Γράφει ο Θανάσης Δρίτσας MD, FESC, Καρδιολόγος, Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, Υπεύθυνος Τμήματος Εργομετρίας-Καρδιοαναπνευστικής Κόπωσης, Πρόεδρος Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας Εργοσπιρομετρίας Άσκησης Αποκατάστασης (ΕΛΕΕΡΓΑ)
Η κλασική ηλεκτροκαρδιογραφική (ΗΚΓ) δοκιμασία κόπωσης σε τάπητα (βλ. τέστ κόπωσης) εξακολουθεί να αποτελεί ένα διαχρονικά χρήσιμο διαγνωστικό εργαλείο για τον καρδιολόγο, παρά τη ραγδαία ανάπτυξη των απεικονιστικών μεθόδων εκτίμησης της στεφανιαίας νόσου. Όμως, υπάρχει ασαφής πληροφόρηση των ασθενών όσον αφορά τις ενδείξεις και την διαγνωστική ευαισθησία και ειδικότητα της δοκιμασίας στην ανίχνευση και παρακολούθηση της στεφανιαίας νόσου. Επίσης, πολύ συχνά οι γιατροί που παραπέμπουν ασθενείς για δοκιμασία κόπωσης αφενός δεν έχουν διερευνήσει την ικανότητα των ασθενών να βαδίσουν στον τάπητα αφετέρου δεν έχουν λάβει υπ’ όψιν την προ της δοκιμασίας πιθανότητα που έχει ο συγκεκριμένος ασθενής να αναπτύξει στεφανιαία νόσο.
Για παράδειγμα πολλοί γιατροί, δυστυχώς, παραπέμπουν για δοκιμασία κόπωσης ασθενείς που πάσχουν παράλληλα από ορθοπεδικά προβλήματα (πχ μηνίσκος, οξείες οσφυοισχιαλγίες υπο αγωγή, σοβαρές αρθρίτιδες) και αδυνατούν να ολοκληρώσουν ακόμη και ολίγα λεπτά άσκησης στον τάπητα. Αυτό συμβαίνει, διότι οι γιατροί συχνά δεν εξετάζουν προσεκτικά και δεν επικοινωνούν με τους ασθενείς τους επαρκώς.
Συχνά βλέπουμε ασθενείς να παραπέμπονται για δοκιμασία κόπωσης, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας και χωρίς καν να εξετασθούν κλινικά από καρδιολόγο. Η εξονυχιστική κλινική εξέταση, η λήψη της αρτηριακής πίεσης και το ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ), είναι απαραίτητο να γίνουν, πριν από την δοκιμασία κόπωσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η κλινική εξέταση μπορεί να αποκαλύψει παθήσεις τις οποίες ο ασθενής δεν εγνώριζε και στις οποίες η δοκιμασία αντενδείκνυται (πχ ένα φύσημα σχετιζόμενο με στένωση αορτικής βαλβίδας ή κάποια αρρυθμία ή πολύ υψηλή αρτηριακή πίεση). Είναι σημαντικό η παραπομπή για δοκιμασία κόπωσης, επί της ουσίας, να γίνεται από καρδιολόγο και όχι απο γιατρούς άλλων ειδικοτήτων.
Η εκτίμηση της πιθανότητας να έχει κανείς στεφανιαία νόσο, πριν από την δοκιμασία, είναι εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο που πρέπει να λάβει υπ’ όψιν του ο καρδιολόγος, πριν από την παραπομπή. Για παράδειγμα, η δοκιμασία έχει μεγαλύτερη διαγνωστική αξία, αν γίνει σε ασθενείς που έχουν εμφανίσει ύποπτα συμπτώματα (πχ πόνο στο στήθος κατά την προσπάθεια, στηθάγχη) ή σε όσους έχουν παράγοντες κινδύνου (βλ. κάπνισμα, σακχαρώδη διαβήτη, αρτηριακή υπέρταση, υψηλή χοληστερίνη, οικογενειακό ιστορικό στεφανιαίας νόσου). Πολύ συχνά παραπέμπονται για κόπωση νέοι άνθρωποι, χωρίς συμπτώματα και χωρίς κανένα παράγοντα κινδύνου, σε αυτές τις περιπτώσεις η κόπωση δεν έχει διαγνωστική αξία και δεν ενδείκνυται.
Μάλιστα, σε ασυμπτωματικούς νέους ασθενείς χωρίς παράγοντες κινδύνου ακόμη και στη σπάνια περίπτωση που ανιχνευθεί κάποιο σημάδι μυοκαρδιακής ισχαιμίας στο ΗΚΓ (θετική δοκιμασία για ισχαιμία) υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γίνει στεφανιογραφία και τα στεφανιαία να είναι φυσιολογικά (στην περίπτωση αυτή η δοκιμασία κόπωσης θεωρείται ψευδώς θετική). Συχνά ψευδώς θετικές δοκιμασίες (δηλ. η δοκιμασία αποδεικνύεται θετική για ισχαιμία, ενώ τα στεφανιαία αγγεία δεν δείχνουν στενώσεις στην στεφανιογραφία) παρουσιάζονται σε γυναίκες που παραπονιούνται για άτυπα προκάρδια άλγη. Στη συνέχεια, σχολιάζονται ορισμένες εκφράσεις ασθενών που αφορούν την δοκιμασία κόπωσης.
Διαβάστε περισσότερα στο boro.gr