«Όταν η γεωγραφία μετατρέπεται σε γεωπολιτική ισχύ» – Ανάλυση του Κωνσταντίνου Μπαλωμένου

Ελλάδα, ΗΠΑ, Κάθετος Διάδρομος

Κατά την άφιξή του στην Υπουργική Σύνοδο που διοργανώθηκε στις 24 Φεβρουαρίου στην Ουάσιγκτον από τον Λευκό Οίκο και το National Energy Dominance Council με θέμα: «Transatlantic Gas Security Summit», ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας κ. Σταύρος Παπασταύρου έκανε μια δήλωση που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής.

Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

Ανάμεσα σε όσα ανέφερε για τον Κάθετο Διάδρομο, τη σημασία των ενεργειακών συνεργασιών στην ευρύτερη περιοχή και το ρόλο της Ελλάδας για την ενεργειακή ασφάλεια και αυτονομία της
Ευρώπης, επισήμανε ότι η Ελλάδα μετατρέπει τη γεωγραφία της σε γεωπολιτική δύναμη.

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια φράση που αποτυπώνει μια αλλαγή η οποία εξελίσσεται ήδη στον ευρύτερο χώρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και ταυτόχρονα, σκιαγραφεί την ενεργειακή στρατηγική που επιχειρεί να διαμορφώσει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.

Μια στρατηγική που συνδέεται άμεσα με τις στρατηγικές επιλογές της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη στον τομέα της ενέργειας, αλλά και με την προσπάθεια της χώρας να αναβαθμίσει τη θέση της στον ευρωπαϊκό και ευρύτερο περιφερειακό ενεργειακό χάρτη.

Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να επισημανθεί ότι για δεκαετίες, στην ελληνική δημόσια συζήτηση επαναλαμβανόταν σχεδόν ως αυτονόητο πως η γεωγραφική θέση της Ελλάδας αποτελεί συγκριτικό στρατηγικό πλεονέκτημα.

Τονιζόταν ότι η Ελλάδα βρίσκεται στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων και αποτελεί πύλη της Ευρώπης προς την Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή.

Ωστόσο, η γεωγραφία από μόνη της δεν είχε μεταφραστεί σε αντίστοιχη αύξηση εθνικής ισχύος.

Διότι η γεωγραφία αποκτά πραγματική στρατηγική σημασία μόνο όταν συνδέεται με κρίσιμες υποδομές, με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και σαφείς στρατηγικές επιλογές, με διεθνείς συνεργασίες και συμμαχίες, αλλά και με την ικανότητα μιας χώρας να αξιοποιεί την αξιοπιστία της ως παράγοντα σταθερότητας και να επηρεάζει τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, μετατρέποντας τελικά, τη θέση της σε γεωπολιτική επιρροή.

Υπό το πρίσμα αυτό, σήμερα που οι συνθήκες στο γεωπολιτικό περιβάλλον δείχνουν να μεταβάλλονται, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια η Ελλάδα επιχειρεί να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε παράγοντα πραγματικής γεωπολιτικής ισχύος, ενισχύοντας τον ρόλο και την επιρροή της στην ευρύτερη περιοχή.

Ειδικότερα, η ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία, σε συνδυασμό με την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) από τη Ρωσία τα προηγούμενα χρόνια, επιτάχυνε την επαναχάραξη των ενεργειακών διαδρομών της Ευρώπης.

Στο πλαίσιο αυτό, η απόφαση της Ε.Ε. για πλήρη απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο και η αναζήτηση νέων πηγών προμήθειας, εναλλακτικών οδών μεταφοράς και μεγαλύτερης ανθεκτικότητας απέναντι σε γεωπολιτικούς κινδύνους φέρνουν τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και ιδιαίτερα το χώρο των Βαλκανίων στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού ενεργειακού στρατηγικού σχεδιασμού.

Σε αυτή τη μεταβαλλόμενη πραγματικότητα αναδεικνύεται και η σημασία του λεγόμενου Κάθετου Διαδρόμου.

Δεν πρόκειται απλώς για έναν ενεργειακό αγωγό ή μια ακόμη διασύνδεση υποδομών, αλλά για τη διαμόρφωση ενός νέου γεωοικονομικού και ταυτόχρονα γεωπολιτικού διαδρόμου ο οποίος, όπως επισημαίνει η Αμερικανίδα Πρέσβης στην Ελλάδα κα. Κίμπερλι Γκίλφοϊλ θα εξασφαλίσει ότι καμία χώρα στην περιοχή δεν θα βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με το δίλημμα «ενέργεια ή ανεξαρτησία».

