New York Times: Το πρώτο έτος της προεδρίας Τραμπ θα μπορούσε να έχει μακροχρόνιες οικονομικές συνέπειες – Αργούν να φανούν, αλλά σαρώνουν

Σύνοψη από το

  • Ο πρώτος χρόνος της προεδρίας Τραμπ ολοκληρώνεται με μια οικονομία που, με βάση τα περισσότερα συμβατικά μέτρα, μοιάζει πολύ με εκείνη που παρέλαβε, με χαμηλή ανεργία και ισχυρή καταναλωτική δαπάνη. Οι δασμοί του δεν πυροδότησαν την αναγέννηση της μεταποίησης, ούτε προκάλεσαν την έξαρση του πληθωρισμού που φοβούνταν πολλοί αναλυτές.
  • Παρά την εικόνα σταθερότητας, οι ενέργειες του Τραμπ συνιστούν ολομέτωπη επίθεση σε θεσμούς και παραδείγματα πολιτικής που θεωρούνται θεμέλια της αμερικανικής οικονομικής ισχύος. Οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι αυτές οι πολιτικές θα αφήσουν την οικονομία λιγότερο δυναμική και τους Αμερικανούς λιγότερο ευημερούντες μακροπρόθεσμα.
  • Πολιτικά σημαντική είναι η αποτυχία του Τραμπ να αντιμετωπίσει τη διάχυτη οικονομική δυσαρέσκεια, με τους ψηφοφόρους να ανησυχούν για τον πληθωρισμό και πλέον και για την αγορά εργασίας, καθώς η εύρεση νέας δουλειάς έχει γίνει πιο δύσκολη.
Το AI widget του enikos.gr δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του AI Launchpad των FT, το οποίο υποστηρίζεται από το GNI.
Το κείμενο της σύνοψης ελέγχεται από έμπειρους δημοσιογράφους.

Παρά το χάος που μεσολάβησε, ο πρώτος χρόνος του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο ολοκληρώνεται με μια οικονομία που, με βάση τα περισσότερα συμβατικά μέτρα, μοιάζει πολύ με εκείνη που παρέλαβε. Η ανεργία είναι χαμηλή, η καταναλωτική δαπάνη ισχυρή και ο πληθωρισμός παραμένει επίμονα υψηλός, αλλά βελτιώνεται σταδιακά, σημειώνουν οι New York Times.

Οι δασμοί, η χαρακτηριστική οικονομική πολιτική του κ. Τραμπ, δεν πυροδότησαν την αναγέννηση της μεταποίησης που είχε υποσχεθεί, αλλά ούτε προκάλεσαν την έξαρση του πληθωρισμού που φοβούνταν πολλοί αναλυτές. Το χρηματιστήριο κινήθηκε με σκαμπανεβάσματα προς μια σταθερή, αν και όχι εντυπωσιακή, άνοδο της τάξης του 16%. Οι αναλυτές που ξεκίνησαν το 2025 προειδοποιώντας για τους κινδύνους της αβεβαιότητας, το έκλεισαν σχολιάζοντας την απροσδόκητη ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας.

Ωστόσο, θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ότι οι ενέργειες του Τραμπ άφησαν την οικονομία αλώβητη.

Ολομέτωπη επίθεση

Σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι στα πρώτα τέσσερα χρόνια του στην εξουσία, ο Τραμπ ξεκίνησε τη δεύτερη θητεία του με κάτι που ισοδυναμεί με ολομέτωπη επίθεση σε πολλούς θεσμούς και σε παραδείγματα πολιτικής που επί μακρόν θεωρούνταν, από ηγέτες και των δύο μεγάλων κομμάτων, τα θεμέλια της αμερικανικής οικονομικής ισχύος.

Επιδίωξε να υπονομεύσει την ανεξαρτησία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Federal Reserve), απέλυσε τον επικεφαλής της Στατιστικής Υπηρεσίας Εργασίας (Bureau of Labor Statistics), του φορέα που συλλέγει κρίσιμα οικονομικά δεδομένα, και έκοψε τη χρηματοδότηση προς τα πανεπιστήμια που διεξάγουν μεγάλο μέρος της αιχμής της επιστημονικής έρευνας της χώρας.

Παρενέβη σε ιδιωτικές επιχειρηματικές συμφωνίες, απέκτησε συμμετοχές σε ιδιωτικές εταιρείες και απείλησε στελέχη επιχειρήσεων που δεν υιοθετούν επαρκώς τις πολιτικές του προτεραιότητες. Περιόρισε δραστικά τη μετανάστευση, αμφισβήτησε την αξία των συμμαχιών της Αμερικής και επέβαλε τιμωρητικούς δασμούς τόσο σε φίλους όσο και σε αντιπάλους.

