Η αποτίμηση της επίσκεψης Τραμπ στην Κίνα: Τα εμπορικά «αγκάθια» και η στασιμότητα στο μέτωπο του Ιράν

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και ο Κινέζος Πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και ο Κινέζος Πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ συναντώνται κατά τη διάρκεια της επίσκεψής τους στον Κήπο Zhongnanhai στο Πεκίνο της Κίνας, την Παρασκευή 15 Μαΐου. Έβαν Βούτσι/Reuters

Σε ιδιαίτερα θετικό κλίμα ολοκληρώθηκε το ταξίδι του Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο, το πρώτο μετά το 2017, με τον Αμερικανό πρόεδρο να πλέκει το εγκώμιο της Κίνας και του ηγέτη της, Σι Τζινπίνγκ, στις τελευταίες δημόσιες δηλώσεις του πριν αναχωρήσει για τις ΗΠΑ.

Η δεύτερη ημέρα του ταξιδιού ενίσχυσε τις εντυπώσεις της πρώτης ημέρας: ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια επανεκκίνηση των σχέσεων μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων, η οποία όμως δεν θα είναι καθόλου απλή υπόθεση, καθώς παρά τις φιλοφρονήσεις, τα ζητήματα παραμένουν περίπλοκα.

Η εικόνα προόδου και οι δευτερεύουσες εμπορικές συμφωνίες ΗΠΑ-Κίνας

Η συνάντηση Τραμπ – Σι κατέληξε σε δευτερεύουσες εμπορικές συμφωνίες και συζητήσεις, επιτρέποντας και στις δύο πλευρές να προβάλουν μια εικόνα προόδου στον έντονο οικονομικό τους ανταγωνισμό.  Ωστόσο, αρκετά ευαίσθητα θέματα απουσίαζαν σε μεγάλο βαθμό, συμπεριλαμβανομένων των διεθνών κυρώσεων, των ελέγχων στις εξαγωγές τεχνολογίας και των κινεζικών ηλεκτρικών οχημάτων.

Σημαντικές τομές σε αυτά τα «ακανθώδη» ζητήματα θεωρούνταν εξαρχής απίθανες. Όμως, το γεγονός ότι δεν συζητήθηκαν δημόσια αυτά τα θέματα δείχνει ότι οι πιο σοβαρές εμπορικές προστριβές ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Πεκίνο δεν έχουν ακόμα επιλυθεί. Μέχρι στιγμής, ούτε οι ΗΠΑ ούτε η Κίνα έχουν δείξει διάθεση να ανακαλέσουν τα τιμωρητικά μέτρα που στοχεύουν επιχειρήσεις στην άλλη χώρα.

Η σκιά του πολέμου και οι τεχνολογικοί περιορισμοί

Φυσικά, ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν επισκίασε τις συνομιλίες. Λιγότερο από μία εβδομάδα πριν από την άφιξη του Τραμπ στο Πεκίνο, οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις σε τρεις κινεζικές εταιρείες δορυφόρων, οι οποίες, όπως δήλωσαν, βοηθούσαν τον στρατό του Ιράν. Και νωρίτερα αυτόν τον μήνα, η Κίνα έδωσε εντολή σε αρκετές εταιρείες να μην συμμορφωθούν με τις αμερικανικές κυρώσεις σε διυλιστήρια πετρελαίου που κατηγορούνται ότι διευκολύνουν το εμπόριο ιρανικού πετρελαίου.

Φάνηκε επίσης να υπάρχει ελάχιστη αλλαγή στις πολιτικές που αποσκοπούν στον περιορισμό της πρόσβασης σε κρίσιμα ορυκτά και ηλεκτρονικά εξαρτήματα, γεγονός που απειλεί να επιβραδύνει την τεχνολογική ανάπτυξη τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Κίνα.

Το ίδιο ίσχυσε και για το ζήτημα της πρόσβασης των κινεζικών ηλεκτρικών οχημάτων (EV) στην αμερικανική αγορά. Στις αρχές του 2026, ο Τραμπ είχε δηλώσει ανοιχτός στο να επιτραπεί η είσοδος κινεζικών αυτοκινήτων στη χώρα, και οι κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες ηλεκτρικών οχημάτων επιθυμούν διακαώς να επεκταθούν στο εξωτερικό με φθηνά και τεχνολογικά προηγμένα νέα μοντέλα. Ωστόσο, οι Αμερικανοί νομοθέτες είναι σθεναρά αντίθετοι με την ιδέα, υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποδεκατίσει την εγχώρια αυτοκινητοβιομηχανία και να υπονομεύσει την εθνική ασφάλεια.