Μέσα σε αυτές τις κοσμογονικές εξελίξεις, η Ελλάδα αποκτά μια μοναδική ευκαιρία να αναδειχθεί σε πυλώνα ενεργειακής ασφάλειας και σταθερότητας για τη Δύση και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, αναλαμβάνοντας ρόλο κρίσιμου ενεργειακού διαμετακομιστικού κόμβου, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενεργειακής ανεξαρτησίας.

Η εξέλιξη αυτή δεν προέκυψε τυχαία. Τα τελευταία χρόνια υλοποιούνται μια σειρά έργων —υποδομές LNG, αγωγοί, ηλεκτρικές διασυνδέσεις και νέες μορφές ενεργειακής συνεργασίας— που αποτελούν μέρος της ενεργειακής στρατηγικής που έχει θέσει σε εφαρμογή η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, με στόχο την αναβάθμιση του ρόλου της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη και τη μετατροπή της χώρας σε κόμβο μεταφοράς και διανομής ενέργειας στην περιοχή.

Η εξέλιξη αυτή, έχει και μια βαθύτερη διάσταση που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής.

Στην ιστορία των διεθνών σχέσεων, η γεωγραφία δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως φυσικό υπόβαθρο, αλλά αποτελεί πραγματικό παράγοντα ισχύος.

Η γεωγραφική θέση ενός κράτους καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την ικανότητά του να υπερασπιστεί την εθνική του κυριαρχία, να προστατεύσει τα ζωτικά του εθνικά συμφέροντα, να οικοδομήσει στρατηγικές συμμαχίες, καθώς και να επηρεάσει και διαμορφώσει τις περιφερειακές ισορροπίες ισχύος.

Κλασικές γεωπολιτικές αναλύσεις, όπως του Halford Mackinder (The Geographical Pivot of History, 1904) και του Nicholas Spykman (America’s Strategy in World Politics, 1942) αναδεικνύουν τη σημασία της γεωγραφικής θέσης ενός κράτους στο διεθνές σύστημα και στον ευρύτερο γεωστρατηγικό χώρο όπου διαμορφώνονται οι διεθνείς ισορροπίες ισχύος.

Ειδικότερα, ο Mackinder υπογράμμισε ότι ο έλεγχος κρίσιμων γεωγραφικών περιοχών (HeartlandLand Power) μπορεί να επηρεάσει τη διεθνή ισορροπία ισχύος, ενώ ο Spykman τόνισε ιδιαίτερα τη στρατηγική σημασία των παράκτιων ζωνών και των θαλάσσιων διαδρόμων (RimlandCoastal Power) που συνδέουν διαφορετικές γεωπολιτικές περιφέρειες.

Σύμφωνα με τις εν λόγω προσεγγίσεις, η πρόσβαση σε θαλάσσιες οδούς, η γειτνίαση με ενεργειακούς πόρους ή στρατηγικά στενά και η εγγύτητα σε κρίσιμες περιφέρειες διαμορφώνουν τις επιλογές ενός κράτους για άσκηση ισχύος και συμμετοχή στη διαμόρφωση των διεθνών εξελίξεων.

Με άλλα λόγια, οι διάδρομοι -είτε θαλάσσιοι, είτε εμπορικοί, είτε ενεργειακοί- δεν είναι απλώς τεχνικές ή οικονομικές υποδομές. Αποτελούν στρατηγικούς συντελεστές ισχύος που μετατρέπουν τη γεωγραφική θέση σε πραγματική γεωπολιτική ισχύ.

Οι χώρες που ελέγχουν ή επηρεάζουν αυτούς τους διαδρόμους αποκτούν στρατηγικό πλεονέκτημα, ανεξαρτήτως μεγέθους ή οικονομικής ισχύος, καθώς βρίσκονται εκεί όπου συγκλίνουν τα συμφέροντα άλλων ισχυρών παικτών και κυρίως, των βασικών δρώντων του διεθνούς συστήματος.

Υπό αυτή την οπτική, η γεωγραφική θέση και ο ρόλος που καλείται να διαδραματίσει η Ελλάδα στην τρέχουσα συγκυρία, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.

Για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια, η θέση της χώρας δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως γεωγραφικό δεδομένο, αλλά ως παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει την ενεργειακή ασφάλεια μιας ολόκληρης περιοχής.

Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν περιορίζεται στην κάλυψη των δικών της αναγκών, αλλά λειτουργεί ως παράγοντας που ενισχύει τη σταθερότητα και την ενεργειακή επάρκεια της περιοχής.

Με άλλα λόγια, η γεωγραφική θέση της Ελλάδας λειτουργεί πλέον ως μέσο στρατηγικής επιρροής και διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στις γεωπολιτικές εξελίξεις, αυξάνοντας το γεωπολιτικό αποτύπωμα και την εθνική ισχύ της χώρας.

