Ένα «νέο 1930»; Ρεαλισμός και όρια στην ελληνοτουρκική εξίσωση – Άρθρο του Δημήτρη Σταθακόπουλου

Δημήτρης Σταθακόπουλος
Δρα Παντείου Πανεπιστημίου Συνεργάτη του Εργαστηρίου Τουρκικών & Ευρασιατικών Μελετών ( ΕΤΕΜ) του Πανεπιστημίου Πειραιά Νομικού , Οθωμανολόγου - Τουρκολόγου

Η επίκληση ενός «νέου 1930» στο δημόσιο διάλογο παραπέμπει αναπόφευκτα στο Σύμφωνο Φιλίας, Ουδετερότητας και Διαιτησίας.  Τότε, μετά από μια δεκαετία πολέμων και ανακατατάξεων, Ελλάδα και Τουρκία προχώρησαν σε στρατηγική εξομάλυνση που παρήγαγε σχεδόν δέκα χρόνια σταθερότητας. Το ερώτημα είναι εάν σήμερα υφίστανται αντίστοιχες προϋποθέσεις για μια δεσμευτική διευθέτηση — ιδίως επί της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.

Του Δρ Δημήτρη Σταθακόπουλου*

Το 1930 δεν ήταν πράξη ιδεαλισμού, αλλά ρεαλιστική αναγνώριση συσχετισμών ισχύος μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη νομική οριστικοποίηση της νέας τάξης πραγμάτων μέσω της Συνθήκης της Λωζάννης.

Η Ελλάδα χρειαζόταν εξωτερική ειρήνη για να απορροφήσει το προσφυγικό κύμα και να σταθεροποιήσει τα δημόσια οικονομικά της. Η Τουρκία επιζητούσε διεθνή αναγνώριση και περιφερειακή ασφάλεια.

Το Σύμφωνο περιείχε ρήτρες μη επιθετικότητας, ουδετερότητας και υποχρεωτικής διαιτησίας, δηλαδή παρήγαγε συγκεκριμένες νομικές δεσμεύσεις.

Η ειρήνη εκείνης της περιόδου δεν ήταν προϊόν αμοιβαίας συμπάθειας· ήταν προϊόν εξάντλησης και αποδοχής τετελεσμένων.

Η στρατηγική μεταστροφή υπήρξε συνειδητή και συμμετρική.

Στη σύγχρονη συγκυρία, ένα ουσιαστικό ανάλογο θα προϋπέθετε:

  • Ρητή συμφωνία ότι η μοναδική νομική διαφορά είναι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών ( ΑΟΖ – Υφαλοκρηπίδας).
  • Υπογραφή συνυποσχετικού.
  • Παραπομπή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
  • Δεσμευτική αποδοχή της απόφασης.

Οτιδήποτε υπολείπεται αυτής της διαδικασίας συνιστά διαχείριση έντασης, και όχι στρατηγική επίλυση.

Σήμερα, η Ελλάδα είναι πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που της προσδίδει θεσμική θωράκιση και οικονομικό βάθος. Η Τουρκία διαθέτει σημαντικά μεγαλύτερο πληθυσμιακό και στρατιωτικό μέγεθος και επιδιώκει ρόλο περιφερειακής, αν όχι Κεντρικής δύναμης με αυξημένη αυτονομία. Αμφότερες είναι μέλη του ΝΑΤΟ, στοιχείο που λειτουργεί ως μηχανισμός αποτροπής ακραίας κλιμάκωσης, αλλά όχι ως μηχανισμός επίλυσης διαφορών.

Σε αντίθεση με το 1930, δεν έχει προηγηθεί στρατιωτική σύγκρουση που να παράγει αμοιβαία κόπωση και σαφή αποδοχή τετελεσμένων. Ο ανταγωνισμός είναι διαρκής, χαμηλής έντασης και πολυεπίπεδος (ενέργεια, μεταναστευτικό, παρενοχλήσεις, περιφερειακές ισορροπίες).

