Η διάθεση του πετρελαίου θέρμανσης από τις 15 Οκτωβρίου βρίσκει τα ελληνικά νοικοκυριά αντιμέτωπα με μία ακόμη περίοδο υψηλού ενεργειακού κόστους. Οι νέες κυβερνητικές παρεμβάσεις, με συνολική μείωση της τιμής κατά 40 λεπτά ανά λίτρο και αύξηση του επιδόματος θέρμανσης κατά 30%, αποτελούν σημαντική προσωρινή ανακούφιση. Ωστόσο, το ουσιαστικό ερώτημα είναι εάν οι διαδοχικές επιδοτήσεις μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά ένα πρόβλημα που επανέρχεται κάθε χειμώνα ή εάν χρειάζεται μια διαφορετική πολιτική, με χαμηλότερη φορολογία, περισσότερους δικαιούχους και ουσιαστική ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων. Πόσο ωφελούνται τα νοικοκυριά, ποιοι μένουν εκτός επιδόματος και ποιες παρεμβάσεις χρειάζονται για χαμηλότερο ενεργειακό κόστος και οικονομική ανάπτυξη.
Το ζήτημα αφορά μεγάλο μέρος του ελληνικού κτιριακού αποθέματος. Το πετρέλαιο εξακολουθεί να αποτελεί βασική πηγή θέρμανσης, ιδιαίτερα στις παλαιότερες πολυκατοικίες, στις μονοκατοικίες και στις περιοχές όπου δεν υπάρχει πρόσβαση σε δίκτυο φυσικού αερίου. Εκτιμήσεις τοποθετούν τη χρήση του κοντά στο 50% των θερμαινόμενων κτιρίων, αν και απαιτείται πρόσφατη στατιστική τεκμηρίωση για την ακριβή συμμετοχή του. Επομένως, η πολιτική για το πετρέλαιο θέρμανσης δεν αφορά μια περιορισμένη κατηγορία καταναλωτών. Συνδέεται άμεσα με το κόστος διαβίωσης, την ενεργειακή κατάσταση των ακινήτων και την οικονομική δραστηριότητα.
Τα νέα μέτρα: Πόσο μειώνεται η τιμή και πώς εφαρμόζονται
Σύμφωνα με τις κυβερνητικές ανακοινώσεις της 14ης Οκτωβρίου 2026, προβλέπονται δύο διαφορετικές παρεμβάσεις. Πρώτον, συνολική μείωση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης κατά 40 λεπτά ανά λίτρο, από τα οποία 20 λεπτά προέρχονται από κρατική επιδότηση και 20 λεπτά από πρόσθετη έκπτωση των διυλιστηρίων. Η παρέμβαση προβλέπεται για το διάστημα από 15 έως 31 Οκτωβρίου 2026 και εφαρμόζεται στην τιμή διάθεσης του προϊόντος, χωρίς να απαιτείται ξεχωριστή αίτηση του καταναλωτή.Η ενδεικτική τιμή πριν από τις παρεμβάσεις είχε εκτιμηθεί κοντά στα 1,95 ευρώ ανά λίτρο. Με τη συνολική μείωση των 40 λεπτών, περιορίζεται περίπου στα 1,55 ευρώ ανά λίτρο, με διαφοροποιήσεις ανάλογα με την περιοχή και τον προμηθευτή.
Πόσα χρήματα εξοικονομεί ένα νοικοκυριό;
| Ποσότητα αγοράς | Κόστος πριν, 1,95 €/λίτρο | Κόστος μετά, 1,55 €/λίτρο | Όφελος |
| 500 λίτρα | 975 € | 775 € | 200 € |
| 1.000 λίτρα | 1.950 € | 1.550 € | 400 € |
| 1.500 λίτρα | 2.925 € | 2.325 € | 600 € |
| 2.000 λίτρα | 3.900 € | 3.100 € | 800 € |
Ενδεικτικοί υπολογισμοί, υπό την προϋπόθεση πλήρους μετακύλισης της μείωσης των 40 λεπτών στην τελική τιμή.
