Σε πανηγυρικό κλίμα, με μία εκδήλωση υψηλού συμβολισμού και μηνυμάτων, προγραμματίζεται να πραγματοποιηθεί η άφιξη της πρώτης φρεγάτας FDI Belharra «ΚΙΜΩΝ» στον Ναύσταθμο της Σαλαμίνας, γεγονός που θα σημάνει και την επίσημη ένταξή της στον Στόλο του Πολεμικού Ναυτικού (Π.Ν.).
Του Χρήστου Μαζανίτη
Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσίευσε η Realnews της Κυριακής, η άφιξη της «ΚΙΜΩΝ» θα πραγματοποιηθεί υπό τη συνοδεία δύο πλοίων–συμβόλων του Π.Ν. Η είσοδος στον Ναύσταθμο θα γίνει με νηοπομπή τριών πλοίων: της «ΚΙΜΩΝ», του θωρηκτού «ΑΒΕΡΩΦ» και της τριήρους «ΟΛΥΜΠΙΑΣ».
Κοινό χαρακτηριστικό και των τριών πλοίων είναι η ανάστροφη πλώρη. Ο συμβολισμός που επιδιώκει να περάσει το υπουργείο Εθνικής Άμυνας προς πάσα κατεύθυνση είναι ότι, όπως έγραψαν ιστορία η «ΟΛΥΜΠΙΑΣ» και ο «ΑΒΕΡΩΦ», την ίδια προσδοκία καλλιεργούν και για την «ΚΙΜΩΝ».
Η πραγματικότητα είναι ότι η «ΚΙΜΩΝ» αποτελεί ορόσημο για την επανεκκίνηση του εξοπλισμού του Π.Ν. σε μεγάλες μονάδες επιφανείας, ύστερα από σχεδόν 30 χρόνια — και πιο συγκεκριμένα από το 1998, όταν παραλήφθηκε η τελευταία φρεγάτα τύπου ΜΕΚΟ, η «ΣΑΛΑΜΙΣ».
Ανάμεσα στα κορυφαία συστήματα που φέρουν οι νέες ελληνικές φρεγάτες είναι το Sea Fire, το οποίο είναι εγκατεστημένο σε ιστό ύψους 40 μέτρων. Πρόκειται για πλήρως ψηφιακό ραντάρ τεχνολογίας AESA, παρόμοιο με εκείνο των F-16 Viper και Rafale. Παρέχει μόνιμη κάλυψη με τέσσερα πάνελ, τα οποία προσφέρουν εικόνα 360 μοιρών στο πλοίο. Έχει τη δυνατότητα αναγνώρισης — σε ανεμπόδιστο ορίζοντα — απειλών άνω των 200 χιλιομέτρων, καθώς και ιχνηλάτησης και ταυτόχρονου εγκλωβισμού πολλών στόχων.
Ωστόσο, για να μπορέσει η FDI Belharra να καθιερωθεί ως το απόλυτο πλοίο της κατηγορίας της στην Ανατολική Μεσόγειο, θα πρέπει να εφοδιαστεί με ένα κρίσιμο σύστημα, το οποίο το Πολεμικό Ναυτικό δεν φρόντισε να συμπεριληφθεί εξαρχής στην παράδοση του πλοίου και, συνεπώς, δεν περιλαμβάνεται στην τιμή.
Πρόκειται για το ECM (Electronic Countermeasures), δηλαδή το ενεργό σύστημα παρεμβολών ραντάρ ή ερευνητών βλημάτων. Στο σύγχρονο πεδίο μάχης λειτουργεί εκπέμποντας σήματα υψηλής ισχύος, προκειμένου να «τυφλώσει» ή να «ξεγελάσει» τα ραντάρ του εχθρού (είτε ερευνητικά είτε καθοδήγησης βλημάτων), δημιουργώντας ψευδείς στόχους (deception jamming) ή καλύπτοντας την πραγματική επιστροφή του σήματος. Αυτό επιτυγχάνεται με τεχνικές όπως το noise jamming ή πιο εξελιγμένες με ψηφιακή μνήμη (DRFM), οι οποίες προσομοιώνουν ρεαλιστικά σήματα και παραπλανούν το ραντάρ ως προς τη θέση, την ταχύτητα και την πορεία του στόχου, καθιστώντας δύσκολο τον εντοπισμό και την εμπλοκή.
Αυτό το κρίσιμο στοιχείο για την επιβίωση του πλοίου δεν έχει προβλεφθεί από το Π.Ν. να υπάρχει εξαρχής, καθώς ακόμη δεν έχει κατασκευαστεί. Οι Γάλλοι έχουν ήδη αναπτύξει ένα σύστημα που θα «κουμπώσει» στις ελληνικές Belharra, δεδομένου ότι κανένα από τα υπάρχοντα συστήματα της αγοράς δεν είναι συμβατό με τις τεχνολογίες που φέρουν. Ωστόσο, η ανάπτυξή του και η προμήθειά του θα κοστίσουν επιπλέον στον ελληνικό προϋπολογισμό, ενώ το Π.Ν. δεν έχει προβλέψει τη συμμετοχή ελληνικών αμυντικών εταιρειών στην ανάπτυξη του νέου συστήματος. Μια τέτοια συμμετοχή θα σήμαινε όχι μόνο την απόκτηση πολύτιμης τεχνογνωσίας, αλλά και δικαιώματα σε περίπτωση πώλησης των συστημάτων σε τρίτες χώρες.
Σε καμία περίπτωση, ωστόσο, δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι η έλλειψη του ECM σημαίνει πως το πλοίο είναι «γυμνό». Τουναντίον, φέρει άλλα εξελιγμένα συστήματα, τα οποία, σε συνδυασμό με το anti-drone ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ της ΕΑΒ που θα εγκατασταθεί, θα μπορέσουν να καλύψουν ως έναν βαθμό το κενό, έως ότου τοποθετηθεί το νέο σύστημα. Από στρατιωτικούς κύκλους εκτιμάται ότι το ελληνικό Δημόσιο θα χρειαστεί να δαπανήσει περίπου 250 εκατομμύρια ευρώ για την προμήθειά του.