Η διαφορά σε σχέση με την επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο το 2017

Ο Ντόναλντ Τραμπ συνοδευόταν από 17 στελέχη αμερικανικών επιχειρήσεων στο Πεκίνο και δήλωσε ότι πέτυχε πολλές επιχειρηματικές συμφωνίες. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει η δέσμευση της Κίνας για την αγορά 200 αεροσκαφών Boeing, καθώς και η αύξηση των εισαγωγών αμερικανικού πετρελαίου.

Ωστόσο, την τελευταία φορά που ο Τραμπ επισκέφθηκε την Κίνα το 2017, είχε μαζί του σχεδόν 30 στελέχη επιχειρήσεων, και μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα, οι ΗΠΑ είχαν ανακοινώσει συμφωνίες συνολικού ύψους άνω των 250 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Μάλιστα, τότε, η Κίνα είχε συμφωνήσει στην αγορά 300 αεροσκαφών Boeing.

Τα διαφορετικά αυτά αποτελέσματα, αν συγκρίνει κανείς τις δύο επισκέψεις του Αμερικανού Προέδρου, υπογραμμίζουν την επιδείνωση της οικονομικής σχέσης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας την τελευταία δεκαετία. Ύστερα από δύο εμπορικούς πολέμους που εξαπέλυσε ο Τραμπ, η κινεζική οικονομία έχει γίνει λιγότερο εξαρτημένη από τις ΗΠΑ, γεγονός που της έδωσε το πάνω χέρι στις διαπραγματεύσεις αυτή τη φορά.

Παράλληλα, η λειτουργία μιας ξένης επιχείρησης στην Κίνα έχει γίνει σημαντικά πιο δύσκολη. Η Κίνα έχει αναπτύξει εγχώριους ανταγωνιστές που μπορούν να αναμετρηθούν ή και να ξεπεράσουν ξένα brands, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων εταιρειών των οποίων οι ηγέτες παρευρέθηκαν στη φετινή συνάντηση, όπως η Apple ή η Tesla.

Στο μεταξύ, οι γεωπολιτικές τριβές έχουν επιβαρύνει τις διμερείς επενδύσεις και τις εμπορικές συμφωνίες, ιδιαίτερα σε ευαίσθητους κλάδους όπως η τεχνολογία.

Κατά την επίσκεψη του Τραμπ τον Νοέμβριο του 2017, το υπουργείο Εμπορίου είχε ανακοινώσει 37 συμφωνίες μεταξύ αμερικανικών και κινεζικών εταιρειών, αν και δεν υλοποιήθηκαν όλες. Τότε, το «παρών» είχαν δώσει ηγέτες κολοσσών όπως οι Boeing, GE, Goldman Sachs και Qualcomm, καθώς και στελέχη των Dow Chemical, Honeywell και Caterpillar, μεταξύ άλλων.

Ο Κεντ Κεντλ, ιδρυτής της εταιρείας συμβούλων στρατηγικής και κινδύνου Blue Ocean Advisors στη Σαγκάη, επεσήμανε ότι η επιχειρηματική ομάδα του 2017 εστίαζε περισσότερο στην εξασφάλιση συγκεκριμένων εξαγωγικών συμφωνιών. Αντίθετα, η φετινή ομάδα φάνηκε να δίνει προτεραιότητα στην πρόσβαση στην κινεζική αγορά και στον ίδιο τον Τραμπ.

Τι έχει αποκομίσει ο Τραμπ από την Κίνα στο θέμα του Ιράν μέχρι στιγμής

Όσον αφορά στον πόλεμο στο Ιράν, το ταξίδι του Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο ξεκίνησε με υψηλές προσδοκίες ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος θα κατάφερνε να εξασφαλίσει τη συνδρομή του Κινέζου ομολόγου του στον τερματισμό του πολέμου με το Ιράν, μια σύγκρουση που έχει προκαλέσει ισχυρούς κλυδωνισμούς στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές.