Η μείωση αφορά όλους όσοι αγοράζουν πετρέλαιο θέρμανσης κατά την περίοδο εφαρμογής της, ανεξάρτητα από εισόδημα ή ακίνητη περιουσία. Ωστόσο, υπάρχει μια ουσιαστική αδυναμία: το μέτρο έχει περιορισμένη διάρκεια και ευνοεί περισσότερο όσους διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να προμηθευτούν μεγάλη ποσότητα πετρελαίου άμεσα. Μια οικογένεια που μπορεί να γεμίσει τη δεξαμενή της θα επωφεληθεί περισσότερο από ένα νοικοκυριό που αναγκάζεται να αγοράζει μικρές ποσότητες σταδιακά κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Αύξηση επιδόματος θέρμανσης 30%: Ποιοι το δικαιούνται
Η δεύτερη παρέμβαση αφορά την αύξηση του επιδόματος θέρμανσης κατά 30% για τη χειμερινή περίοδο 2026–2027. Το ανώτατο ποσό αυξάνεται από 1.200 σε 1.560 ευρώ, ενώ η ενίσχυση αφορά τις προβλεπόμενες επιλέξιμες μορφές θέρμανσης και όχι αποκλειστικά το πετρέλαιο. Η διαδικασία πραγματοποιείται ηλεκτρονικά μέσω της πλατφόρμας myΘέρμανση της ΑΑΔΕ.Ο ενδιαφερόμενος πρέπει να υποβάλει αίτηση, να δηλώσει τα απαιτούμενα στοιχεία κατοικίας και θέρμανσης και να διαθέτει έγκυρο τραπεζικό λογαριασμό για την καταβολή της ενίσχυσης. Σύμφωνα με τον ανακοινωμένο προγραμματισμό, η πλατφόρμα αναμένεται να ανοίξει έως τις 10 Νοεμβρίου, ενώ η αυξημένη προκαταβολή προβλέπεται να καταβληθεί έως τις 23 Δεκεμβρίου 2026. Το τελικό ποσό εξαρτάται από την οικογενειακή κατάσταση, την περιοχή κατοικίας, τις κλιματικές συνθήκες και τις προβλεπόμενες δαπάνες.
Ποια είναι τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια;
Με βάση τα υφιστάμενα κριτήρια, τα βασικά εισοδηματικά όρια είναι:
- 16.000 ευρώ για άγαμο.
- 24.000 ευρώ για έγγαμο νοικοκυριό, με προσαύξηση 5.000 ευρώ ανά εξαρτώμενο τέκνο.
- 29.000 ευρώ για μονογονεϊκή οικογένεια, με τις προβλεπόμενες προσαυξήσεις.
Παράλληλα, ισχύουν περιουσιακά όρια αντικειμενικής αξίας:
- 200.000 ευρώ για άγαμο.
- 260.000 ευρώ για έγγαμο νοικοκυριό.
- Προσαύξηση 40.000 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο τέκνο.
Για παράδειγμα, ένα έγγαμο νοικοκυριό με ένα παιδί έχει περιουσιακό όριο 300.000 ευρώ. Η αύξηση του επιδόματος δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη γενική διεύρυνση των κριτηρίων, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τον αριθμό των δυνητικών δικαιούχων. Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να επιβεβαιώνουν τις οριστικές προϋποθέσεις και προθεσμίες της περιόδου 2026–2027 μέσω της ΑΑΔΕ.
