Η έφοδος στα γραφεία της Deutsche Bank στη Φρανκφούρτη την Τετάρτη, λόγω υποτιθέμενων παραλείψεων στην καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος, έστρεψε εκ νέου την προσοχή και στον Ρομάν Αμπράμοβιτς, γράφει σε έρευνά της η Frankfurter Allgemeine Zeitung (FAZ).
Σύμφωνα με πληροφορίες, η υπόθεση αφορά σχέσεις με εταιρείες που οι ερευνητές αποδίδουν στον Ρώσο ολιγάρχη. Από την άνοιξη του 2022, λίγο μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, ο Αμπράμοβιτς βρίσκεται στη λίστα κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο 59χρονος δισεκατομμυριούχος, με ρωσική, ισραηλινή και πορτογαλική υπηκοότητα, έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια υπό έντονη πολιτική πίεση. Σχεδόν όλα τα περιουσιακά του στοιχεία στη Δύση έχουν παγώσει.
Στη Μεγάλη Βρετανία, από τότε, από το 2022, σιγοβράζει η διαμάχη γύρω από τα δισεκατομμύρια του Αμπράμοβιτς που προήλθαν από την πώληση της Τσέλσι. Ο Αμπράμοβιτς είχε ζήσει επί χρόνια μια πολυτελή ζωή στο Λονδίνο – συμπεριλαμβανομένης της βίλας που αγόρασε στο Κένσινγκτον.
Φέρεται ότι ο ίδιος και η οικογένειά του κατείχαν συνολικά 70 σπίτια, κτίρια και οικόπεδα στο Ηνωμένο Βασίλειο, συνολικής αξίας άνω των 250 εκατομμυρίων λιρών. Με την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, τα πάντα άλλαξαν γι’ αυτόν, γράφει η FAZ.
Δισεκατομμύρια σε δεσμευμένο λογαριασμό
Αφού o μεγιστάνας τέθηκε υπό δυτικές κυρώσεις, η βρετανική κυβέρνηση άσκησε πίεση ώστε να αναγκαστεί να πουλήσει την Τσέλσι το καλοκαίρι του 2022. Τότε ο Αμπράμοβιτς δεσμεύτηκε ότι τα έσοδα των 2,5 δισεκατομμυρίων λιρών (περίπου 2,9 δισ. ευρώ) θα διατεθούν σε «θύματα του πολέμου στην Ουκρανία». Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει φτάσει εκεί ούτε ένα ευρώ.
Τα δισεκατομμύρια βρίσκονται σε δεσμευμένο λογαριασμό βρετανικής τράπεζας. Η κυβέρνηση του Λονδίνου και ο Αμπράμοβιτς διαφωνούν για τον ακριβή σκοπό της δωρεάς. Ο Αμπράμοβιτς θέλει τα χρήματα να δοθούν σε «όλα» τα θύματα στην Ουκρανία — και σε αυτά περιλαμβάνει και Ουκρανούς και Ρώσους που ζουν σε περιοχές της χώρας υπό ρωσική κατοχή. Το Λονδίνο, αντίθετα, επιμένει ότι τα χρήματα πρέπει να διατεθούν για ανθρωπιστική βοήθεια σε περιοχές της Ουκρανίας που βρίσκονται υπό τον έλεγχο της νόμιμης ουκρανικής κυβέρνησης.
Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ απείλησε κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικής συνεδρίασης, λέγοντας: «Το μήνυμά μου προς τον Αμπράμοβιτς είναι σαφές: ο χρόνος τελειώνει». Ο Αμπράμοβιτς θα πρέπει τώρα «να πληρώσει πλήρως». Ωστόσο, το ρολόι μετρά ήδη εδώ και τριάμισι χρόνια.
Ο ολιγάρχης παραμένει τυπικά ο νομικός ιδιοκτήτης των χρημάτων από την πώληση της Τσέλσι και αντιτίθεται νομικά στα σχέδια της βρετανικής κυβέρνησης. Ο Στάρμερ τον πίεσε: «Τηρήστε τη δέσμευσή σας και πληρώστε τώρα. Αν δεν το κάνετε, είμαστε έτοιμοι να προσφύγουμε στη Δικαιοσύνη και να διασφαλίσουμε ότι κάθε σεντ θα φτάσει σε εκείνους των οποίων οι ζωές καταστράφηκαν από τον παράνομο πόλεμο του Πούτιν».