Η Κίνα, ως στενός διπλωματικός εταίρος της Τεχεράνης και ο μεγαλύτερος αγοραστής του ιρανικού πετρελαίου, έχει επιλέξει καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης να αυτοπαρουσιάζεται ως υπέρμαχος της ειρήνης. Ωστόσο, οι επίσημες ανακοινώσεις και από τις δύο πλευρές υποδηλώνουν ότι οι συνομιλίες στο Πεκίνο δεν κατάφεραν, επί της ουσίας, να αλλάξουν τη στάση της κινεζικής ηγεσίας.

Στενά του Ορμούζ και διπλωματικές ισορροπίες

Μετά την ολοκλήρωση του πρώτου γύρου των επαφών την Πέμπτη, ο Τραμπ είχε εμφανιστεί αισιόδοξος σε δηλώσεις του στο Fox News, σημειώνοντας ότι ο Σι Τζινπίνγκ προσφέρθηκε να συμβάλλει στην επίλυση της σύγκρουσης.  Βέβαια, την ίδια ώρα, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, σε συνέντευξή του στο NBC News, είχε διευκρινίσει ότι η αμερικανική πλευρά δεν ζήτησε επίσημα τη βοήθεια της Κίνας.

Σύμφωνα με το ενημερωτικό σημείωμα του Λευκού Οίκου, οι δύο ηγέτες συμφώνησαν στην ανάγκη να παραμείνουν ανοιχτά τα Στενά του Ορμούζ -η στρατηγικής σημασίας θαλάσσια δίοδος που το Ιράν έχει πρακτικά αποκλείσει- και επαναβεβαίωσαν τη θέση ότι το Ιράν δεν πρέπει ποτέ να αποκτήσει πυρηνικά όπλα.

Το ανακοινωθέν της Ουάσιγκτον ανέφερε επίσης ότι ο Σι εξέφρασε την αντίθεσή του στη στρατιωτικοποίηση των Στενών, αλλά και σε οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής διοδίων για τη διέλευση από αυτά. Παράλληλα, διαφάνηκε η προοπτική αύξησης των κινεζικών εισαγωγών πετρελαίου από τις ΗΠΑ. Από την πλευρά της, η Κίνα επανέλαβε τη δέσμευσή της να διευκολύνει τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, ωστόσο το κινεζικό Υπουργείο Εξωτερικών απέφυγε οποιαδήποτε αναφορά στο φλέγον ζήτημα των διοδίων στα Στενά του Ορμούζ, εμμένοντας στην παραδοσιακή γραμμή της «κανονικής διέλευσης».

Όπως αναφέρει το CNN, ο Τραμπ φάνηκε να αντιλαμβάνεται τα όρια της επιρροής του προς το Πεκίνο όσον αφορά την άσκηση πίεσης στην Τεχεράνη. «Κοιτάξτε, δεν έρχεται με τα όπλα… δεν έρχεται πυροβολώντας», σχολίασε χαρακτηριστικά, όταν ρωτήθηκε αν ο Σι θα επηρεάσει τους Ιρανούς. Λίγες ώρες αργότερα, το κινεζικό Υπουργείο Εξωτερικών επιβεβαίωσε αυτή την αίσθηση στασιμότητας, δηλώνοντας λακωνικά πως η θέση της χώρας για το Ιρανικό παραμένει «πολύ σαφής» και αμετάβλητη.

Το «αγκάθι» της Ταϊβάν και το μήνυμα του Σι Τζινπίνγκ

Στο επίκεντρο προφανώς βρέθηκε και το θέμα της Ταϊβάν που αποτελεί μία από τις πλέον βασικές «κόκκινες γραμμές» του Πεκίνου και συχνά πυροδοτεί γεωπολιτικές εντάσεις. Το κυβερνών Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας διεκδικεί την Ταϊβάν ως κυρίαρχο έδαφός του, παρά το γεγονός ότι δεν είχε ποτέ τον έλεγχο της αυτοδιοικούμενης δημοκρατίας των 23 εκατομμυρίων κατοίκων.

Η πολιτική των ΗΠΑ παραμένει «αμετάβλητη», δήλωσε ο Υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, μετά την προειδοποίηση του Σι Τζινπίνγκ προς τον Τραμπ για το ζήτημα της Ταϊβάν. Ο Σι τόνισε ότι η Ταϊβάν αποτελεί «το πιο σημαντικό ζήτημα στις σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ» και ότι θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια «εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση» σε περίπτωση εσφαλμένων χειρισμών.