Τι πρέπει να προσέξουν οι καταναλωτές
Για τη μείωση της τιμής του πετρελαίου, ο καταναλωτής πρέπει να συγκρίνει τις πραγματικές προσφορές των προμηθευτών και να ελέγχει ότι η έκπτωση έχει ενσωματωθεί στην τελική τιμή αγοράς. Για το επίδομα θέρμανσης χρειάζεται να ελέγξει εάν πληροί τα κριτήρια, να υποβάλει εμπρόθεσμα την αίτηση στο myΘέρμανση και να βεβαιωθεί ότι τα στοιχεία της κατοικίας, της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και του τραπεζικού λογαριασμού είναι σωστά. Στις πολυκατοικίες με κεντρική θέρμανση πετρελαίου απαιτείται επιπλέον προσοχή στην καταχώριση των στοιχείων της πολυκατοικίας, των διαμερισμάτων και των παραστατικών αγοράς. Η μείωση της τιμής και το επίδομα είναι δύο διαφορετικά μέτρα. Ένα νοικοκυριό μπορεί να επωφεληθεί από τη μειωμένη τιμή και, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις, να λάβει επιπλέον το επίδομα θέρμανσης.
Τέσσερα στα δέκα νοικοκυριά εκτός επιδόματος – Ανάγκη διεύρυνσης των κριτηρίωv
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν μαζί με τα νέα μέτρα, περίπου το 60% των νοικοκυριών που θερμαίνονται με πετρέλαιο πληροί τα κριτήρια για το επίδομα. Αυτό σημαίνει ότι περίπου τέσσερα στα δέκα νοικοκυριά παραμένουν εκτός της συγκεκριμένης ενίσχυσης, παρά την αύξησή της κατά 30%. Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα εμφανές στα περιουσιακά κριτήρια. Ένα ζευγάρι μπορεί να διαθέτει μια κατοικία και ένα μικρό κληρονομημένο ακίνητο, με συνολική αντικειμενική αξία μεγαλύτερη από 260.000 ευρώ, χωρίς να διαθέτει υψηλό εισόδημα ή σημαντικές αποταμιεύσεις. Αντίστοιχα, ένας συνταξιούχος μπορεί να κατοικεί σε ακίνητο υψηλής αντικειμενικής αξίας, αλλά να δυσκολεύεται να καλύψει τις δαπάνες θέρμανσης. Η αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας δεν ταυτίζεται με το διαθέσιμο εισόδημα. Και η αξία ενός ακινήτου δεν πληρώνει τον λογαριασμό του πετρελαίου. Παράλληλα, τα υφιστάμενα κριτήρια δεν αποτυπώνουν πλήρως τις πραγματικές ενεργειακές ανάγκες των κτιρίων.
Μια παλαιά κατοικία χωρίς θερμομόνωση σε ψυχρή περιοχή μπορεί να χρειάζεται υπερδιπλάσια ενέργεια από ένα σύγχρονο ενεργειακά αναβαθμισμένο διαμέρισμα. Επομένως, απαιτείται ουσιαστική αναθεώρηση των κριτηρίων, με αύξηση των πολύ χαμηλών εισοδηματικών και περιουσιακών ορίων και μεγαλύτερη συνεκτίμηση της πραγματικής ενεργειακής ανάγκης.
Το επίδομα πρέπει να εξαντλείται – Όχι να μένουν εκτός όσοι το χρειάζονται
Για τη χειμερινή περίοδο 2026–2027, ο ανακοινωμένος προϋπολογισμός του επιδόματος αυξάνεται από περίπου 173 σε 225 εκατομμύρια ευρώ. Η αύξηση είναι θετική. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα ενός κοινωνικού μέτρου δεν κρίνεται μόνο από το ποσό που ανακοινώνεται, αλλά από το ποσό που τελικά καταβάλλεται και τον αριθμό των νοικοκυριών που ενισχύονται. Για την προηγούμενη περίοδο 2025–2026, τα δημοσιοποιημένα στοιχεία της ΑΑΔΕ αναφέρουν συνολικές καταβολές περίπου 173,26 εκατομμυρίων ευρώ. Απαιτείται διαφάνεια και πλήρης απολογισμός για τον εγκεκριμένο προϋπολογισμό, τις αιτήσεις, τις εγκρίσεις, τις απορρίψεις και τις τελικές πληρωμές. Εάν υπάρχουν αδιάθετοι πόροι, πρέπει να αξιοποιούνται για τη διεύρυνση των δικαιούχων και όχι να παραμένουν αναξιοποίητοι ενώ νοικοκυριά δυσκολεύονται να θερμάνουν τις κατοικίες τους. Η αναθεώρηση πρέπει να περιλαμβάνει υψηλότερα περιουσιακά όρια, προσαρμογή των εισοδηματικών κριτηρίων στο πραγματικό κόστος ζωής και σταδιακή μείωση του επιδόματος για όσους υπερβαίνουν οριακά τα όρια, αντί για πλήρη αποκλεισμό. Στόχος πρέπει να είναι η πλήρης και αποτελεσματική αξιοποίηση του εγκεκριμένου κονδυλίου, με περισσότερους δικαιούχους και δικαιότερη κατανομή.
