Το επισφαλές στοίχημα της δυτικοποίησης του Ιράν, το έωλο αφήγημα περί Κίνας και η γεωστρατηγική του διαίρει και βασίλευε των ΗΠΑ

Δρ Κωνσταντίνος Γρίβας
Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι Καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Στρατιωτικών Τεχνολογιών και Διευθυντής του Τομέα Θεωρίας και Ανάλυσης Πολέμου στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αν εξετάσουμε τα κυρίαρχα αφηγήματα όσων αφορά τις στοχεύσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, όσον αφορά την επίθεση στο Ιράν, θα δούμε ότι υπάρχουν σοβαρά κενά στη λογική τους.
Ένα εξ αυτών των αφηγημάτων είναι ότι η επίθεση στο Ιράν στοχεύει την Κίνα και ειδικά τη δυνατότητα της Κίνας να προμηθεύεται φθηνό ιρανικό πετρέλαιο. Καταρχάς, αν πράγματι ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε ο καλύτερος τρόπος για να στερηθεί η Κίνα την ικανότητά της να προμηθεύεται ιρανικό πετρέλαιο με προνομιακούς όρους θα ήταν να αρθούν οι κυρώσεις στο Ιράν έτσι ώστε αυτό να μπορεί να το εμπορεύεται διεθνώς με όρους διεθνούς αγοράς και όχι σε περιβάλλον ολιγοψωνίου, με την Κίνα να είναι συντριπτικά κυρίαρχος αγοραστής.

Βέβαια, εδώ κάποιος μπορεί να πει ότι δεν είναι μόνον αυτός ο λόγος αλλά και το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Όμως, σε αυτήν την περίπτωση θα μπορούσε να εξεταστεί η δυνατότητα μια παγκόσμιας συσπείρωσης Δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων της Κίνας και της Ρωσίας, που θα ασκούσαν πιέσεις στο Ιράν έτσι ώστε να μην αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Εδώ βέβαια κάποιος μπορεί να χλευάσει λέγοντας ότι αυτές είναι σύμμαχοι του Ιράν και θέλουν να το στηρίξουν. Όμως, δεν είναι έτσι. Αυτή είναι μια εξαιρετικά απλοϊκή και μονολιθική ερμηνεία, η οποία αγνοεί την πολυπλοκότητα των διεθνών σχέσεων και το αξίωμα ότι στις σχέσεις μεταξύ των κρατών επικρατούν σχεδόν πάντοτε μείγματα συνεργειών και ανταγωνισμού και όχι απόλυτης ταύτισης ή εχθρότητας.

Εν προκειμένω, τόσο η Κίνα όσο κυρίως η Ρωσία μαζί με τις ΗΠΑ, αποτελούν την κορυφή του παγκόσμιου πυρηνικού ολιγοπωλίου και σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελαν να δουν την προνομιακή τους θέση να χάνεται δια ενός πληθωριστικού παγκόσμιου πυρηνικού συστήματος, το οποίο μπορεί να προκαλούσε η απόκτηση πυρηνικής ικανότητας από το Ιράν. Ένα πυρηνικό Ιράν είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα προκαλούσε ένα κύμα πυρηνικοποίησης στον πλανήτη. Η πρώτη χώρα που μάλλον θα ακολουθούσε είναι η Σαουδική Αραβία, η οποία ήδη έχει έτοιμους, εδώ και δεκαετίες, βαλλιστικούς πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς από την Κίνα και υπάρχουν φήμες ότι έχει ειδική συμφωνία με το Πακιστάν ώστε να αποκτήσει σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα πυρηνικές κεφαλές τις οποίες θα τοποθετήσει στους πυραύλους αυτούς. Θα ακολουθούσε σχεδόν σίγουρα η Τουρκία και πιθανώς και η Αίγυπτος.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι αυτή η εξέλιξη είναι πολύ πιθανόν ότι θα ενεργοποιούσε τη διαδικασία πυρηνικοποίησης της Ιαπωνίας (κάτι που η νέα πρωθυπουργός Τακαίτσι φαίνεται ότι εξετάζει), καθώς και της Νοτίου Κορέας. Οι δύο αυτές χώρες αναφέρονται στη διεθνή βιβλιογραφία ως virtual nuclear powers ή stand by nuclear powers. Δηλαδή, έχουν όλες τις δυνατότητες να αποκτήσουν πολύ γρήγορα μεγάλους αριθμούς από εξελιγμένα πυρηνικά όπλα καθώς και των μέσων μεταφορών τους (delivery vehicles) σε μεγάλες αποστάσεις. Είναι σαφές ότι η εξέλιξη αυτή σαφώς στρέφεται ενάντια στα μακρόπνοα κινεζικά συμφέροντα. Αλλά και η Ρωσία, δεδομένου ότι διατηρεί status υπερδύναμης κυρίως χάρη στο πυρηνικό της οπλοστάσιο, με κανέναν τρόπο δεν θα ήθελε να βρεθεί σε ένα πληθωριστικό διεθνές πυρηνικό σύστημα. Άρα, ούτε η Κίνα ούτε η Ρωσία δεν θα ήθελαν ένα πυρηνικό Ιράν. Άρα, εύκολα θα συμμετείχαν σε έναν άτυπο συνασπισμό ώστε να πείσουν το Ιράν δια ανταλλαγμάτων και απειλών να μην προχωρήσει και να εξασφαλίσουν ότι δεν θα προχωρήσει στο πυρηνικό του πρόγραμμα.

Όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε. Δεν φαίνεται καν ότι επιχειρήθηκε να γίνει από τις ΗΠΑ. Ακόμη και αν οι άλλες χώρες τελικά δεν δέχονταν, οι ΗΠΑ θα είχαν ένα ισχυρό επικοινωνιακό ατού στα χέρια τους, θα εξέθεταν τη Ρωσία και την Κίνα ως αποσταθεροποιητικές δυνάμεις, θα εμφανίζονταν ως πρόμαχοι της ειρήνης και θα εξασφάλιζαν και πολύ περισσότερη συναίνεση για συντριπτική δράση εναντίον του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Παρεμπιπτόντως, μια τέτοια συσπείρωση, που θα περιλάμβανε και εγγυήσεις και ανταλλάγματα για το Ιράν, θα του επέτρεπε να συναινέσει χωρίς να χάσει κύρος, ενώ θα επέτρεπε και στις ΗΠΑ και το Ισραήλ να το απειλήσουν με «συντριπτικές συνέπειες» (overwhelming consequences) στην περίπτωση που δεν συναινούσε, απειλώντας ακόμη και με προληπτικό πυρηνικό πλήγμα. Αυτό είναι κάτι το οποίο δεν εξετάστηκε καν.

ΟΙ ΗΠΑ ΚΑΙ ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΝΑ;

Παρεμπιπτόντως, αντιστρέφοντας αυτήν τη λογική μπορούμε να υποθέσουμε πως η Κίνα, υπογείως, δέχεται ευχαρίστως την επίθεση στο Ιράν, αν όντως αυτή του στερήσει την πυρηνική φιλοδοξία. Έτσι, το Πεκίνο δεν αναλαμβάνει το γεωπολιτικό κόστος να πιέσει το Ιράν, ενώ αντιθέτως μπορεί να εμφανιστεί ως υποστηρικτής του και να αναλάβει την στρατιωτική και οικονομική του ανασυγκρότηση μετά το πέρας του πολέμου, ενσωματώνοντας το έτι περαιτέρω στη σφαίρα επιρροής του.

Αυτό βέβαια προϋποθέτει ότι το ιρανικό καθεστώς θα επιβιώσει ή έστω ότι η διάδοχη κατάσταση δεν θα είναι φιλοδυτική. Όμως, τι σημαίνει άραγε «φιλοδυτικό» στις σημερινές συνθήκες; Ο όρος αυτός είχε πρωτίστως νόημα στο διπολικό περιβάλλον του Ψυχρού Πολέμου και δύσκολα αποκτά νόημα μέσα στο πολυπολικό περιβάλλον του σήμερα, ιδιαίτερα από τη στιγμή που το Ιράν αποτελεί έναν από τους δυνάμει κυρίως πόλους του διεθνούς συστήματος, λόγω της ξεχωριστής και μοναχικής εθνοφυλετικής και πολιτισμικής του ταυτότητας, του ιστορικού του βάθους, της αυτοκρατορικής του ιστορικής πορείας, της γεωγραφικής του θέσης, του κρίσιμου ρόλου του στη γεωγραφία της ενέργειας κλπ.

Στις σημερινές συνθήκες είναι δύσκολο να αποδεχθούμε άκριτα πως το Ιράν υπό οιοδήποτε καθεστώς θα ήταν απόλυτα ταυτισμένο με τη Δύση. Παρενθετικά εδώ πρέπει να θέσουμε ένα αμείλικτο ερώτημα. Τι εννοούμε ακριβώς με τον όρο «Δύση» στις σημερινές διεθνείς συνθήκες; Η ευρωατλαντική Δύση, ως ενιαία γεωπολιτική σύνθεση, σήμερα βρίσκεται υπό αμφισβήτηση μετά την κρίση στις σχέσεις Ευρώπης και ΗΠΑ που προκάλεσε η πολιτική Τραμπ στη Γροιλανδία αλλά και γενικότερα. Ακόμη όμως και ένα απόλυτα φιλοδυτικό Ιράν (ότι και αν σημαίνει αυτό) τι ακριβώς θα έκανε που θα έθιγε ζωτικά κινεζικά συμφέροντα; Δεν θα πουλούσε πετρέλαιο στην Κίνα; Θα αγνοούσε τον μεγαλύτερο πελάτη ενέργειας στον πλανήτη, επιτρέποντας έτσι σε άλλους αγοραστές να το εκβιάζουν ως προς τις προσφερόμενες τιμές; Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι η Κίνα θα στερείτο τη δυνατότητα να πληρώνει σε γουάν και να αγοράζει σε χαμηλές τιμές υδρογονάνθρακες, πόσο σημαντικό αυτό θα ήταν για την οικονομία της; Είναι τόσο δραματικά σημαντικό για να δικαιολογεί την επίθεση στο Ιράν τη στιγμή που το στοίχημα της αλλαγής καθεστώτος είναι άκρως επισφαλές και είναι πιθανόν να προκύψει ένα μεταπολεμικό ρεβανσιστικό Ιράν, το οποίο θα χρειάζεται περισσότερο την Κίνα από ότι σήμερα;

