Αρχαιολόγοι της Αιγύπτου ανακάλυψαν μία στήλη από ψαμμίτη που περιλαμβάνει μια νέα και ολοκληρωμένη εκδοχή του Κανώπειου Διατάγματος, το οποίο εκδόθηκε το 238 π.Χ., από τον Φαραώ Πτολεμαίο ΙΙΙ τον Ευεργέτη, στο Τελ ελ-Φαράιν, στο κυβερνείο της Σαρκία.
Η ανακάλυψη, το πρώτο ακέραιο αντίγραφο που ανακαλύπτεται εδώ και πάνω από ενάμιση αιώνα, έχει μια ιδιαιτερότητα: Είναι γραμμένο αποκλειστικά στα ιερογλυφικά και υπόσχεται να προσφέρει νέα στοιχεία για την αδιάλειπτη αποκρυπτογράφηση της γλώσσας και της γραφής της αρχαίας Αιγύπτου, προσφέροντας ένα ομοιογενές σώμα κειμένων, εξαιρετικής φιλολογικής αξίας.
Η σπουδαιότητα της ανακάλυψης
Η σημασία της ανακάλυψης επισημάνθηκε αμέσως από τις ανώτερες Αρχές του πεδίου της Αιγύπτου. Ο Sherif Fathy, υπουργός Τουρισμού και Αρχαιοτήτων, δήλωσε πως, οι συνεχείς κατακτήσεις των αιγυπτιακών αρχαιολογικών αποστολών, προσθέτουν νέα κεφάλαια στην ιστορία του αρχαίου πολιτισμού της χώρας, αναδεικνύοντας την αρχαιολογική σημασία του κυβερνείου της Σαρκία και των κρυμμένων θησαυρών που, ποτέ δεν παύουν να προκαλούν έκπληξη, ενώ αποδεικνύουν την αφοσίωση του υπουργείου στην προσφορά ολοκληρωμένης υποστήριξης σε κάθε αποστολή που πραγματοποιείται στην Αίγυπτο, προκειμένου να διασφαλίζεται το περιβάλλον για εκτενέστερες, ξεχωριστές ανακαλύψεις.
Από τεχνική άποψη, ο Δρ. Mohamed Ismail Khaled, Γενικός Γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Αρχαιοτήτων, εξήγησε πως, η θεμελιακή σημασία του τεχνουργήματος, είναι ότι πρόκειται για ένα ακέραιο δείγμα και έγκειται και στο στο γεγονός ότι δεν είχε καταγραφεί για περισσότερο από 150 χρόνια, κάτι που προσδίδει περισσότερη αξία, η οποία εμβαθύνει τη γνώση των βασιλικών και θρησκευτικών κειμένων της Εποχής των Πτολεμαίων και εμπλουτίζει την κατανόηση, τόσο της αιγυπτιακής ιστορίας, όσο και της γλώσσας.
Ακόμη, ο Δρ. Khaled εξειδίκευσε λέγοντας πως το αντίγραφο εντάσσεται σε έξι, άγνωστες μέχρι πρότινος εκδοχές, ορισμένες ακέραιες και άλλες αποσπασματικές, οι οποίες βρίσκονται σε σημεία όπως είναι το Κομ ελ-Χισν, η Τάνις και το Τελ Μπάστα, αλλά με ένα διακριτό και, ενδεχομένως επαναστατικό χαρακτηριστικό:
Η επιγραφή της νέας στήλης είναι εξ ολοκλήρου γραμμένη σε ιερογλυφικά, σε αντίθεση με άλλες, τρίγλωσσες εκδοχές, σε Δημοτική και Ελληνική – εκτός από την Αιγυπτιακή, γραφή.

Η μοναδική αυτή συνθήκη, ανοίγει νέους ορίζοντες στην κατανόηση της αρχαίας Αιγυπτιακής γλώσσας, ενώ προσφέρει περισσότερα στοιχεία για τα διατάγματα των Πτολεμαίων, όπως και για τα βασιλικά και θρησκευτικά συστήματα.
