν, Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών εξελίσσεται πλέον σε κάτι πολύ ευρύτερο από μια ακόμη περιφερειακή αντιπαράθεση. Πίσω από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, τις πυραυλικές επιθέσεις και τις συζητήσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης διαμορφώνεται μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας στη Μέση Ανατολή, με άμεσες επιπτώσεις στον Περσικό Κόλπο, την Ανατολική Μεσόγειο και τις διεθνείς αγορές.
Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η διαδικασία αυτή δεν καθορίζεται μόνο από κυβερνήσεις και υπουργεία Εξωτερικών. Δίπλα στους παραδοσιακούς μηχανισμούς εμφανίζονται πρόσωπα με σημαντική πολιτική και οικονομική επιρροή. Ο Steve Witkoff λειτουργεί ως βασικός δίαυλος της αμερικανικής πλευράς, ενώ δίκτυα που δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο των Συμφωνιών του Αβραάμ υπό τον Jared Kushner εξακολουθούν να επηρεάζουν τις εξελίξεις. Από την πλευρά του Κατάρ, ο Ali Al Thawadi αποτελεί έναν από τους βασικούς συνομιλητές στις προσπάθειες διαχείρισης κρίσεων και πολιτικής διαμεσολάβησης.
Το άρθρο του David Ignatius στη Washington Post περιγράφει εύστοχα το παρασκήνιο αυτής της διαδικασίας: ο Witkoff, ο Kushner και πρόσωπα από τον στενό κύκλο της ηγεσίας του Κατάρ επιχείρησαν να μετατρέψουν μια επενδυτική και οικονομική προσέγγιση σε ένα εύθραυστο αλλά λειτουργικό πλαίσιο σταθερότητας. Δεν πρόκειται για την κλασική διπλωματία των υπουργείων Εξωτερικών. Πρόκειται για μια νέα μορφή διπλωματίας επενδύσεων, ασφάλειας και συναλλαγών ισχύος.
Παράλληλα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ακολουθούν διαφορετική προσέγγιση. Ο Anwar Gargash και ο Faisal Al Bannai αποτυπώνουν τη στρατηγική μετάβαση των Εμιράτων σε έναν περιφερειακό κόμβο τεχνολογίας, αμυντικής καινοτομίας και τεχνητής νοημοσύνης.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με το Ισραήλ. Οι σχέσεις Ισραήλ και ΗΑΕ έχουν πλέον αποκτήσει στρατηγικό βάθος και εκτείνονται από την άμυνα και την κυβερνοασφάλεια μέχρι τις επενδύσεις και τις νέες τεχνολογίες. Από την υπογραφή των Συμφωνιών του Αβραάμ το 2020 και τη συμφωνία CEPA το 2022, οι δύο χώρες έχουν δημιουργήσει ένα πλέγμα συνεργασιών που ξεπερνά τη διπλωματική προσέγγιση και αγγίζει την περιφερειακή ασφάλεια, τις αμυντικές βιομηχανίες, τις ενεργειακές υποδομές και τις επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας.
Ταυτόχρονα, η Ουάσιγκτον φαίνεται να εξετάζει νέες ισορροπίες. Οι πρόσφατες αναφορές του Donald Trump για τον ρόλο του Ισραήλ στον Λίβανο και η άποψη ότι η Συρία θα μπορούσε να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη έναντι της Χεζμπολάχ υποδηλώνουν ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούνται διαφορετικοί μηχανισμοί σταθερότητας. Ωστόσο, οι συζητήσεις αυτές δεν φαίνεται προς το παρόν να ενσωματώνουν πλήρως υφιστάμενα σχήματα συνεργασίας και ασφάλειας που έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια μεταξύ του Ισραήλ και εταίρων του στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το πραγματικό όμως επίκεντρο των εξελίξεων βρίσκεται στον Περσικό Κόλπο και ιδιαίτερα στα Στενά του Ορμούζ. Εκεί διέρχεται σημαντικό ποσοστό του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η απειλή δεν είναι απαραίτητα το πλήρες κλείσιμο των Στενών, αλλά η αύξηση της αβεβαιότητας.
Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η ενεργειακή σχέση Ιράν και Κατάρ. Οι δύο χώρες μοιράζονται το μεγαλύτερο κοίτασμα φυσικού αερίου στον κόσμο και εξετάζουν κατά καιρούς νέες μορφές ενεργειακής συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένων ηλεκτρικών διασυνδέσεων και κοινών ενεργειακών υποδομών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Τουρκία επιχειρεί να επανέλθει στο κέντρο των εξελίξεων. Η επερχόμενη Σύνοδος του ΝΑΤΟ, οι συζητήσεις γύρω από την υπόθεση Halkbank και ο ρόλος της ως ενεργειακού και γεωπολιτικού διαδρόμου μεταξύ Μέσης Ανατολής και Ευρώπης αποτελούν στοιχεία μιας ευρύτερης στρατηγικής επανατοποθέτησης.
Η επόμενη μέρα στη Μέση Ανατολή δεν θα κριθεί μόνο από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ή τις πυρηνικές διαπραγματεύσεις. Θα κριθεί από το ποιοι θα συμμετέχουν στη διαμόρφωση των νέων κανόνων ασφαλείας, ενέργειας, τεχνολογίας και οικονομικής συνεργασίας. Η αλλαγή έχει ήδη ξεκινήσει. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιοι θα καταφέρουν να διαμορφώσουν τη νέα περιφερειακή τάξη και ποιοι θα περιοριστούν στον ρόλο του παρατηρητή.
Γράφει ο Δρ. Μάριος Παναγιώτης Ευθυμιόπουλος Διευθυντής Strategy International, Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής, Vytautas Magnus University
