«Καταλύτης» η γειτονιά στην πρόληψη της έμφυλης βίας

Ο κόσμος μας καθημερινά γίνεται ολοένα και πιο επικίνδυνος, με βροχή περιστατικών γυναικοκτονιών να καταγράφεται το τελευταίο διάστημα, το φαινόμενο της ενδοοικογενειακής βίας και της βίας κατά των γυναικών να λαμβάνει τρομακτικές διαστάσεις, με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας να υπογραμμίζει ότι τα περιστατικά διεθνώς αυξήθηκαν κατά 60% στα χρόνια της πανδημίας και στις ΗΠΑ να ψηφίζονται αναχρονιστικοί νόμοι που αφαιρούν από τις γυναίκες εν έτη 2022 το αυτονόητο δικαίωμα να κάνουν ό,τι θέλουν με το σώμα τους και να κάνουν άμβλωση αν επιθυμούν να διακόψουν την εγκυμοσύνη τους.

Της Αλεξίας Σβώλου

Σε αυτό το ζοφερό τοπίο, οι ειδικοί αναδεικνύουν τον  κομβικό ρόλο του κοινωνικού περίγυρου και ειδικότερα της γειτονιάς στην πρόληψη τέτοιων τραγικών φαινομένων. Στην αντίθετη περίπτωση, διαιωνίζεται ο κύκλος της βίας, αν οι γείτονες, συγγενείς, φίλοι και γνωστοί (του θύτη και του θύματος) δεν σπάσουν την σιωπή τους και παραμείνουν αδρανείς παρατηρητές. Όπως είχε πει από τον προηγούμενο αιώνα ο Άλμπερτ Άινσταιν ένα από τα κορυφαία μυαλά του πλανήτη μας, «το κακό στον κόσμο συμβαίνει, γιατί το πράττουν λίγοι αλλά πολλοί το αφήνουν να συμβεί».

«Οι παρατηρητές -δηλαδή ο κοινωνικός περίγυρος είναι το Α και το Ω στις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας και πρέπει όλοι μας να καταλάβουμε πως η σιωπή είναι συνενοχή. Όσοι ξέρουν και δεν μιλούν, δεν ειδοποιούν την αστυνομία, τις κοινωνικές υπηρεσίες γι αυτό που συμβαίνει πίσω από την διπλανή τους πόρτα είναι συνένοχοι. Επιπλέον, αντί να  παρακινήσουν τη γυναίκα που κινδυνεύει να φύγει άμεσα, την εγκλωβίζουν στέλνοντάς της  τα λάθος μηνύματα, με φράσεις του τύπου «πού θα πας αν φύγεις», «έχεις παιδιά, πώς θα τα μεγαλώσεις μόνη σου», «δώστου άλλη μία ευκαιρία», κάτι που αν η κακοποιημένη γυναίκα πράξει, μπορεί να το πληρώσει με την ζωή της», επισημαίνει ο ψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής Δημήτρης Οικονόμου. Από την μεριά της, η υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Μαρία Συρεγγέλα, υπεύθυνη της Γενικής Γραμματείας Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων τονίζει πως τα φαινόμενα της δολοφονίας γυναικών είναι προφανώς καταδικαστέα και προκαλούν θλίψη σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία και πως σε αυτή την εθνική προσπάθεια για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίαςδεν υπάρχουν στρατόπεδα παρά μόνο ένας στόχος, η εξάλειψη της βίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, των 44 συμβουλευτικών κέντρων, των δομών φιλοξενίας και των τηλεφωνικών  γραμμών στήριξης, από το 2020,περισσότερες από 44.000 γυναίκες έχουν καταγγείλει περιστατικό βίας, ενώ περισσότερα από 3700 παιδιά έχουν φιλοξενηθεί στις ειδικές δομές, που λειτουργούν μαζί με τις μητέρες τους.