Συγκεκριμένα, ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας ανέφερε ότι η Κίνα θέτει «πάντα» το συγκεκριμένο ζήτημα και ότι «εμείς ξεκαθαρίζουμε πάντα τη θέση μας». «Από τη δική μας οπτική πλευρά, οποιαδήποτε αναγκαστική αλλαγή στο υπάρχον status quo της κατάστασης θα ήταν αρνητική και για τις δύο χώρες», δήλωσε ο Ρούμπιο σε συνέντευξη στο NBC News από το Πεκίνο.

«Ένα από τα πράγματα που τονίζουν οι Κινέζοι, και με το οποίο συμφωνούμε, είναι η ανάγκη για στρατηγική σταθερότητα στη σχέση μας», πρόσθεσε.  Ο Ρούμπιο σημείωσε ότι το ζήτημα των μελλοντικών πωλήσεων αμερικανικών όπλων στο νησί έχει συζητηθεί στο παρελθόν, αλλά «δεν κατείχε εξέχουσα θέση στη σημερινή συζήτηση».

«Ουσιαστικά, ο Σι θέλει να καταστήσει σαφές στον Τραμπ ότι η Ταϊβάν είναι το ζήτημα που θα μπορούσε να “χτίσει ή να γκρεμίσει” τις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας, και η έκκλησή του προς τον Τραμπ να επιδείξει “ύψιστη προσοχή” δεν πρέπει να υποτιμηθεί», δήλωσε την Πέμπτη ο Γουίλιαμ Γιανγκ, ανώτερος αναλυτής στο International Crisis Group.

Ωστόσο, πρόσθεσε ότι το ανακοινωθέν του Λευκού Οίκου για τη συνάντηση παρέλειψε οποιαδήποτε αναφορά στην Ταϊβάν – γεγονός που υποδηλώνει ότι οι δύο ηγέτες «δεν κατέληξαν σε κάποια ουσιαστική συναίνεση επί του θέματος».

Η λεπτή ισορροπία και τα μεικτά μηνύματα

Οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν τη θέση του Πεκίνου ότι η Ταϊβάν αποτελεί μέρος της Κίνας, χωρίς όμως να έχουν αναγνωρίσει ποτέ επίσημα τις αξιώσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος επί του νησιού. Η Ουάσιγκτον διατηρεί ισχυρούς ανεπίσημους δεσμούς με την Ταϊβάν και δεσμεύεται νομικά να της παρέχει αμυντικό εξοπλισμό, ωστόσο επιλέγει να παραμένει σκόπιμα ασαφής σχετικά με το αν θα παρενέβαινε στρατιωτικά σε περίπτωση κινεζικής επίθεσης.

Αυτή η λεπτή ισορροπία τελεί υπό συνεχείς πιέσεις. Ο Σι Τζινπίνγκ είχε απευθύνει παρόμοια προειδοποίηση στον Ντόναλντ Τραμπ ήδη από τον περασμένο Ιούνιο, τονίζοντας ότι οι ΗΠΑ πρέπει να χειρίζονται το ζήτημα με προσοχή, ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο μια «χούφτα αυτονομιστών» να παρασύρει τις δύο υπερδυνάμεις σε μια επικίνδυνη σύγκρουση.

Από την πλευρά της, η κυβέρνηση Τραμπ εκπέμπει μεικτά μηνύματα. Δηλαδή, ενώ σε πρόσφατο έγγραφο εξωτερικής πολιτικής υπογραμμίζεται η γεωπολιτική και οικονομική σημασία της Ταϊβάν, σε άλλες περιπτώσεις ο λόγος της εμφανίζεται πιο ήπιος. Ένα ακόμη σημείο τριβής αποτελεί η επίσημη ορολογία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Τον περασμένο Φεβρουάριο, η αμερικανική διπλωματία αφαίρεσε από την ιστοσελίδα της τη φράση «δεν υποστηρίζουμε την ανεξαρτησία της Ταϊβάν» -μια θέση που η Ουάσιγκτον διατηρούσε επί δεκαετίες- προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση του Πεκίνου, το οποίο απαίτησε την άμεση επαναφορά της.