Η υψηλή φορολογία και το ερώτημα της μείωσης του ΕΦΚ
Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης ανέρχεται σε 280 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, δηλαδή 28 λεπτά ανά λίτρο. Επιπλέον επιβάλλεται ΦΠΑ 24%, ο οποίος υπολογίζεται και επί του ΕΦΚ. Σε ενδεικτική τιμή λιανικής 1,95 ευρώ ανά λίτρο, η συνολική επιβάρυνση από τους δύο φόρους φτάνει περίπου τα 65,7 λεπτά ανά λίτρο. Το Δημόσιο επομένως εισπράττει σημαντικά φορολογικά έσοδα από κάθε λίτρο πετρελαίου, ενώ ταυτόχρονα χρηματοδοτεί επιδοτήσεις για να περιορίσει προσωρινά την τελική τιμή. Αυτό αναδεικνύει την ανάγκη να εξεταστεί σοβαρά μια πιο σταθερή φορολογική παρέμβαση. Για παράδειγμα, εάν ο ΕΦΚ μειωνόταν κατά 50%, από 28 σε 14 λεπτά ανά λίτρο, η τελική τιμή θα μπορούσε να μειωθεί κατά περίπου 17,4 λεπτά ανά λίτρο, μαζί με τον αναλογούντα ΦΠΑ, υπό την προϋπόθεση πλήρους μετακύλισης στον καταναλωτή. Για αγορά 1.500 λίτρων, η ελάφρυνση θα ήταν περίπου 260 ευρώ. Το σημαντικότερο πλεονέκτημα μιας τέτοιας παρέμβασης είναι ότι θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερη διάρκεια από μια προσωρινή επιδότηση.
Τι δείχνουν οι αριθμοί για τα δημόσια έσοδα
Με βάση μια ενδεικτική ετήσια κατανάλωση περίπου 1 δισεκατομμυρίων λίτρων πετρελαίου θέρμανσης, τα θεωρητικά έσοδα από ΕΦΚ διαμορφώνονται κοντά στα 300 εκατομμύρια ευρώ. Μια μείωση του ΕΦΚ κατά 50% θα περιόριζε αρχικά τα έσοδα από τον συγκεκριμένο φόρο κατά περίπου 147 εκατομμύρια ευρώ, εάν η κατανάλωση παρέμενε αμετάβλητη. Μαζί με την επίδραση στον ΦΠΑ, η συνολική αρχική απώλεια εσόδων από τους δύο φόρους θα προσέγγιζε τα 182 εκατομμύρια ευρώ. Η χαμηλότερη τιμή θα ενισχύσει τις πωλήσεις και Θα ανακτήσει μέρος των φορολογικών εσόδων. Ωστόσο, η ζήτηση πετρελαίου θέρμανσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις καιρικές συνθήκες, την ενεργειακή κατάσταση των κτιρίων και τις πραγματικές ανάγκες των νοικοκυριών. Η ελαστικότητα είναι το αβέβαιο ζητούμενο. Χρειάζεται ολοκληρωμένη δημοσιονομική αξιολόγηση, με σύγκριση του κόστους των επιδοτήσεων και των αποτελεσμάτων μιας σταδιακής μείωσης του ΕΦΚ.