Όπως εξηγεί ο ψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής Δημήτρης Οικονόμου οι γυναίκες έχουν ένστικτο, το ένστικτο της επιβίωσης και της προστασίας των παιδιών τους και όταν καταλάβουν ότι ο κίνδυνος είναι αληθινός, πρέπει πρώτον να φεύγουν αμέσως μαζί με τα παιδιά τους και να ειδοποιούν την αστυνομία και τιςκοινωνικές υπηρεσίες. Επίσης πρέπει να έρθουν σε επαφή με ένα δικηγόρο, ώστε να μάθουν τα δικαιώματά τους. Δεν πρέπει να συγχωρούν (τον θύτη-σύζυγο ή σύντροφο), να υπαναχωρούν, να του δίνουν μια τελευταία ευκαιρία γιατί μπορεί δυστυχώς να πληρώσουν αυτό το λάθος με τη ζωή τους. Καταγγελία στις κοινωνικές υπηρεσίες μπορούν να κάνουν ανώνυμα και οι παρατηρητές, αυτοί που έχουν την δύναμη να αποδειχθούν «καταλύτες» σε τέτοιου είδους θλιβερά φαινόμενα, ώστε αμέσως μετά την καταγγελία να αρχίσει να ξετυλίγεται το κουβάρι της(ενδοιοκογενειακής) κακοποίησης. Σε όσους βγαίνουν στα τηλεοπτικά παράθυρα μετά το φονικό, να δηλώσουν ότι «έπεσαν από τα σύννεφα» και πως «αυτός ο άνδρας (ο φονιάς) δεν είχε ποτέ του πειράξει ούτε μύγα», ο Δημήτρης Οικονόμου απαντά ότι τα σημάδια της κλιμάκωσης της βίας πάντοτε υπάρχουν. Κανένας άνθρωπος και κανένας άνδρας δεν ξυπνάει ένα πρωί και γίνεται ξαφνικά φονιάς, έχει δώσει στο παρελθόν δείγματα γραφής της βαριάς παθοψυχολογίας του και δυστυχώς ειδικά στις κλειστές κοινωνίες της περιφέρειας, ο κοινωνικός περίγυρος αντί να αναδείξει αυτά τα σημάδια, τα κρύβει κάτω από το χαλί, τα αποσιωπά και κατ’ αυτόν τον τρόπο χαντακώνει την γυναίκα-θύμα. Κατά τον ειδικό, η μεγάλη «ζημιά που έκανε η πανδημία και ο εγκλεισμός, δεν είναι μόνο ότι οδήγησε αυτούς τους ανθρώπους σε μια κλιμάκωση της βίαιης συμπεριφοράς. Παράλληλα, σε εκείνες τις δύσκολες εποχές της καραντίνας που όλα «παρέλυσαν»,  αυτοί έλαβαν το μήνυμα ότι καταλύεται το κράτος, ότι διαλύονται οι θεσμοί, ότι  τίποτα δεν λειτουργεί. Κι αυτό είναι ένα πολύ λανθασμένο μήνυμα για ανθρώπους με βαριά παθοψυχολογία, μπορεί να τους ωθήσει στο να απασφαλίσουν, επισημαίνει ο ψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής. Παρότι έχει συντελεστείπρόοδος τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα υπάρχουν ακόμα απαρχαιωμένες αντιλήψεις και στερεότυπα, αλλά και σημαντικές  ελλείψεις σε όλες τις δομές του κράτους. Τις ελλείψεις αυτές, σε έναν βαθμό θα μπορούσε η κοινωνία να τιςκαλύψει-να τις αντισταθμίσει-αν όλοι πράτταμε το σωστό σαν ενεργοί παρατηρητές, ωστόσο δυστυχώς δεν το επιτυγχάνουμε.

Η τραγική ειρωνεία σε αυτά τα περιστατικά είναι ότι τα άτομα που «εγκλωβίζουν» τις γυναίκες-θύματα είναι οι άλλες γυναίκες του κοινωνικού τους περίγυρου. Πρόκειται για γυναίκες που έχουν υπάρξει και οι ίδιες θύματα και προβάλουν την δική τους θυματοποίηση, την χρησιμοποιούν σαν άλλοθι στις ομόφυλες τους, που έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και μηδενική αυτοπεποίθηση και αντί να τις παροτρύνουν να εγκαταλείψουν τον βίαιο σύντροφο για να ξεφύγουν από τον εφιάλτη, τις αποθαρρύνουν, όπως επισημαίνει ο Δ. Οικονόμου. Ο ψυχίατρος προσθέτει ότι στις κλειστές κοινωνίες της περιφέρειας, όπως είναι η  Κρήτη, ή  η Ρόδος όπου καταγράφηκαν τέτοια περιστατικά γυναικοκτονιών, βλέπουμε σε μητριαρχικές κοινωνίες πολύ έντονα αυτό το πρότυπο να αναπαράγεται. Κι αν εξετάσουμε τι έχει συμβεί στο παρελθόν των  δραστών, θα δούμε ότι οι περισσότεροι ήταν άνδρες που πιθανότατα μεγάλωσαν με μια εξουσιαστική μητέρα η οποία τους ώθησε στο να μισήσουν τις γυναίκες και φυσικά να μη μάθουν να διαχειρίζονται την απόρριψη.

