Λίγα λεπτά μετά την απόπειρα δολοφονίας του Ντόναλντ Τραμπ, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατακλύστηκαν από θεωρίες συνωμοσίες που συνδέουν το «βαθύ κράτος» των ΗΠΑ, τον Τζο Μπάιντεν αλλά και τους Ρεπουμπλικανούς με το γεγονός. Έτσι, όσο κάποιοι έψαχναν την αλήθεια, κάποιοι θόλωναν τα ήδη ταραγμένα νερά της πολιτικής σκηνής της χώρας.
Όταν τα ξημερώματα της Κυριακής 14 Ιουλίου κυκλοφόρησε η είδηση για την απόπειρα δολοφονίας του Ντόναλντ Τραμπ στην Πενσιλβάνια, αυτόματα σύσσωμη η παγκόσμια κοινή γνώμη έστρεψε το βλέμμα της στο πρώην Πρόεδρο των ΗΠΑ, ο οποίος όταν απομακρυνόταν σώος -και ελαφρά τραυματισμένος- από το σημείο με υψωμένη τη γροθιά του έδινε άθελά του το έναυσμα για τη διάδοση θεωριών συνωμοσίας και παραφιλολογίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Αναμενόμενο βέβαια, κατά κάποιον τρόπο, αφού τόσο κατά τη διάρκεια της θητείας του ως Πρόεδρος όσο και στις προεκλογικές του εκστρατείες, οι αμφιλεγόμενες απόψεις αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτικού του λόγου και ενίσχυαν την πίστη της εκλογικής βάσης του στο πρόσωπό του.
Η συνωμοσία του «βαθέους κράτους» και ο Έλον Μασκ
Οι θεωρίες που πήραν διαστάσεις viral, κυμαίνονταν από το ότι το περιστατικό ήταν μια «συνωμοσία του βαθέος κράτους» που ενορχηστρώθηκε από τον πρόεδρο Τζο Μπάιντεν μέχρι ότι η απόπειρα ήταν σκηνοθετημένη από τους Ρεπουμπλικανούς για να βοηθήσει την εκλογική δυναμική του Τραμπ. Οι θεωρίες αυτές, όπως αναφέρει το WIRED, προωθήθηκαν όχι μόνο από συνωμοσιολόγους των social media αλλά και από εκλεγμένους αξιωματούχους, όπως οι αντιπρόσωποι Γκρεγκ Στούμπε και Μάικ Κόλινς, οι οποίοι πρότειναν ότι ο Μπάιντεν βρισκόταν πίσω από την επίθεση. Ο Σον Ντέιβις, ιδρυτής της ακροδεξιάς ιστοσελίδας The Federalist, και άλλοι επανέλαβαν αυτές τις απόψεις, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για συνωμοσία των Δημοκρατικών εναντίον του Τραμπ.
Εντός ολίγων λεπτών, το κύμα παραπληροφόρησης κατέκλυσε το X (πρώην Twitter). Ο Έλον Μασκ, ιδιοκτήτης της πλατφόρμας, ο οποίος εξέφρασε την υποστήριξή του στον Τραμπ, ενίσχυσε τις συνωμοσίες που υποδηλώνουν ότι η επίθεση επιτράπηκε σκόπιμα να συμβεί.
I fully endorse President Trump and hope for his rapid recovery pic.twitter.com/ZdxkF63EqF
— Elon Musk (@elonmusk) July 13, 2024
Οι χρήστες του X που ισχυρίστηκαν ότι έκαναν την απόπειρα
Οι λέξεις-κλειδιά «σκηνοθετημένο» (staged) και «ψευδής σημαία» (false flag) κυριάρχησαν στα trending της πλατφόρμας, με πολλούς χρήστες να υποστηρίζουν ότι η ομάδα του Τραμπ ενορχήστρωσε το γεγονός.
Παρά το γεγονός ότι το FBI ταυτοποίησε τον δράστη ως Τόμας Μάθιου Κρουκς, τα fake news συνέχιζαν να διαδίδονται αναγνωρίζοντας ψευδώς άλλα άτομα ως δράστες. Ορισμένοι χρήστες ισχυρίστηκαν ότι οι ίδιοι αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν τον Ντόναλντ Τραμπ, θολώνοντας ακόμη περισσότερο το τοπίο γύρω από το γεγονός.
