Αρχαιολόγοι στην ρωσική πόλη Σμολένσκ, ανακάλυψαν 48 ασημένια νομίσματα, ανάμεσα στα οποία είναι το Γκρόσεν της Πράγας – το «δολάριο του Μεσαίωνα», ένα λιθουανικό δηνάριο και ένα κριμαϊκό δανγκ, ανακάλυψη που «φωτίζει» τα νομισματικά δίκτυα της Ανατολικής Ευρώπης στις αρχές του 1400.
Συγκεκριμένα, οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν μια συλλογή από 48 ασημένια νομίσματα που χρονολογούνται πάνω από 600 χρόνια στο παρελθόν, στις αρχές του 15ου αιώνα. Η ανακάλυψη που πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια κατασκευαστικών έργων στην οδό Sobolev, αποτελεί τη δεύτερη συλλογή νομισμάτων από την περίοδο του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας που έχει καταγραφεί στην πόλη.
Σύμφωνα με τους ιστορικούς, είναι εξαιρετικής σημασίας, τόσο για τη ρωσική αρχαιολογία όσο και γενικά για την μελέτη του μεσαιωνικού εμπορίου της Ανατολικής Ευρώπης.
Νομίσματα σε φρεάτιο νερού
Τα νομίσματα ανακαλύφθηκαν στο εσωτερικό ενός φρεατίου στη διάρκεια ανασκαφών για την εγκατάσταση αγωγού νερού. Σύμφωνα με τα μέλη της αρχαιολογικής αποστολής από το ινστιτούτο αρχαιολογίας της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, ο θησαυρός είχε κρυφτεί σκόπιμα το 1420 – μια περίοδο αναταραχών, κατά την οποία το Σμολένσκ βρέθηκε στο σταυροδρόμι τριών αντιμαχόμενων δυνάμεων: Του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας, του Μεγάλου Δουκάτου της Μόσχας και της Χρυσής Ορδής, που ήταν ένα νομαδικό κράτος της Μογγολικής Αυτοκρατορίας.
Τα περισσότερα από τα 48 ασημένια νομίσματα, ήταν Γκρόσεν της Πράγας, ένα από τα πιο διαδεδομένα νομίσματα στην Μεσαιωνική Ευρώπη. Κομμένο μετά τη νομισματική μεταρρύθμιση του Βασιλιά Βεγκέσλαου Β΄ της Βοημίας, το 1300, το Γκρόσεν έγινε γρήγορα αξιόπιστο διεθνές νόμισμα, το οποίο κυκλοφορούσε σε όλη την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη για ολόκληρο τον 15ο αιώνα.
Δύο ακόμη ιδιαίτερα σημαντικά νομίσματα, ήταν ένα δηνάριο του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας, το οποίο είχε κοπεί κατά τη βασιλεία του Βυτάουτα του Μέγα (1392 – 1430), και ένα κριμαϊκό δάνγκ, κομμένο περί το 1420 από τον Ηγεμόνα της Χρυσής Ορδής της Κριμαίας, Khan Beg-Sufi.
Η παρουσία των τριών ξεχωριστών νομισματικών παραδόσεων σε μια μικρή συλλογή, αναδεικνύει τις ισχυρές εμπορικές και πολιτικές σχέσεις που σημάδεψαν τις αρχές του 1400.
To Γκρόσεν της Πράγας
Το Γκρόσεν της Πάργας, κόπηκε από αμιγές ασήμι που έβγαζαν τα ορυχεία Kutná Hora στη Βοημία, όπου είχε βρεθεί ένα από τα πλουσιότερα κοιτάσματα της Ευρώπης εκείνη την περίοδο. Κάθε νόμισμα, ζυγίζει σχεδόν 3.5 γραμμάρια και, η περιεκτικότητά του σε ασήμι, το έκανε ευρέως αξιόπιστο.
Οι ιστορικοί, χαρακτηρίζουν το Γκρόσεν ως το “Δολάριο του Μεσαίωνα”, αφού γινόταν δεκτό από τη Βαλτική μέχρι τα Βαλκάνια. Η κυριαρχία του, το κατέστησε κεντρικό παράγοντα του περιφερειακού εμπορίου, από εμπόρους στο Σμολένσκ, οι οποίοι δραστηριοποιούνταν στις διαδρομές ανάμεσα στα λιμάνια της Βαλτικής, του Νόβγκοροντ και της Μαύρης Θάλασσας.
To λιθουανικό δηνάριο
To λιθουανικό δηνάριο – το πρώτο νόμισμα του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας – που περιλαμβάνεται στη συλλογή, φέρει το εραλδικό έμβλημα με την ονομασία Στήλες του Γκεντιμίνας, ένα από τα πρώτα εμβλήματα της Δυναστείας του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας.
