Ήταν Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 1968, όταν στον θρυλικό Σκορπιό, το ιδιωτικό νησί του Αριστοτέλη Ωνάση στο Ιόνιο, γράφτηκε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα κεφάλαια στην ιστορία των μεγάλων ερώτων του 20ού αιώνα. Ο Έλληνας μεγιστάνας παντρεύτηκε την Τζάκι Κένεντι, τη χήρα του δολοφονημένου Αμερικανού προέδρου Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι.
Το μυστήριο πραγματοποιήθηκε παρουσία περιορισμένου αριθμού προσκεκλημένων, ανάμεσά τους τα παιδιά των δύο συζύγων και στενά μέλη των οικογενειών τους. Η τελετή ήταν σύντομη και ιδιωτική, αλλά ο αντίκτυπός της ήταν παγκόσμιος. Το περιοδικό Life αφιέρωσε το εξώφυλλό του στον γάμο, αποτυπώνοντας τη σημασία του για τη διεθνή κοινή γνώμη.

Η Τζάκι, στα 39 της χρόνια, παντρευόταν έναν από τους πλουσιότερους άνδρες του κόσμου, ενώ ο 62χρονος Ωνάσης αποκτούσε στο πλευρό του μια από τις πιο διάσημες γυναίκες της εποχής.
Για τους φωτογράφους και τα πρωτοσέλιδα, ήταν ένας γάμος που συνδύαζε τον πλούτο, την πολιτική ιστορία και τη λάμψη της διεθνούς υψηλής κοινωνίας.
Για τη Μαρία Κάλλας, την απόλυτη Ελληνίδα υψίφωνο (σοπράνο) και τη μεγαλύτερη ντίβα στην ιστορία της παγκόσμιας όπερας, η ένωση αυτή συνδέθηκε με μια βαθιά προσωπική απογοήτευση, καθώς ο άνδρας που σημάδεψε τη ζωή της επέλεγε να παντρευτεί μια άλλη γυναίκα.
Η προδοσία που δεν έβαλε τέλος στον έρωτά τους
Το παράδοξο της ιστορίας είναι ότι ο γάμος του Ωνάση με την Τζάκι δεν σήμανε και το οριστικό τέλος της σχέσης του με την Κάλλας.
Μόλις λίγες εβδομάδες μετά τον γάμο, ο Ωνάσης εξακολουθούσε να συναντά την παλιά του σύντροφο. Τον Δεκέμβριο του 1968, οι δυο τους φωτογραφήθηκαν μαζί στο Παρίσι, γεγονός που τροφοδότησε εκ νέου τα δημοσιεύματα για το ερωτικό τρίγωνο που απασχολούσε τη διεθνή κοινή γνώμη.
Η Κάλλας δεν είχε πάψει να έχει συναισθήματα για τον Ωνάση, ενώ εκείνος, παρά τον γάμο του, διατηρούσε τη σύνδεσή του μαζί της. Η σχέση τους παρέμενε περίπλοκη και αντιφατική, με την προσωπική επιθυμία να συγκρούεται με τις κοινωνικές συμβάσεις και τις επιλογές του μεγιστάνα.
Η Κάλλας βρέθηκε έτσι σε μια θέση που δύσκολα μπορούσε να της προσφέρει τη σταθερότητα που αναζητούσε. Δεν ήταν πλέον η γυναίκα που θα παντρευόταν ο Ωνάσης, αλλά ούτε και μια παρουσία που εκείνος είχε διαγράψει ολοκληρωτικά από τη ζωή του.
Αυτός ο δεσμός, που διατηρήθηκε με διακοπές και μεταβολές μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του, αποτελεί ίσως το πιο τραγικό στοιχείο της ιστορίας τους και η αιτία που οδήγησε για πάντα την μεγάλη ντίβα στην «κόλαση της θλίψης».
Η οικογενειακή τραγωδία που σημάδεψε βαθύτερα τον Έλληνα μεγιστάνα ήρθε στις 23 Ιανουαρίου 1973, όταν ο γιος του, Αλέξανδρος Ωνάσης, πέθανε σε αεροπορικό δυστύχημα. Ο θάνατός του, σε ηλικία μόλις 24 ετών, αποτέλεσε ένα συντριπτικό πλήγμα για τον πατέρα του.
Δύο χρόνια αργότερα, στις 15 Μαρτίου 1975, ο Αριστοτέλης Ωνάσης πέθανε στο Παρίσι, σε ηλικία 69 ετών. Η Κάλλας έχανε έναν άνθρωπο με τον οποίο, παρά τις πληγές της σχέσης τους, παρέμενε βαθιά συνδεδεμένη.
Η ίδια είχε ήδη αποσυρθεί σε μεγάλο βαθμό από τη δημόσια ζωή και αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Η καλλιτεχνική της πορεία είχε γνωρίσει τεράστιες κορυφές, αλλά τα τελευταία χρόνια της ζωής της χαρακτηρίστηκαν από απομόνωση και απομάκρυνση από τη σκηνή.
Στις 16 Σεπτεμβρίου 1977, η Μαρία Κάλλας πέθανε στο διαμέρισμά της στο Παρίσι, σε ηλικία μόλις 53 ετών. Ο θάνατός της έβαλε τέλος στη ζωή μιας από τις μεγαλύτερες φωνές του 20ού αιώνα, μιας γυναίκας που είχε γνωρίσει την αποθέωση πάνω στη σκηνή, αλλά είχε βιώσει και βαθιές προσωπικές απογοητεύσεις.
Η ιστορία της Μαρίας Κάλλας, του Αριστοτέλη Ωνάση και της Τζάκι Κένεντι εξακολουθεί να γοητεύει επειδή δεν χωρά εύκολα σε ένα απλό σχήμα νικητή και ηττημένου.