Η Τουρκία δεν κινείται αποσπασματικά. Κινείται στρατηγικά μέσα από τις διεθνείς συγκυρίες και κυρίως μέσα από περιόδους γεωπολιτικής αστάθειας. Η παρατεταμένη σύγκρουση στην Ουκρανία, η κρίση στη Μέση Ανατολή, οι επιθέσεις στην Ερυθρά Θάλασσα, η κόπωση της Δύσης και οι εσωτερικές διαφωνίες εντός ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκής Ένωσης δημιουργούν για την Άγκυρα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών ευκαιριών.
Η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι όταν μεγάλες δυνάμεις απορροφώνται από πολλαπλά μέτωπα, τότε μειώνεται η δυνατότητα άμεσης αντίδρασης σε περιφερειακές αναθεωρητικές κινήσεις. Και αυτό ακριβώς επιχειρεί να εκμεταλλευτεί. Δεν επιδιώκει απαραίτητα άμεση στρατιωτική σύγκρουση. Επιδιώκει σταδιακή δημιουργία νέων δεδομένων χαμηλής έντασης που με τον χρόνο αποκτούν πολιτική και γεωπολιτική βαρύτητα.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» αποτελεί πλέον κάτι περισσότερο από θεωρητικό δόγμα. Η Άγκυρα επιχειρεί να τη μετατρέψει σε πλαίσιο θεσμικής και επιχειρησιακής δράσης. Το επικείμενο τουρκικό νομοσχέδιο για τις θαλάσσιες ζώνες στοχεύει ακριβώς εκεί: στη δημιουργία εσωτερικής νομικής βάσης που θα χρησιμοποιείται πολιτικά και επικοινωνιακά σε κάθε μελλοντική κρίση.
Παράλληλα, η Τουρκία επενδύει συστηματικά στη μάχη της αφήγησης. Όροι όπως “claims”, “disputed waters”, “deconfliction” και “security balancing” εμφανίζονται όλο και περισσότερο σε διεθνή άρθρα και αναλύσεις. Στόχος είναι να δημιουργηθεί η εικόνα ότι το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος αποτελούν «αμφισβητούμενο χώρο» και όχι περιοχή όπου ισχύει ξεκάθαρα το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.
Η Άγκυρα θέλει να καταστεί αναγκαίος πυλώνας της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τη Μέση Ανατολή. Θέλει να εμφανίζεται ως αναπόφευκτος γεωπολιτικός διαμεσολαβητής για ενέργεια, μεταφορές, μεταναστευτικές ροές και περιφερειακή ασφάλεια.
Αυτό δημιουργεί συγκεκριμένα και πρακτικά σενάρια.
Πρώτο σενάριο: αποστολή νέου ερευνητικού ή γεωτρύπανου νότια της Κρήτης ή εντός της κυπριακής ΑΟΖ, συνοδευόμενου από NAVTEX και ισχυρή ναυτική παρουσία. Στόχος δεν θα είναι απαραίτητα η γεώτρηση αλλά η δημιουργία πολιτικής πίεσης και εικόνας «διαφιλονικούμενης περιοχής».
Δεύτερο σενάριο: προσπάθεια παρεμπόδισης της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ ή υποθαλάσσιων καλωδίων δεδομένων. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι όποιος ελέγχει τις ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές της Ανατολικής Μεσογείου αποκτά στρατηγικό πλεονέκτημα δεκαετιών.
Τρίτο σενάριο: αύξηση υβριδικών επιχειρήσεων μέσω social media influence operations, στοχευμένων πληροφοριακών εκστρατειών και εργαλειοποίησης μεταναστευτικών ροών, με σκοπό τη δημιουργία εσωτερικής πίεσης και πολιτικής φθοράς σε Ελλάδα και Κύπρο.
Τέταρτο σενάριο: νέα τουρκική προσπάθεια να ενταχθεί σε ευρωπαϊκές ή νατοϊκές συζητήσεις περί “regional security architecture”, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως αναγκαίο πυλώνα σταθερότητας ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί η ίδια την αστάθεια.
Απέναντι σε αυτά, η Ελλάδα και η Κύπρος δεν μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν μόνο αντιδραστικά.
Πρώτον, απαιτείται άμεση δημιουργία κοινού μηχανισμού στρατηγικής επικοινωνίας και ταχείας αντίδρασης. Κάθε διεθνής αναφορά περί “disputed waters” πρέπει να απαντάται μέσα σε ώρες με νομική και πολιτική τεκμηρίωση.
Δεύτερον, τα έργα ηλεκτρικής και ψηφιακής διασύνδεσης πρέπει να χαρακτηριστούν άμεσα ευρωπαϊκές υποδομές στρατηγικής ασφάλειας με συμμετοχή ευρωπαϊκών και συμμαχικών φορέων.
Τρίτον, απαιτείται ενίσχυση φυσικής παρουσίας στα νησιά και στις κρίσιμες θαλάσσιες περιοχές με drones, ναυτική επιτήρηση, λιμενικές υποδομές και επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Τέταρτον, Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να προχωρήσουν προληπτικά σε νέες στρατηγικές συνεργασίες με Ισραήλ, Αίγυπτο και Γαλλία πριν δημιουργηθούν νέα τετελεσμένα.
Η αποτροπή σήμερα δεν είναι μόνο στρατιωτική. Είναι πολιτική, τεχνολογική, επικοινωνιακή και γεωοικονομική. Και όποιος αντιληφθεί πρώτος τη νέα μορφή ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο θα καθορίσει και την επόμενη ισορροπία στην περιοχή.