Μείωση φόρων στα καύσιμα: Ένα ευρύτερο αναπτυξιακό μέτρο
Η συζήτηση για τη φορολογία δεν πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά στο πετρέλαιο θέρμανσης. Η υψηλή φορολογία στη βενζίνη και στο πετρέλαιο κίνησης επηρεάζει άμεσα το κόστος μεταφορών, την αγροτική παραγωγή, τη διανομή προϊόντων, τις επιχειρήσεις και τελικά τις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές. Όταν αυξάνεται το κόστος μεταφοράς τροφίμων, πρώτων υλών και εμπορευμάτων, η επιβάρυνση μεταφέρεται σε σημαντικό βαθμό στην οικονομία. Μια δημοσιονομικά σχεδιασμένη μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα κίνησης θα μπορούσε να συμβάλει στον περιορισμό του κόστους παραγωγής και μεταφορών, στη συγκράτηση των τιμών και στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Παράλληλα, το πρόσθετο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών μπορεί να κατευθυνθεί σε άλλες καταναλωτικές δαπάνες , ενώ οι επιχειρήσεις μπορούν να διαθέσουν περισσότερους πόρους για λειτουργία και επενδύσεις. Η μεγαλύτερη οικονομική δραστηριότητα μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετα φορολογικά έσοδα, αντισταθμίζοντας μέρος των αρχικών απωλειών. Η φορολογία των καυσίμων δεν είναι μόνο ζήτημα εσόδων του κράτους. Είναι και ζήτημα κόστους ζωής, παραγωγικότητας, ανταγωνιστικότητας και ανάπτυξης.
Η ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων μειώνει μόνιμα το κόστος
Η μείωση του κόστους θέρμανσης δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στη χαμηλότερη τιμή του καυσίμου. Πολλά ελληνικά κτίρια έχουν ανεπαρκή θερμομόνωση, παλαιά κουφώματα και εγκαταστάσεις χαμηλής ενεργειακής απόδοσης. Έτσι, ακόμη και με φθηνότερο πετρέλαιο, οι ανάγκες θέρμανσης παραμένουν υψηλές. Ας εξετάσουμε μια κατοικία που καταναλώνει 2.000 λίτρα πετρελαίου ετησίως. Με τιμή 1,55 ευρώ ανά λίτρο, το κόστος ανέρχεται σε 3.100 ευρώ. Εάν μέσω κατάλληλων παρεμβάσεων η κατανάλωση μειωθεί στα 1.200 λίτρα, η δαπάνη περιορίζεται στα 1.860 ευρώ. Η ετήσια εξοικονόμηση φτάνει τα 1.240 ευρώ, με την ίδια τιμή καυσίμου. Πρόκειται για ενδεικτικό παράδειγμα, που αναδεικνύει τη σημασία της μείωσης των πραγματικών ενεργειακών αναγκών. Η θερμομόνωση του κελύφους, η αντικατάσταση κουφωμάτων, η συντήρηση των εγκαταστάσεων και η επιλογή αποδοτικών συστημάτων θέρμανσης αποτελούν παρεμβάσεις που μπορούν να προσφέρουν διαχρονικό οικονομικό όφελος.
Η ενεργειακή αναβάθμιση είναι και επένδυση στην ανάπτυξη
Η ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως μέτρο περιορισμού των λογαριασμών θέρμανσης. Αποτελεί ταυτόχρονα σημαντική παραγωγική και αναπτυξιακή δραστηριότητα, με πολλαπλασιαστικά οφέλη για την ελληνική οικονομία. Οι επενδύσεις σε θερμομονώσεις, κουφώματα, σύγχρονα συστήματα θέρμανσης και ψύξης, αυτοματισμούς και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δημιουργούν αντικείμενο εργασίας για μηχανικούς, τεχνίτες, κατασκευαστικές επιχειρήσεις, βιομηχανίες δομικών υλικών, εμπορικές επιχειρήσεις και εγκαταστάτες.