Στην άλλη πλευρά του απεικονίζει ένα δόρυ που έχει στην κορυφή του έναν σταυρό, τονίζοντας την κυριαρχία του Βυτάουτα του Μέγα και της χριστιανικής εξουσίας, σε μια περίοδο όπου η Λιθουανία εδραίωνε την ισχύ της ως ένα από τα μεγαλύτερα κράτη στην Ευρώπη.
To δηνάριο ήταν ένα μικρό νόμισμα με βάρος λιγότερο από ένα γραμμάριο, ωστόσο η παρουσία του στο Σμολένσκ, επιβεβαιώνει την ένταξη της πόλης στο νομισματικό σύστημα της Λιθουανίας επί βασιλείας του Βυτάουτα.
Το δανγκ του Ηγεμόνα της Χρυσής Ορδής
Ενδεχομένως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της συλλογής, να είναι το δανγκ της Κριμαίας. Κομμένο στις αρχές του 15ου αιώνα, το νόμισμα έχει πάνω του το όνομα του Khan Beg-Sufi, ηγεμόνα του κριμαϊκού τμήματος της Χρυσής Ορδής από το 1419 έως το 1421.
Τα δανγκ ήταν μικρής αξίας ασημένια νομίσματα που χρησιμοποιούνταν κυρίως στη στέπα και στα εμπορικά κέντρα της Μαύρης Θάλασσας.
Η παρουσία του στο Σμολένσκ, δείχνει την ύπαρξη εμπορικών επαφών που συνέδεαν τα εδάφη που διοικούσε η Λιθουανία με λιμάνια της Κριμαίας, όπως της Κάφφα (σημερινή Θεοδοσία), τα οποία ήταν αναγκαία για την εξαγωγή σιτηρών, κεριού και γούνας.
Γιατί έκρυψαν τον θησαυρό
Οι αρχαιολόγοι θεωρούν πως, ο θησαυρός θάφτηκε στη διάρκεια της πολιτικής αναταραχής του 1420, όταν το Σμολένσκ ταλαντεύονταν ανάμεσα στην προσκόλλησή του στη Λιθουανία ή στην Μόσχα.
Σε περιόδους αναταραχών, ήταν κοινή πρακτική η απόκρυψη πλούτου σε μικρά πήλινα ή ξύλινα κιβώτια, με την ελπίδα οι κάτοχοί του, μετά την αποκατάσταση της σταθερότητας, να τον ανακτήσουν. Στην περίπτωση αυτή, ο ιδιοκτήτης του θησαυρού δεν επέστρεψε ποτέ.
Ιστορική σημασία
Η συλλογή του Σμολένσκ, είναι μόλις ο δεύτερος θησαυρός της εποχής της Λιθουανίας που έχει καταγραφεί ποτέ στην πόλη. Ο πρώτος ανακαλύφθηκε το 1988, ζύγιζε πάνω από 12 κιλά και αποτελείτο αποκλειστικά από ασημένια νομίσματα. Ήταν μια από τις μεγαλύτερες μεσαιωνικές συλλογές που έχουν ανακαλυφθεί ποτέ στη Ρωσία.
Αντίθετα, η πρόσφατη ανακάλυψη είναι μέτρια σε μέγεθος αλλά εξαιρετικά ετερόκλητη, περιλαμβάνοντας νομίσματα από τρεις διακριτές πολιτικές οντότητες: Τη Βοημία, τη Λιθουανία και το Χανάτο της Κριμαίας (Κιρίμ Χανλιγί).
Οι ανακαλύψεις, προσφέρουν σπουδαία στοιχεία για το μεσαιωνικό Σμολένσκ ως κέντρο διαπεριφερειακών ανταλλαγών. Καταδεικνύουν, εκτός από την κυκλοφορία του πλούτου, τη σύμπτωση των σφαιρών επιρροής (Λιθουανίας, Μόσχας και Στέπας) , οι οποίες διαμόρφωσαν την τύχη της πόλης στη διάρκεια του 15ου αιώνα.
Οι ανασκαφές στο Σμολένσκ, συνεχίζονται ενώ οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι θ’ ακολουθήσουν περισσότερες ανακαλύψεις. “Αυτού του είδους τα ευρήματα, μας θυμίζουν πόσο βαθιά συνδεδεμένη ήταν η μεσαιωνική ανατολική Ευρώπη”, σημειώνουν τα μέλη της ανασκαφικής αποστολής. “Ακόμη και τα μικρά νομίσματα, μας αφηγούνται ιστορίες από την πολιτική, οικονομική και πολιτιστική ανταλλαγή”, αναφέρει η ανασκαφική ομάδα.