Η εξέλιξη αυτή δεν περιορίζεται μόνο στον ενεργειακό τομέα. Αφορά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα αξιοποιεί τη γεωγραφική της θέση στο ευρύτερο γεωστρατηγικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου.

Τα τελευταία χρόνια, η χώρα αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο σε κρίσιμο σημείο στήριξης των δυτικών δομών ασφάλειας και συνεργασίας σε μια περιοχή που χαρακτηρίζεται από έντονη αστάθεια και ανταγωνισμό ισχύος.

Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία αποκτά ο ρόλος της βάσης της Σούδας στην Κρήτη, ιδίως τώρα που η αντιπαράθεση ΗΠΑ – Ιράν κλιμακώνεται και η στρατηγική αξιοποίηση κρίσιμων
υποδομών καθίσταται κρίσιμο στοιχείο για τη σταθερότητα της περιοχής.

Η παρουσία και η αυξανόμενη αξιοποίηση της βάσης από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ αποτυπώνουν με σαφή τρόπο την αξία που έχει για τους συμμάχους η γεωγραφική θέση της Ελλάδας στο
σταυροδρόμι Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής.

Η Σούδα λειτουργεί πλέον ως ένας από τους βασικούς κόμβους στρατηγικής υποστήριξης στη Νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας, ενισχύοντας τη σημασία της χώρας στο συνολικό σύστημα ασφάλειας της Δύσης.

Η επιλογή της Ελλάδας να ενισχύσει τη στρατηγική της συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και να διευκολύνει την παρουσία και τη δραστηριότητά τους σε κρίσιμες υποδομές, όπως η Σούδα, δεν αποτελεί μια συγκυριακή εξέλιξη.

Αντίθετα, εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική κατεύθυνση που ακολουθεί η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, με στόχο την ενίσχυση του διεθνούς ρόλου της Ελλάδας και τη βαθύτερη ενσωμάτωσή της στα δίκτυα ασφάλειας και συνεργασίας της Δύσης.

Με τον τρόπο αυτό, η χώρα δεν εμφανίζεται πλέον απλώς ως ένας γεωγραφικός χώρος διέλευσης ή ως μια περιφερειακή δύναμη περιορισμένης επιρροής.

Αντίθετα, μετατρέπεται σταδιακά σε παράγοντα σταθερότητας, σε κρίσιμο σημείο στήριξης συμμαχικών σχεδιασμών και σε κράτος που μπορεί να επηρεάζει τις ισορροπίες σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη γεωπολιτική ζώνη.

Αυτό είναι, ουσιαστικά, το σημείο στο οποίο η γεωγραφία αρχίζει να μεταφράζεται σε πραγματική ισχύ.

Όταν μια χώρα δεν περιορίζεται απλώς σε διαπιστώσεις γύρω από τη σπουδαιότητα της γεωγραφικής της θέσης, αλλά αξιοποιεί τη θέση της για να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση των εξελίξεων γύρω της.

Και σε αυτή τη συγκυρία, η Ελλάδα φαίνεται να ακολουθεί ακριβώς αυτή την κατεύθυνση.

Η ενέργεια, οι υποδομές, οι διεθνείς συνεργασίες και η στρατηγική σημασία κρίσιμων γεωγραφικών σημείων όπως η Σούδα συγκροτούν σταδιακά ένα νέο πλαίσιο μέσα στο οποίο η χώρα επιχειρεί να ενισχύσει την παρουσία και την επιρροή της στον ευρύτερο γεωπολιτικό χάρτη.

Υπό αυτή την έννοια, η φράση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας κ. Σταύρου Παπασταύρου, ότι η Ελλάδα μετατρέπει τη γεωγραφία της σε γεωπολιτική ισχύ δεν αποτελεί απλώς μια πολιτική διατύπωση.

Αντανακλά μια ευρύτερη στρατηγική που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη και η οποία, τα επόμενα χρόνια, ενδέχεται να καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τη θέση της χώρας στον νέο ενεργειακό και γεωπολιτικό χάρτη που διαμορφώνεται.

Γιατί τελικά, στην εποχή των νέων ενεργειακών διαδρομών, των μεταβαλλόμενων συμμαχιών και της αυξημένης γεωπολιτικής ρευστότητας, οι χώρες που καταφέρνουν να αξιοποιήσουν συνειδητά τη θέση τους στο διεθνές και περιφερειακό γίγνεσθαι είναι εκείνες που αποκτούν λόγο και ρόλο στις διεθνείς και περιφερειακές εξελίξεις.

Και όλα δείχνουν ότι η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον ανάμεσα στις χώρες που διαμορφώνουν και καθορίζουν τις διεθνείς και περιφερειακές εξελίξεις.