Για παράδειγμα, όπως αναφέρει το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, το βίντεο με έναν άνδρα να βιντεοσκοπεί τον εαυτό του μέσα στο αυτοκίνητό του και να αφήνει να εννοηθεί ότι ήταν ο δολοφόνος κυκλοφόρησε ευρέως, αν και πολλά αμερικανικά μέσα το θεώρησαν μια φάρσα.
Η θεωρία συνωμοσίας της QAnon και η «υπερβολικά άψογη» φωτογραφία
Προσωπικότητες με αρκετούς ακόλουθους, όπως ο συνωμοσιολόγος Άλεξ Τζόουνς και ο γερουσιαστής Τζέιμς Ντέιβιντ Βανς, συνέβαλαν στην αφήγηση του στημένου περιστατικού, υποστηρίζοντας διάφορες συνωμοσίες και κατηγορώντας τη γενικότερη ρητορική της προεκλογικής εκστρατείας των υποψήφιων Προέδρων για την υποκίνηση της επίθεσης.
Σε αντίθεση με προηγούμενα παρόμοια περιστατικά, όπως η δολοφονία του JFK στις 22 Νοεμβρίου του 1963, η απόπειρα δολοφονίας του Ντόλαντ Τραμπ έγινε σε ζωντανή μετάδοση και αυτό οδήγησε στην ανεξέλεγκτη διακίνηση παραπληροφόρησης, ενώ οι λογικοί προβληματισμοί που προέκυψαν σχετικά με το κενό ασφαλείας κατά την ομιλία του πήραν διαστάσεις εικασιών.
Ορισμένοι χρήστες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ισχυρίστηκαν ότι η φωτογραφία του πρώην Προέδρου με τη σηκωμένη γροθιά και τα αίματα στο πρόσωπο ήταν υπερβολικά άψογη και υπέθεσαν ότι η απόπειρα ήταν σκηνοθετημένη για γίνει πιο συμπαθής ο Τραμπ. Αυτή η θεωρία, όπως αναφέρει το BBC, διαδόθηκε από διάφορους σχολιαστές και χρήστες που τάσσονται ιδεολογικά κατά του Τραμπ, οι οποίοι αμφισβήτησαν την αυθεντικότητα του περιστατικού παρά την έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων για όσα υποστήριζαν.
Οι συνωμοσίες επεκτάθηκαν γρήγορα και σε κατηγορίες που αφορούσαν προσωπικότητες υψηλού προφίλ, που συνδέονται με το «βαθέος κράτος» των ΗΠΑ. Ορισμένες αναρτήσεις αναφέρονταν στη θεωρία του Βινς Φούσκα της QAnon, μια ακροδεξιά αμερικανική θεωρία συνωμοσίας και πολιτικό κίνημα, υποδηλώνοντας ότι ο Τραμπ ήταν στόχος ενός κρυφού συνασπισμού υπηρεσιών ασφαλείας και πληροφοριών, του οποίου φέρονται να ηγούνται προσωπικότητες όπως ο Μπαράκ Ομπάμα και η Χίλαρι Κλίντον. Αυτοί οι ισχυρισμοί έφτασαν σε εκατομμύρια προβολές στο Χ. Παρά την αναμενόμενη διάψευσή τους, οι αναρτήσεις αυτές έγιναν viral, αναδεικνύοντας τη διάχυτη φύση των θεωριών συνωμοσίας στον σύγχρονο πολιτικό λόγο.
«Βλέπουμε σημάδια αυξημένης συνωμοσιολογίας και στα δύο αμερικανικά πολιτικά στρατόπεδα», αναφέρει ο Ιμράν Αχμέντ, διευθυντής του Κέντρου για την Καταπολέμηση του Μίσους στο Διαδίκτυο, σε συνέντευξη στην Washington Post. «Οι θεωρίες συνωμοσίας παρέχουν μια απλή ιστορία για να δώσουν σε όλους έναν λόγο να μην αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα».