Τα αρχεία του Επστάιν προσφέρουν στην Αμερική το αντίθετο της κάθαρσης. Αποτελούν τη νέα κλιμάκωση ενός σκανδάλου που έχει γίνει το σήμα κατατεθέν της εποχής μας και όχι μόνο, επειδή το μισό υλικό παραμένει αδημοσίευτο. Ένας εκκολαπτόμενος Βλαντίμιρ Λένιν ή Μπενίτο Μουσολίνι θα έβλεπε αυτά τα αρχεία ως το προσάναμμα που περιμένει μια επαναστατική σπίθα, σχολιάζει ο Edward Luce στους Financial Times.
Με βάση την αρχή ότι η πολιτική έπεται της κουλτούρας, η σημερινή δημόσια ηθική αγανάκτηση θα διαβρώσει περαιτέρω την εμπιστοσύνη στην αμερικανική δημοκρατία. Πώς μπορείς να διώξεις τους φαύλους όταν αυτοί εκτείνονται σε ολόκληρο το σύστημα;
Με αυτό το κριτήριο, ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ο βραχυπρόθεσμος ωφελημένος από την πρόσφατη δημοσιοποίηση περίπου 3 εκατομμυρίων σελίδων. Παρόλο που ο ίδιος, η σύζυγός του και το κλαμπ του στο Mar-a-Lago αναφέρονται 38.000 φορές, ο Τραμπ βρίσκεται σε τόσο μεγάλη παρέα, που άλλοι μονοπωλούν εξίσου τον τηλεοπτικό χρόνο.
Το επιχείρημά του ήταν πάντα ότι «όλοι βάζουν το χέρι στο μέλι». Από αυτή την άποψη, ο Τραμπ μπορεί να επικαλεστεί μια διαβολική δικαίωση. Όμως η ανακούφισή του είναι πιθανό να είναι φευγαλέα. Η πίεση προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Τραμπ να δώσει στη δημοσιότητα και τα υπόλοιπα αρχεία θα είναι διαρκής, αναφέρει ο Edward Luce.
Το δίκτυο Επστάιν
Το πιο καταδικαστικό στοιχείο τους είναι το εύρος του δικτύου του Έπσταϊν. Αυτό περιλαμβάνει τον εν ενεργεία Πρόεδρο των ΗΠΑ και έναν πρώην πρόεδρο, κορυφαία στελέχη της Wall Street, μια στρατιά διασημοτήτων της Ivy League, επιχειρηματίες της Silicon Valley, ξένους κυβερνητικούς αξιωματούχους, Δημοκρατικούς, Ρεπουμπλικανούς, έναν influencer του κινήματος MAGA, έναν λόγιο της άκρας αριστεράς, μέλη της βρετανικής και νορβηγικής βασιλικής οικογένειας, συζύγους και συντρόφους ισχυρών ανδρών, κυβερνητικούς δικηγόρους, επικεφαλής δικηγορικών εταιρειών, σκηνοθέτες κινηματογράφου και αμέτρητους σελέμπριτι. Το δίκτυο του Έπσταϊν είναι ένας μαγνητικός τομογράφος του κατεστημένου.
Η ιδέα ότι οποιοσδήποτε δεν γνώριζε για την καταδίκη του Έπσταϊν ως σεξουαλικού δράστη είναι παράλογη. Κάποιοι απέρριψαν τις κοινωνικές του προσεγγίσεις. Όταν το 2010 η εκδότρια περιοδικών Τίνα Μπράουν προσκλήθηκε σε δείπνο του Έπσταϊν με τον Γούντι Άλεν και τον πρίγκιπα Άντριου στη Νέα Υόρκη, απάντησε: «Τι διάολο είναι αυτό…; Ο χορός των παιδόφιλων;».
Η αντίδραση της Μπράουν θα έπρεπε να είναι η αντίδραση όλων. Το ίδιο και της Μελίντα Γκέιτς, της πρώην πλέον συζύγου του Μπιλ Γκέιτς, η οποία μπήκε στο σπίτι του Έπσταϊν μία φορά και το μετάνιωσε αμέσως. Δυστυχώς, η αντίδρασή των δύο γυναικών. Πιο συνηθισμένη είναι η αντίδραση της πρώην Δούκισσας της Υόρκης, Σάρα Φέργκουσον: «Δεν έχω συγκινηθεί ποτέ περισσότερο από την καλοσύνη ενός φίλου…», έγραψε στον Έπσταϊν.