Καλοδεχούμενος στο Λονδίνο
Λίγο αργότερα, η υπουργός Εσωτερικών Ιβέτ Κούπερ δήλωσε σε εκπομπή του BBC: «Τον καλώ επειγόντως να μην προχωρήσει σε περαιτέρω νομικές ενέργειες». Η κυβέρνηση είχε ήδη από τα μέσα του 2025 — και νωρίτερα — απειλήσει τον Αμπράμοβιτς με αγωγές, χωρίς όμως να υπάρξει οποιαδήποτε εξέλιξη.
Ο Αμπράμοβιτς, που από τη δεκαετία του 1990 αναδείχθηκε σε έναν από τους πλουσιότερους άνδρες της Ρωσίας μέσω επιχειρήσεων στον τομέα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, μέχρι στιγμής δεν έχει ανταποκριθεί στις απειλές του Λονδίνου. Σύμφωνα με πληροφορίες από κυβερνητικούς κύκλους, έχει πλέον προθεσμία έως τα τέλη Μαρτίου για να μεταφέρει τα χρήματα. Διαφορετικά, η κυβέρνηση Στάρμερ προτίθεται να προσφύγει στα δικαστήρια.
Δεν είναι σαφές αν από την πώληση της Τσέλσι είναι πράγματι ακόμη διαθέσιμα 2,9 δισεκατομμύρια ευρώ. Η εταιρεία Fordstam, μέσω της οποίας ο Αμπράμοβιτς κατείχε τον ποδοσφαιρικό σύλλογο, αποτελεί μέρος ενός πολύπλοκου εταιρικού πλέγματος και έχει ξεχωριστά χρέη προς άλλες εταιρείες συμφερόντων του Αμπράμοβιτς.
Αφού αγόρασε την Τσέλσι το 2003, ο Αμπράμοβιτς αποτέλεσε επί σχεδόν δύο δεκαετίες μέλος της λονδρέζικης υψηλής κοινωνίας. Η ιδιοκτησία του δημοφιλούς συλλόγου της Premier League του εξασφάλισε θετική προβολή και κάλυψη από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης — και του άνοιξε επίσης πολιτικές πόρτες. Κατείχε μια επιβλητική βίλα, την οποία είχε αγοράσει έναντι 120 εκατομμυρίων λιρών, κοντά στο Παλάτι του Κένσινγκτον, την κατοικία νεότερων μελών της βασιλικής οικογένειας.
Το οικονομικό πλήγμα
Παράλληλα, όλα αυτά τα χρόνια παρέμενε ενεργός και στη ρωσική πολιτική, και ήταν σαφές ότι διατηρούσε στενές σχέσεις με το Κρεμλίνο και τον Πούτιν. Ήδη από το 1999 εξελέγη στη Δούμα. Την περίοδο 2000–2008 διετέλεσε κυβερνήτης της Τσουκότκα, μιας περιοχής στο ακραίο βορειοανατολικό τμήμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
Η προσωπική του περιουσία αυξανόταν συνεχώς εκείνα τα χρόνια, ενισχυόμενη και από τις υψηλές τιμές του πετρελαίου. Το 2005 πούλησε, στον κρατικό κολοσσό Gazprom, το 73% του μεριδίου που είχε στην πετρελαϊκή εταιρεία Sibneft και το έκανε έναντι του εντυπωσιακού ποσού των 13 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Μέχρι σήμερα κατέχει μεγάλα μερίδια στον χαλυβουργικό όμιλο Evraz και στην εταιρεία εξόρυξης νικελίου Norilsk Nickel.
Στο απόγειο της οικονομικής του ισχύος, η οικογενειακή του περιουσία είχε εκτιμηθεί έως και σε 14,5 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με το περιοδικό Forbes. Στην αρχική φάση της πλήρους ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, ο Αμπράμοβιτς δραστηριοποιήθηκε ως διαμεσολαβητής μεταξύ Μόσχας και Κιέβου, συμβάλλοντας στη συμφωνία για ανταλλαγή αιχμαλώτων, μέσω της οποίας απελευθερώθηκαν εκατοντάδες αιχμάλωτοι πολέμου.
Οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν εναντίον του τον έπληξαν σοβαρά οικονομικά. Η ιδιωτική του περιουσία μειώθηκε αισθητά. Το Forbes την αποτιμά σήμερα σε 9,2 δισεκατομμύρια δολάρια (7,7 δισ. ευρώ). Έτσι, καταλαμβάνει την 311η θέση στη παγκόσμια λίστα δισεκατομμυριούχων για το 2025.