Η υλική περιγραφή του ευρήματος, αποδίδεται στον Mohamed Abdel Badi, επικεφαλής του τομέα αιγυπτιακών αρχαιοτήτων του Ανώτατου Συμβουλίου Αρχαιοτήτων.
Η στήλη, κατασκευασμένη από ψαμμίτη και με στρογγυλεμένο το επάνω τμήμα της, έχει μεγάλες διαστάσεις: Ειδικότερα, έχει ύψος 127.5 εκατοστών, πλάτος 83 εκατοστών και πάχος περίπου 48 εκατοστών.
Ακόμη, αξιοσημείωτη είναι η εικονογραφία του επάνω μέρους:
Ένας φτερωτός ηλιακός δίσκος ο οποίος πλαισιώνεται από τα δεξιά και τα αριστερά από δύο βασιλικές κόμπρες (uraei), με τα Λευκά και Κόκκινα στέμματα – συμβολίζοντας την Άνω και Κάτω Αίγυπτο, αντίστοιχα, με την επιγραφή “Di-Ankh” (“έδωσε ζωή”) ανάμεσά τους.
Το κεντρικό τμήμα, περιέχει ένα κείμενο στα ιερογλυφικά, το οποίο αποτελείται από 30 αράδες, προσεκτικά λαξευμένες σε βυθιστό ανάγλυφο, μέτριας ποιότητας.
Το περιεχόμενο της επιγραφής, όπως εξηγεί ο Δρ. Hisham Hussein, επικεφαλής της Κεντρικής Διοίκησης της Κάτω Αιγύπτου, είναι ένα συμπίλημα των ενεργειών και των διαταγμάτων του Βασιλιά Πτολεμαίου ΙΙΙ και της γυναίκας του, Βερενίκης, οι οποίοι στο κείμενο αναφέρονται ως “καλοπροαίρετοι θεοί”.
Οι επιγραφές αναφέρουν με λεπτομέρειες μια σειρά μέτρων και κατορθωμάτων που αποδίδονται στον μονάρχη, ανάμεσα στα οποία γενναιόδωρες δωρεές σε ναούς της Αιγύπτου, τη διατήρηση της ειρήνης στο εσωτερικό της, την μείωση των φόρων στη διάρκεια της πλημμύρας του Νείλου -ένα μέτρο ουσιαστικής κοινωνικής και οικονομικής σημασίας, και την ενίσχυση της δικής του λατρείας στα όρια του ναού.
Επίσης, το διάταγμα εδραιώνει έναν νέο ιεραρχικό βαθμό με ειδική αναφορά στα ονόματά τους, καθιερώνει μια νέα θρησκευτική γιορτή η οποία συμπίπτει με την ηλιακή ανατολή του αστεριού Σείριος (Σώθις) και, σε μια πρωτοβουλία βαθιάς χρονολογικής εμβέλειας, εισάγει το χρονολογικό σύστημα με το δίσεκτο έτος, προσθέτοντας μια παραπάνω ημέρα ανά τέσσερα χρόνια, η οποία ήταν αφιερωμένη στη λατρεία των μοναρχών.
Το κείμενο επισημοποιεί τη θεϊκή υπόσταση της νεκρής κόρης του βασιλιά και της βασίλισσας, της Βερενίκης, στους ναούς της Αιγύπτου.
Το αυθεντικό διάταγμα, όπως έχει καταγραφεί στην ίδια πέτρα, όριζε πως, οι στήλες αυτές θα γραφόντουσαν σε τρία συστήματα γραφής – τα ιερογλυφικά, τη Δημοτική και στα Ελληνικά και θα τοποθετούνταν στους πιο σημαντικούς ναούς όλης της Αιγύπτου – μια οδηγία που, εν όψει της ανακάλυψης της μονόγλωσσης επιγραφής, φαίνεται να έδινε χώρο για εξαιρέσεις ή τοπικές προσαρμογές στην ερμηνεία της.
