Χίος: «Εάν είχαμε ακούσει κάτι, θα σταματούσαμε, δεν θέλαμε να σκοτωθούμε» κατέθεσαν οι επιζώντες – Τα αιτήματα των δικηγόρων του 31χρονου Μαροκινού

Κατ’ αντιπαράσταση εξέταση με το πλήρωμα του σκάφους 1077 του Λιμενικού Σώματος, ζητούν οι δικηγόροι του 31χρονου Μαροκινού, φερόμενου ως διακινητή, σε μία προσπάθεια να πέσει «φως» στις συνθήκες που σημειώθηκε το πολύνεκρο ναυάγιο, μία ανάσα από τις ακτές της Χίου, με τον προφυλακισθέντα να εξακολουθεί να δηλώνει αθώος, και να ισχυρίζεται πως δεν ήταν εκείνος ο χειριστής της λέμβου των μεταναστών.

Ρεπορτάζ: Κωνσταντίνα Χαϊνά

Υπενθυμίζεται πως ο 31χρονος Μαροκινός, φερόμενος ως διακινητής, όταν οδηγήθηκε το απόγευμα του Σαββάτου (07/02) στα δικαστήρια της Χίου, αρνήθηκε τις κακουργηματικού χαρακτήρα κατηγορίες που του αποδίδονται, για πρόκληση ναυαγίου από το οποίο επήλθαν θάνατοι, για διακίνηση μεταναστών και για παράνομη είσοδο στη χώρα.

«Δεν ήμουν ο χειριστής της λέμβου, ενώ ήμασταν πολύ κοντά στην ακτή, χωρίς κανένα σήμα, κανέναν ήχο, ένας δυνατός προβολέας φώτισε, και έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα μας χτύπησε το σκάφος του Λιμενικού», φέρεται να υποστήριξε, με την ανακρίτρια που χειρίζεται την υπόθεση της τραγωδίας με τους 15 νεκρούς μετανάστες και 24 τραυματίες, να του δείχνει τον δρόμο της φυλακής.

Τα αιτήματα των δικηγόρων του 31χρονου Μαροκινού

Στο πλαίσιο της προανάκρισης κατέθεσαν επτά επιζώντες μετανάστες, οι οποίοι έκαναν λόγο για σύγκρουση του σκάφους τους με το πλωτό του Λιμενικού, και δεν προσδιόρισαν τις ακριβείς συνθήκες του ναυαγίου, για τις οποίες φέρεται να μην ρωτήθηκαν από τα στελέχη του Λιμενικού Σώματος.

«Εμείς από την πλευρά μας, κάνουμε διάφορα αιτήματα ως υπεράσπιση, για ανεξάρτητο πραγματογνώμονα, για κατ’ αντιπαράσταση εξέταση του 31χρονου Μαροκινού με το πλήρωμα του Λιμενικού, για άρση τηλεφωνικού απορρήτου, την ανάσυρση του σκάφους των μεταναστών που φαίνεται στις φωτογραφίες που έχουν διακινηθεί, καθώς και να κληθεί ο 7ος επιζώντας για κατάθεση στην ανακρίτρια, αφού βρίσκεται αυτή την στιγμή στην Αθήνα» αναφέρει στο enikos.gr ο κ. Δημήτρης Χούλης, δικηγόρος του προφυλακισθέντα.

Παράλληλα πρόσθεσε πως τόσο ο 31χρονος Μαροκινός, αλλά και οι υπόλοιποι επιζώντες, ενδεχομένως να προχωρήσουν σε μηνύσεις κατά του Λιμενικού, καθώς, σύμφωνα με τον κ. Χούλη, από όλες τις μαρτυρίες, προκύπτει πως το σκάφος των μεταναστών, χτυπήθηκε από το πλωτό του Λιμενικού, και όχι το αντίθετο. «Επίσης, έχουμε ήδη ζητήσει να εξαχθούν αντίγραφα από την δικογραφία και να πάνε στο ναυτοδικείο. Όλα τα αιτήματά μας, η ανακρίτρια είπε ότι θα απαντηθούν εν καιρώ».