Πολλές από αυτές τις ενέργειες αμφισβητούνται στα δικαστήρια και μελλοντικοί πρόεδροι θα μπορούσαν να ανατρέψουν την πορεία σε τουλάχιστον ορισμένες από τις πολιτικές της σημερινής κυβέρνησης. Όμως οικονομολόγοι από όλο το ιδεολογικό φάσμα προειδοποιούν ότι ο κ. Τραμπ θέτει τη χώρα σε μια τροχιά που, μακροπρόθεσμα, θα αφήσει την οικονομία λιγότερο δυναμική, το χρηματοπιστωτικό σύστημα λιγότερο σταθερό και τους Αμερικανούς λιγότερο ευημερούντες τις επόμενες δεκαετίες.

Ο Βανς Γκιν, που υπηρέτησε ως επικεφαλής οικονομολόγος στο Γραφείο Διαχείρισης και Προϋπολογισμού (Office of Management and Budget) κατά την πρώτη θητεία του κ. Τραμπ, επαίνεσε τις προσπάθειες της κυβέρνησης να καταργήσει κανονισμούς και να μειώσει τους εταιρικούς φόρους. Όμως είπε ότι τα οφέλη αυτών των κινήσεων υπερκαλύπτονται από το κόστος των πολιτικών της στο εμπόριο και τη μετανάστευση, από την αποτυχία να περιοριστεί το ομοσπονδιακό έλλειμμα και από τις παρεμβάσεις στον ιδιωτικό τομέα.

«Συνολικά, οι πολιτικές ήταν αρνητικές για την οικονομία», είπε ο Γκιν.

Οι επιπτώσεις, ωστόσο, είναι πιθανό να είναι διακριτικές, να εμφανιστούν ως μια σταθερή στάγδην επιβράδυνση της ανάπτυξης και υψηλότερα επιτόκια που δύσκολα διακρίνονται τη στιγμή που συμβαίνουν. Μια πιο οξεία κρίση, αν έρθει ποτέ, μπορεί να εμφανιστεί χρόνια ή και δεκαετίες αργότερα, πολύ αργά ώστε οι ψηφοφόροι να μπορέσουν να καταλογίσουν ευθύνες στον κ. Τραμπ ή στην κυβέρνησή του.

Ανήσυχοι ψηφοφόροι

Πιο πολιτικά σημαντική, βραχυπρόθεσμα, μπορεί να είναι η μέχρι στιγμής αποτυχία του Τραμπ να αντιμετωπίσει τη διάχυτη οικονομική δυσαρέσκεια που τον βοήθησε εξαρχής να κερδίσει τις εκλογές του 2024. Ο  Τραμπ έθεσε υποψηφιότητα με την υπόσχεση να «τερματίσει τον πληθωρισμό» και ακόμη και να μειώσει τις τιμές — κάτι που οι οικονομολόγοι τότε απέρριψαν ως φαντασίωση, αλλά που βρήκε απήχηση σε ψηφοφόρους κουρασμένους από χρόνια μεγάλων αυξήσεων τιμών.

Μόλις επέστρεψε στην εξουσία, ωστόσο, ο  Τραμπ μίλησε ελάχιστα για χρόνιες πιέσεις στο κόστος ζωής, όπως η στέγαση και η παιδική φροντίδα, και αντιτάχθηκε στην παράταση επιδοτήσεων που έκαναν την υγειονομική ασφάλιση φθηνότερη. Αντ’ αυτού, εστίασε στην επιβολή δασμών, μια πολιτική για την οποία οι οικονομολόγοι προειδοποίησαν ότι θα οδηγούσε σε υψηλότερες τιμές.

Και πρόσφατα οι Αμερικανοί ανέδειξαν μια νέα ανησυχία: την αγορά εργασίας. Η ανεργία έχει αυξηθεί μόνο μετρίως τον τελευταίο χρόνο, αλλά οι προσλήψεις έχουν επιβραδυνθεί σημαντικά και οι Αμερικανοί ανησυχούν ολοένα και περισσότερο για την ικανότητά τους να βρουν νέα δουλειά αν χάσουν την τρέχουσα. Αυτό τροφοδότησε ανησυχίες καθώς οι Αμερικανοί, ακόμη απογοητευμένοι από τις υψηλές τιμές, φοβούνται πλέον και την απώλεια εισοδήματος.