Το ιστορικό και αρχαιολογικό περιεχόμενο του χώρου της ανασκαφής, το Τελ ελ-Φαράιν, εμπλουτίζει το εύρημα με πολλά στρώματα νοήματος.
Ο χώρος συνδέεται με την αρχαία αιγυπτιακή πόλη Ιμέτ, σημαντικό αστικό κέντρο της διάρκειας του Μέσου Βασιλείου.
Προγενέστερες ανασκαφές στην περιοχή, έχουν φέρει στο φως ναούς και πολυτελείς κατοικίες που ανάγονται στην περίοδο του Πτολεμαίου, μεταξύ των οποίων και ένας ναός αφιερωμένος στην Αιγύπτια προστάτιδα θεά της Κάτω Αιγύπτου, Wadjet.
Το πανόραμα αυτό, υποδηλώνει πως η Ιμέτ ήταν έδρα της θρησκευτικής και διοικητικές ηγεσίας, όπου συντάχθηκε το αντίγραφο του βασιλικού διατάγματος, εθνικής εμβέλειας.
Προκειμένου να καταλάβουμε τη σπουδαιότητα της ανακάλυψης, πρέπει να την αναγάγουμε στο γενικό σώμα των γνωστών Διαταγμάτων των Πτολεμαίων.
Τα συνολικά έξι Διατάγματα, εκδόθηκαν διαδοχικά μεταξύ του 243 π.Χ. και του 185 π.Χ. αποτελώντας καθοριστικά μέσα διαμόρφωσης της θρησκευτικής πολιτικής στη διάρκεια της Ελληνιστικής Περιόδου και της διάδοσης της κυρίαρχης λατρείας των μοναρχών, εν ζωή ως θεών.
Τα διατάγματα δημοσιεύτηκαν σε μια σημαντική περίσταση και συντάχθηκαν από μια σύνοδο ιερέων οι οποίοι βασίστηκαν σε μια προϋπάρχουσα δομή που διαφοροποιούταν μόνο σε συγκεκριμένες λεπτομέρειες κάθε περίπτωσης – γεγονός που εξηγεί και τη γενική, δομική τους ομοιότητα.
Στη συνέχεια, διατάχθηκε η δημιουργία πέτρινων αντιγράφων για να τοποθετηθούν στις αυλές των σημαντικότερων ναών της χώρας.
Το Κανώπειο Διάταγμα, είναι το δεύτερο αρχαιότερο της σειράς αυτής.
Εξαγγέλθηκε από τον Πτολεμαίο τον ΙΙΙ, στην Κάνωπο, δυτικά του Δέλτα του Νείλου στις 7 Μαρτίου του 238 π.Χ.
Το περιεχόμενό του, εκτός από το ότι εκθείαζε τον μονάρχη για στρατιωτικές αποστολές, τερμάτισε έναν λιμό, κατέπνιξε εξεγέρσεις και μείωσε τους φόρους, είναι ιστορικά σημαντικό για δύο ακόμη, θεμελιακές συμβολές:
Πρώτον, εγκαινίασε το ηλιακό ημερολόγιο των 365 και ενός τετάρτου ημερών, αποτελώντας το πιο ακριβές ημερολόγιο του κόσμου που δημιουργούσε το δίσεκτο έτος.
Η ανακάλυψη του Κανώπειου Διατάγματος
Ο Πτολειμαίος ο ΙΙΙ, διέταξε η παραπάνω αυτή ημέρα του δίσεκτου έτους, να είναι ιερή προς τιμήν του ίδιου και της γυναίκας του, ως παιδιών της Νέατ, της θεάς του Ουρανού.
Αν και η μεταρρύθμιση του ημερολογίου, δεν πέτυχε εξ αιτίας της αντίθεσης με την ιερατική καθιέρωση και τη δυσπιστία του λαού, αργότερα η ιδέα αυτή αναβίωσε από τον αστρονόμο τον Σωσιγενή τον Αλεξανδρεύα, ο οποίος το 46 π.Χ., δημιούργησε το Ιουλιανό ημερολόγιο.