Τι πέτυχε ο Επστάιν
Το πιο εκπληκτικό κατόρθωμα του Έπσταϊν ήταν να γίνει ένας πανίσχυρος παίκτης στη Νέα Υόρκη αφού είχε ήδη καταγραφεί ως σεξουαλικός παραβάτης. Το 2012, τέσσερα χρόνια μετά την καταδίκη του, ο Έλον Μασκ ζήτησε από τον Έπσταϊν πρόσκληση για το «πιο άγριο πάρτι στο νησί σου».
Το 2013, ο Ρίτσαρντ Μπράνσον ζήτησε από τον Έπσταϊν να «φέρει το χαρέμι του» την επόμενη φορά που θα συναντιούνταν. Ένα εντυπωσιακό χαρακτηριστικό αυτών των συνομιλιών είναι ότι ο Έπσταϊν αφήνει τους συνομιλητές του να δηλώνουν ξεκάθαρα αυτό για το οποίο ο ίδιος χρησιμοποιεί υπαινιγμούς . Είναι το ύφος κάποιου που εμπορεύεται χάρες. Συχνά αυτές είναι τετριμμένες, όπως το αίτημα για μια γνωριμία ή η βοήθεια για την επαγγελματική αποκατάσταση ενός γιου. Οι δωρεές και οι φιλανθρωπίες εμφανίζονται επίσης συχνά.
Οι χειρισμοί από την πλευρά Τραμπ
Σε μια δημοκρατία που σέβεται τον εαυτό της, η μόνη υπερασπίσιμη στάση είναι η απαίτηση για τη δημοσιοποίηση όλων των υπολοίπων αρχείων. Το ότι οι δικηγόροι του Τραμπ υπήρξαν επιλεκτικοί σε όσα δημοσίευσαν είναι πέραν πάσης αμφιβολίας· αθέτησαν επίσης τις δικές τους υποσχέσεις, οι οποίες περιλάμβαναν την απόκρυψη των ονομάτων των θυμάτων.
Δεκάδες ονόματα γυναικών δόθηκαν στη δημοσιότητα. Αποτυγχάνοντας να καταδικάσει οποιονδήποτε άλλον εκτός από την Γκισλέιν Μάξγουελ, τη συνεργό του Έπσταϊν, το σύστημα απογοήτευσε για άλλη μια φορά τα θύματα. Το γεγονός ότι η προστασία τους δεν αποτέλεσε προτεραιότητα λέει πολλά. Ο ανανεωμένος τρόμος τους ρίχνει φως σε ένα σύστημα που φαίνεται να μην έμαθε τίποτα από το σκάνδαλο Έπσταϊν και να μην ξέχασε τίποτα.
Ο Edward Luce επισημαίνει ακόμα μια παράμετρο. Τις συντομογραφίες που χρησιμοποιούν οι εμπλεκόμενοι στις μεταξύ τους επικοινωνίες, όπως τα «cuz» αντί για «because» και «R U?» αντί για «are you». Με την αργκό των συντομογραφιών τους, ισχυρά πρόσωπα που βιάζονται σηματοδοτούν την ηθική παρακμή, γράφει.
Η ντροπή που χάθηκε
Καθώς η φυλάκιση για τους συνεργούς του Έπσταϊν φαντάζει όλο και πιο απίθανη με την πάροδο του χρόνου, το βαθύτερο ερώτημα για την Αμερική είναι αν μπορεί να ξεπεράσει μια κουλτούρα ντροπής.
Εκείνοι που συναλλάχθηκαν με τον Έπσταϊν για χρήματα, φόρους ή μη εγκληματικές διασυνδέσεις είναι ένα πολύ μεγαλύτερο σύμπαν από τον κύκλο των φερόμενων ως σεξουαλικών δραστών. Οι απλοί φίλοι του Έπσταϊν ήταν οι διευκολυντές του, οι οποίοι εγκατέλειψαν κάθε ντροπή.
Η επίδειξη μιας τέτοιας ανεμελιάς σε κάθε φάσμα της ελίτ αποτελεί ένα μείζον πολιτισμικό γεγονός στην ιστορία των ΗΠΑ. Όσοι ισχυρίζονται ότι μιλούν εξ ονόματος των μη προνομιούχων θα πρέπει να αντιληφθούν το μέγεθός του, καταλήγει ο Edward Luce, στους Financial Times.