Οι άντρες που μπαίνουν στη λογική του να βιαιοπραγήσουν απέναντι σε μία σύντροφο ή σύζυγο ξεκινούν νιώθοντας ζήλια.

Η ζήλεια μεταφράζεται στο «θέλω αυτό που έχεις». Από τη ζήλια περνούν στο μίσος, το οποίο μεταφράζεται στο «δεν θέλω να έχεις αυτό που έχεις» και από εκεί μεταβαίνουν στον ακραίο φθόνο, δηλαδή σκοτώνουν «ώστε κανείς να μην έχει αυτό που δεν μπορούν να έχουν». Οι γυναίκες που έχουν υποστεί κακοποίηση, όταν τολμήσουν να ζητήσουν διαζύγιο ή απλά να χωρίσουν στον σύντροφο-δυνάστη, εκείνος συνήθως υποπτεύεται ότι αιτία είναι ένας άλλος άνδρας και το γεγονός αυτό του προκαλεί αφόρητη ζήλια. Το διαζύγιο ή ο χωρισμός ηχεί στα αυτιά του σαν απόρριψη, μια απόρριψη που η μητέρα του δεν του έμαθε ποτέ να διαχειρίζεται. Από τη ζήλεια, περνά στο μίσος και από εκεί φθάνει στον ακραίο φθόνο και σκοτώνει τη γυναίκα του για να μην την έχει κανένας άλλος (αφού δεν θα την έχει εκείνος!), λέει ο Δημήτρης Οικονόμου.

Δεν πρόκειται για έγκλημα πάθους αλλά μίσους, ούτε φυσικά σημαίνει ότι οι άνδρες που σκοτώνουν τις γυναίκες τους τις αγαπούν. Η αγάπη δεν εμπεριέχει καμία μορφή βίας. Η αγάπη δεν τιμωρεί, δεν πονά και σε καμία περίπτωση δεν σκοτώνει, προσθέτει ο ψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής.

Τραγικά θύματα στις γυναικοκτονίες δεν είναι μόνο οι γυναίκες που χάνουν τόσο άδικα την ζωή τους αλλά και τα παιδιά του ζευγαριού που  ενίοτε γίνονται και μάρτυρες του βίαιου φονικού ή είναι αυτά που βρίσκουν την μητέρα τους μέσα σε μια λίμνη αίματος και βλέπουν σκηνές απίστευτης σκληρότητας που εντυπώνονται για πάντα στα μάτια τους και στην ψυχή τους, τραυματίζοντας τα ανεπανόρθωτα. Σε αυτά τα εγκλήματα έμφυλης βίας τα παιδιά χάνουν και τους δύο γονείς, τη μητέρα-θύμα που πεθαίνει και τον πατέρα-δράστη που  πάει φυλακή. Όπως επισημαίνει ο ψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής Δ. Οικονόμου-όσο κι αν φαντάζει σκληρό, είναι καλύτερο για το μέλλον των παιδιών να βγει ο πατέρας-τέρας, από τη ζωή τους και αυτά να κάνουν μια καινούρια αρχή, όπως για παράδειγμα συνέβη με το μωρό της άτυχης Κάρολαϊν και του ψυχρού δολοφόνου Μπάμπη Αναγνωστόπουλου. Άλλωστε και στο πρόσφατο τραγικό φονικό της Ζακύνθου, ο μεγαλύτερος γιός της άτυχης γυναίκας δεν ήθελε να έχει καμία επαφή με τον δράστη πατέρα του. Με αυτή την εμπεριστατωμένη άποψη συμφωνεί και η Ασπασία Θεοφίλου, ιδρύτρια της Οργάνωσης Strong Me(Δυνατή Εγώ), για την πρόληψη και την καταπολέμηση της έμφυλης βίας, που επισημαίνει ότι είναι απαράδεκτο, οι δράστες όταν βγαίνουν από τη φυλακή, έχοντας εκτίσει ποινή (δυστυχώς μόνο 8-9 ετών και όχι πραγματικά ισόβια) να διεκδικούν την κηδεμονία αυτών των παιδιών. Τα παιδιά είναι από κάθε άποψη προτιμότερο να μείνουν μακριά τους και να κάνουν ένα καινούριο ξεκίνημα σε ένα νέο περιβάλλον.

Μοιράσου το:
σχολίασε κι εσύ
Ροή
Lifestyle
Κοινωνία
Πολιτική

Ενημερωθείτε πρώτοι με τον τρόπο που θέλετε.