Κατά το μεγαλύτερο μέρος του 2025, πάνω από το ήμισυ των ατόμων που απάντησαν στη μακροχρόνια έρευνα της Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν για το κλίμα της οικονομίας ανέφεραν αυθόρμητα τους δασμούς vw pr;oblhma, με τους περισσότερους από αυτούς να δηλώνουν ότι αναμένουν αύξηση των τιμών ως αποτέλεσμα.

Επίσης «βλέπουν νέους ανθρώπους γύρω τους να δυσκολεύονται να βρουν δουλειά», είπε η Τζοάν Χσου, που διευθύνει την έρευνα του Μίσιγκαν. «Βλέπουν πόσος χρόνος χρειάζεται σε όσους είναι άνεργοι και αναζητούν εργασία για να βρουν μια θέση. Έτσι, παρότι δεν έχουμε μαζικές απολύσεις, είναι ξεκάθαρο ότι σήμερα είναι πιο δύσκολο να βρεις δουλειά απ’ ό,τι πριν από λίγα χρόνια».

Μακροπρόθεσμες προκλήσεις

Οι υπερασπιστές του Τραμπ υποστηρίζουν ότι θα χρειαστεί χρόνος για να αποδώσουν οι πολιτικές του. Οι εταιρείες θα πρέπει να προσαρμόσουν τις στρατηγικές τους σε έναν κόσμο με υψηλότερους δασμούς και λιγότερους μετανάστες εργαζομένους και στη συνέχεια να χτίσουν εργοστάσια και να αγοράσουν εξοπλισμό για να υλοποιήσουν αυτά τα νέα σχέδια, υποστήριξε ο Όρεν Κας, μακροχρόνιος επικριτής του ελεύθερου εμπορίου και επικεφαλής του American Compass, ενός λαϊκιστικού think tank.

Λίγοι οικονομολόγοι συμμερίζονται την αισιοδοξία του Κας για τις εμπορικές πολιτικές του Τραμπ. Όμως, παρότι οι δασμοί κυριάρχησαν στη συζήτηση το 2025, πολλοί οικονομολόγοι λένε ότι απέχουν πολύ από το να είναι οι πιο επιζήμιες πολιτικές που έχει υιοθετήσει.

Ανησυχούν πολύ περισσότερο για τις προσπάθειες του Τραμπ να υπονομεύσει την ανεξαρτησία της Fed, οι οποίες, αν επιτύχουν, θα μπορούσαν να καταστήσουν δυσκολότερο για την κεντρική τράπεζα να συγκρατήσει τον πληθωρισμό — ή, σε ένα δυνητικά ακόμη πιο επιζήμιο σενάριο, να οδηγήσουν τους επενδυτές στο να χάσουν την εμπιστοσύνη τους στην αξία των κρατικών ομολόγων ή του δολαρίου.

Ανησυχούν για τα τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα — ένα πρόβλημα που προϋπήρχε του Τραμπ, αλλά επιδεινώθηκε από το νομοσχέδιο για φόρους και δαπάνες που υπέγραψε πέρυσι. Κι αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει μια δημοσιονομική κρίση στο μέλλον.

Ανησυχούν ότι, αποχρηματοδοτώντας τα πανεπιστήμια και ανακαλώντας φοιτητικές βίζες, η κυβέρνηση Τραμπ θα καταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες λιγότερο ελκυστικό τόπο για επιστημονική έρευνα — στερώντας τη χώρα από ένα πλεονέκτημα που έχει τροφοδοτήσει την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία της ανάπτυξής της από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Και ανησυχούν ότι, χρησιμοποιώντας τις εξουσίες του για να επιτίθεται στους εχθρούς του και να ανταμείβει τους φίλους του, ο Τραμπ θα διαβρώσει το σύστημα κανόνων και νόμων που επί δεκαετίες καθιστά τις Ηνωμένες Πολιτείες το ασφαλέστερο μέρος για τους επενδυτές να τοποθετούν τα χρήματά τους και για τους επιχειρηματίες να χτίζουν τις επιχειρήσεις τους.

Καμία από αυτές τις ανησυχίες δεν είναι πιθανό να οδηγήσει σε ύφεση το 2026. Πράγματι, οι περισσότεροι  αναλυτές αναμένουν ότι η ανάπτυξη θα επιταχυνθεί φέτος. Και η αμερικανική οικονομία εξακολουθεί να διαθέτει πληθώρα πλεονεκτημάτων — συμπεριλαμβανομένης της απουσίας μιας προφανούς διεθνούς εναλλακτικής — τα οποία δεν θα εξαφανιστούν από τη μια μέρα στην άλλη.

Μοιράσου το:

σχολίασε κι εσύ

ENIKOS NETWORK