Παράλληλα, η μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης περιορίζει την εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα, βελτιώνει την ενεργειακή ασφάλεια και απελευθερώνει εισόδημα των νοικοκυριών για άλλες ανάγκες και οικονομικές δραστηριότητες.
Κάθε ευρώ που επενδύεται σωστά στην ενεργειακή αναβάθμιση μπορεί να δημιουργεί διαχρονικό όφελος: χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, αναβαθμισμένη ακίνητη περιουσία, περισσότερη απασχόληση και ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής.
Γι’ αυτό απαιτείται μια σταθερή, πολυετής πολιτική ενεργειακών αναβαθμίσεων, όχι μόνο με επιδοτούμενα προγράμματα περιορισμένης διάρκειας, αλλά και με ουσιαστικά φορολογικά κίνητρα, ευνοϊκή χρηματοδότηση και απλούστερες διαδικασίες. Ιδιαίτερη προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στις παλαιές πολυκατοικίες και στις κατοικίες χαμηλής ενεργειακής απόδοσης, όπου οι ανάγκες είναι μεγαλύτερες και τα περιθώρια εξοικονόμησης σημαντικά.
Η μείωση της φορολογίας στα καύσιμα μπορεί να προσφέρει άμεση ελάφρυνση και να περιορίσει το κόστος μεταφορών και παραγωγής. Η ενεργειακή αναβάθμιση, από την άλλη πλευρά, μειώνει μόνιμα την απαιτούμενη κατανάλωση.
Ο συνδυασμός των δύο πολιτικών μπορεί να στηρίξει το διαθέσιμο εισόδημα, την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, την απασχόληση και την ανάπτυξη, αντί να περιοριζόμαστε κάθε χρόνο σε προσωρινές επιδοτήσεις.
Από τις προσωρινές επιδοτήσεις σε μια ολοκληρωμένη ενεργειακή και αναπτυξιακή πολιτική
Οι νέες παρεμβάσεις προσφέρουν άμεση ανακούφιση και κινούνται προς θετική κατεύθυνση.
Ωστόσο, η προσωρινή μείωση της τιμής και η αύξηση του επιδόματος δεν επιλύουν το συνολικό πρόβλημα του κόστους θέρμανσης. Η αύξηση του επιδόματος κατά 30% δεν αρκεί όταν περίπου τέσσερα στα δέκα νοικοκυριά που θερμαίνονται με πετρέλαιο δεν πληρούν τα κριτήρια. Απαιτείται ουσιαστική διεύρυνση των δικαιούχων, ώστε να αξιοποιείται πλήρως ο διαθέσιμος προϋπολογισμός και να στηρίζονται περισσότερες οικογένειες. Παράλληλα, χρειάζεται σταδιακή και τεκμηριωμένη μείωση της φορολογίας στα καύσιμα, με συνεκτίμηση των ευρύτερων επιπτώσεων στην οικονομία, καθώς και ουσιαστική ενίσχυση της ενεργειακής αναβάθμισης των κτιρίων. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να ανακοινώνονται μεγαλύτερες επιδοτήσεις, αλλά να φτάνουν πραγματικά σε όσους τις χρειάζονται. Δεν αρκεί να επιδοτούμε κάθε χρόνο το υψηλό κόστος θέρμανσης. Πρέπει να μειώσουμε τους φόρους όπου είναι εφικτό, να διευρύνουμε την κοινωνική προστασία και κυρίως να περιορίσουμε μόνιμα την ενέργεια που χρειάζονται τα ελληνικά κτίρια. Αυτή είναι η βάση μιας αποτελεσματικής, κοινωνικά δίκαιης και αναπτυξιακής ενεργειακής πολιτικής.
*Του Μάνου Κρανίδη, Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ, MSc, CEO, Ενεργειακός Επιθεωρητής, Τεχνική εταιρεία -Διαχείριση ακινήτων «KRAMA PROPERTY», Γραμματέας Ενημέρωσης μέλος ΔΣ ΠΟΜΙΔΑ, Δημοτικός Σύμβουλος Χαλανδρίου