Το κρίσιμο εμπόδιο σε μια συνολική διευθέτηση είναι η ασυμμετρία ατζέντας. Η ελληνική θέση περιορίζει τη διαφορά στην οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ. Η τουρκική πλευρά εντάσσει ζητήματα όπως αποστρατιωτικοποίηση νησιών και «γκρίζες ζώνες». Χωρίς ρητό περιορισμό του αντικειμένου, δεν μπορεί να συγκροτηθεί κοινή νομική βάση για διεθνή δικαιοδοσία.

Επιπλέον, η περιοδική αναθεωρητική ρητορική περί «επικαιροποίησης» της Λωζάννης επιβαρύνει το επίπεδο εμπιστοσύνης. Η διεθνής δικαιοδοσία προϋποθέτει αποδοχή σταθερών κανόνων, όχι διαρκή αμφισβήτησή τους.

Η Διακήρυξη των Αθηνών (2023) αποτέλεσε βήμα αποκλιμάκωσης. Εδραίωσε μηχανισμούς διαλόγου και θετική ατζέντα οικονομικής συνεργασίας. Ωστόσο, δεν συνιστά δεσμευτική συνθήκη ούτε περιλαμβάνει ρήτρα διαιτησίας. Είναι πλαίσιο πολιτικής διαχείρισης, όχι τελικής επίλυσης.

Η διαφορά με το 1930 είναι ποιοτική. Τότε δημιουργήθηκαν νομικές υποχρεώσεις με σαφές κανονιστικό περιεχόμενο· σήμερα παράγεται πολιτικό κεφάλαιο και χρόνος.

Ένα «νέο 1930» θα καθίστατο ρεαλιστικό εάν συντρέξουν τα εξής:

  • Αντίληψη ότι το κόστος παρατεταμένης έντασης υπερβαίνει το κόστος συμβιβασμού.
  • Ρητός περιορισμός του αντικειμένου διαφοράς.
  • Πολιτική ηγεσία με επαρκές εσωτερικό κεφάλαιο για να απορροφήσει αντιδράσεις.
  • Συγκυρία διεθνούς πίεσης υπέρ θεσμικής σταθεροποίησης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Χωρίς αυτά, η τάση θα παραμένει στη «σταθερή αστάθεια». Αποφυγή θερμού επεισοδίου, αλλά χωρίς οριστική διευθέτηση.

Συμπερασματικά, το 1930 υπήρξε στρατηγική μεταστροφή μετά από ολοκληρωτική σύγκρουση και σαφή νομική οριοθέτηση του περιβάλλοντος ασφάλειας.

Σήμερα, η κατάσταση είναι διαφορετική.

Δεν υπάρχει μεταπολεμική εξάντληση ούτε συμμετρική αποδοχή τετελεσμένων. Υπάρχει, όμως, αμοιβαίο συμφέρον αποφυγής ρήξης.

Ένα «νέο 1930» δεν είναι θεωρητικά αδύνατο. Απαιτεί, όμως, συμπίεση της αναθεωρητικής ατζέντας, σαφή νομική βάση και πολιτική βούληση που να υπερβαίνει τη διαχείριση της έντασης.

Μέχρι τότε, η ελληνοτουρκική σχέση θα κινείται στον άξονα της ελεγχόμενης αποκλιμάκωσης,  χρήσιμης για τη σταθερότητα, αλλά ανεπαρκούς για οριστική λύση.

*Ο Δημήτρης Σταθακόπουλος είναι Οθωμανολόγος – Τουρκολόγος, διδάκτορας του Παντείου Πανεπιστημίου και συνεργάτης του Εργαστηρίου Τουρκικών και Ευρασιατικών Μελετών στο Πανεπιστήμιο Πειραιά.

Μοιράσου το:

σχολίασε κι εσύ

ENIKOS NETWORK