Δεύτερον, ένα από τ’ αντίγραφα, το οποίο ανακαλύφθηκε στην Τάνις από τον Πρώσο αρχαιολόγο Karl Richard Lepsius το 1866, βρέθηκε σε εξαιρετικά καλά διατηρημένη κατάσταση, σχεδόν ακέραιο, με ένα μόνο μικρό θραύσμα να του λείπει – και περιείχε μεγάλο αριθμό από ιερογλυφικά σύμβολα, περισσότερα και από εκείνα στη Στήλη της Ροζέττας, με αποτέλεσμα να είναι ένα σπουδαίο κομμάτι στη διαδικασία της αποκρυπτογράφησης των αιγυπτιακών ιερογλυφικών.
Η στήλη, γνωστή ως Στήλη του Şân, περιείχε 37 αράδες ιερογλυφικών και 76 σε ελληνική μικρογράμματη γραφή.
Ακόμη, το κείμενο αυτού του διατάγματος που συντάχθηκε τον 19ο αιώνα, επιβεβαιώνει την ύπαρξη της αρχαίας πόλης Ηράκλειον, η οποία αναφέρεται στην επιγραφή – η οποία μετά από περίπου έναν αιώνα από τη δημοσίευση του διατάγματος, βυθίστηκε και τελικά, τα ευρήματά της, εντοπίστηκαν το 2000 από τον αρχαιολόγο Franck Goddio στον Κόλπο του Αμπουκίρ, στην Μεσόγειο Θάλασσα.
H ιστορία των ανακαλύψεων του Κανώπειου Διατάγματος, συνεχίστηκε μετά, από τον Lepsius.
To 1881, o Γάλλος αιγυπτιολόγος, Gaston Maspero ανακάλυψε ένα ακόμη αντίγραφο στο Κομ ελ-Χισν, στο δυτικό Δέλτα του Νείλου. Μεταγενέστερες ανακαλύψεις, αν και γενικά ήταν αποσπασματικές, συνέχισαν να πραγματοποιούνται, με την πιο πρόσφατη γνωστή τον Μάρτιο του 2004, από μια ομάδα Γερμανών και Αιγυπτίων αρχαιολόγων, στη διάρκεια ανασκαφών στην Αρχαία Βούβαστο, κοντά στη σύγχρονη πόλη Ζαγκαζίγκ.
Έτσι, η στήλη που ανακαλύφθηκε πρόσφατα στο Τελ Νεμπέσα ( Νεμπέσεχ ), δεν είναι απλώς ένα ακόμη αντίγραφο.
Η ακεραιότητα, η αρχαιότητα και, πάνω από όλα, η υπόστασή του ως ένα μονόγλωσσο, ιερογλυφικό κείμενο, το ανάγουν σ’ ένα τέχνεργο ανεκτίμητης αξίας.
Προσφέρει στους Αιγυπτιολόγους εκτενή και συνεκτικά κείμενα σ’ ένα ενιαίο γραπτό, τα οποία τους δίνουν τη δυνατότητα να εμβαθύνουν την κατανόηση της γραμματικής και του συντακτικού των Ύστερων Αιγυπτιακών σε επίσημο πλαίσιο, χωρίς τις παρεμβολές ή τις συμβάσεις των τρίγλωσσων κειμένων.
Την ίδια στιγμή, ρίχνει φως στην πρακτική εφαρμογή των βασιλικών διαταγμάτων, υποδηλώνοντας πως, η οδηγία για τα τρία γραπτά, μπορεί να είχε προσαρμοστεί ή να ερμηνευτεί διαφορετικά σε σε ξεχωριστά κέντρα λατρείας, βάσει ενδεχομένως της τοπικής παράδοσης ή των διαθέσιμων πηγών.