Η ΑΠΕΙΛΗ ΕΝΟΣ ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΡΕΒΑΝΣΙΣΤΙΚΟΥ ΙΡΑΝ ΚΑΙ Η ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ ΤΗΣ ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ

Εδώ βέβαια μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι εν τέλει το σχέδιο (ιδιαίτερα από πλευράς του Ισραήλ) δεν είναι η αλλαγή καθεστώτος αλλά η κατάτμηση του Ιράν δια της απόσχισης επαρχιών που κατοικούνται από άλλες εθνότητες. Όμως, το Ιράν, χάρη στη σηιτική πίστη μεγάλου μέρους του πληθυσμού του, έχει ισχυρές κεντρομόλες τάσεις. Επιπροσθέτως, έχει έναν ισχυρό εθνοφυλεκτικό συνεκτικό πυρήνα, αυτό των Περσών, που συνιστά ποσοστό μεγαλύτερο του 60%. Άρα, ακόμη και αν επιτυγχανόταν απόσχιση των κουρδικών περιοχών, θα προέκυπτε ένα πιο μικρό Ιράν μεν αλλά πολύ πιο συνεκτικό και πλέον ρεβανσιστικό, έχοντας υποστεί μια μεγάλη εθνική ταπείνωση και ακρωτηριασμό. Τότε, ανεξαρτήτως του καθεστώτος που θα προέκυπτε σε βάθος χρόνου, το Ιράν αυτό θα ήταν εθνικιστικό και βαθιά αντιδυτικό.

Κάτι που δεν έχει υπάρξει ποτέ στο παρελθόν. Οργανικά ανταγωνιστικό έναντι των ΗΠΑ και της Ευρώπης το Ιράν δεν υπήρξε ποτέ. Τα οργανικά γεωπολιτικά συμφέροντα προκύπτουν πρωτίστως τη γεωγραφία που είναι μόνιμη και όχι από τα ιδεολογήματα που είναι εφήμερα. Και το Ιράν δεν είναι οργανικώς ανταγωνιστικά έναντι της Δύσης. Όμως, σήμερα απειλείται να δημιουργηθεί μια ιστορική εχθρότητα που θα επηρεάσει τις σχέσεις του με τη Δύση σε βάθος δεκαετιών αν όχι αιώνων. Ένας αντίστοιχος Αιώνας της Ταπείνωσης, σαν αυτός που σημάδεψε τη γεωπολιτική ταυτότητα και πορεία της Κίνας μετά τους Πολέμους του Οπίου.

Δικαιούμαστε λοιπόν να αναρωτηθούμε μήπως ένα βαθύτερο αίτιο των επιλογών της αμερικανικής ηγεσίας να είναι μια πολιτική εξαγωγής χάους; Δηλαδή, μια πολιτική που θα αποσκοπεί στη μετατροπή της Ευρασίας, της Μεγάλης Σκακιέρας κατά Μπρεζίσνκι, σε μια Άγρια Δύση του διεθνούς συστήματος. Σε έναν χώρο χωρίς κανόνες, χωρίς συνοχή, όπου θα επικρατεί η «φυσική κατάσταση» κατά Χομπς. Μέσα σε ένα παρόμοιο περιβάλλον, οξύτατων, πολυεπίπεδων και πολυπαραγοντικών ανταγωνισμών, θα μπορούσε επιτευχθεί ο στόχος των ΗΠΑ σε έναν πολυπολικό κόσμο. Δηλαδή, το διαίρει και βασίλευε, η αποφυγή της δημιουργίας μιας κυρίαρχης Δύναμης στην Ευρασία, κάτι που αποτελεί τον απόλυτο εφιάλτη για τη γεωπολιτική σκέψη και στρατηγική των ΗΠΑ.

Βέβαια και αυτό είναι ένα παρακινδυνευμένο στοίχημα και μπορεί να οδηγήσει στο αντίθετο αποτέλεσμα αλλά εν πάση περιπτώσει δείχνει πιο λογικό από τα απλοϊκά σενάρια που κυριαρχούν στον δημόσιο διάλογο.

(*) Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι Καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Στρατιωτικών Τεχνολογιών και Διευθυντής του Τομέα Θεωρίας και Ανάλυσης Πολέμου στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

Μοιράσου το:

σχολίασε κι εσύ

ENIKOS NETWORK