«Μας είδαν, αλλά μας χτύπησαν κιόλας»

Σχετικά με το ναυάγιο που στοίχισε την ζωή 15 ανθρώπων, η ανακρίτρια από την πλευρά της, κάλεσε εκ νέου για κατάθεση τους επιζώντες, με έξι από αυτούς να περνάνε από το γραφείο της, προχωρώντας σε εκτενή ερωτήματα, με στόχο τη σαφή αποτύπωση των συνθηκών, υπό τις οποίες σημειώθηκε η τραγωδία. Σημειώνεται πως ο έβδομος μετανάστης, μεταφέρθηκε στην Αθήνα, καθώς πρόκειται για γονέα ενός από τα παιδιά που τραυματίστηκαν.

Ερωτηθείς ένας επιζώντας, για το τι αντιλήφθηκε πριν από την μοιραία σύγκρουση, εκείνος απάντησε: «Όταν είχαμε ένα χιλιόμετρο για την παραλία της Ελλάδας, το ξέρω γιατί το έβλεπα στον χάρτη στο κινητό μου, ο οδηγός μείωσε την ταχύτητα του σκάφους. Του είπαμε όλοι να το κάνει γιατί είχαμε και παιδιά μαζί μας. Πηγαίναμε ευθεία, και από την αριστερή μεριά μας είδα ένα φως που άναψε και έσβησε αμέσως και μετά από ένα – δύο δευτερόλεπτα έγινε το τρακάρισμα. Να σας πω κάτι; Μας είδαν, αλλά μας χτύπησαν κιόλας. Εάν είχα καταλάβει ότι έρχεται το Λιμενικό, επειδή είχαμε παιδιά στο σκάφος 12-15, κι εγώ έχω μωρό παιδί. Εγώ ο ίδιος θα είχα πει στον καπετάνιο να σταματήσει επειδή αυτό που κάνουμε είναι παράνομο».

Στην συνέχεια η ανακρίτρια τον ρώτησε εάν υπήρξε καταδίωξη από το σκάφος του Λιμενικού, πριν από την σύγκρουση, καθώς και εάν άκουσε κάποια σειρήνα, κάποιους να φωνάζουν STOP και αν είδε μπλε φώτα. «Όταν είδαμε το φως το τρακάρισμα έγινε αμέσως, δεν προλάβαμε. Δεν μας κυνηγούσαν, δεν είδαμε κάποιο λιμενικό σκάφος. Εάν μας κυνηγούσαν, θα είχαμε σταματήσει γιατί αυτό που κάνουμε είναι παράνομο και έτσι κι αλλιώς δεν θα μας άφηναν να περάσουμε. Έτσι κι αλλιώς εμείς ήμασταν ένα φουσκωτό με παιδιά και γυναίκες, δεν θα πηγαίναμε κόντρα στο σκάφος του λιμενικού και θα είχαμε σταματήσει αμέσως. Δεν ακούσαμε κάτι. Εάν είχαμε ακούσει, θα είχαμε σταματήσει τον καπετάνιο, δεν θέλαμε να σκοτωθούμε. Ήταν βράδυ και ήταν όλα ήσυχα. Αν υπήρχε κάτι στη θάλασσα θα το είχαμε καταλάβει αμέσως. Μόνο ευθεία πηγαίναμε, δεν στρίψαμε ούτε αριστερά ούτε δεξιά. Εγώ μετά το τρακάρισμα είδα αίματα και νεκρούς. Έπειτα από λίγα λεπτά ήρθαν οι λιμενικοί και μας βοήθησαν», κατέθεσε.

«Πηγαίναμε μόνο ευθεία, δεν στρίψαμε»

Σε διαφορετική κατάθεση επιζώντα, ο ίδιος αναφέρει πως λίγο πριν φτάσουν στην Ελλάδα, είδε ένα άσπρο δυνατό φως από τα αριστερά του. «Αυτό το φως άναψε και έσβησε κατευθείαν, μία φορά, σαν να ήθελε να φοβηθούμε. Όταν είδαμε το φως αγχωθήκαμε όλοι γιατί νομίζαμε ότι θα επιστρέψουμε πίσω. Έπειτα από ένα δευτερόλεπτο αφότου έκλεισε το φως, μας χτύπησαν πολύ γρήγορα και πολύ δυνατά. Έπειτα από αυτό το τρακάρισμα, πώς ζούμε σήμερα, ο Θεός ξέρει» είπε συγκεκριμένα, ενώ ερωτηθείς εάν άκουσε κάποια σειρήνα ή κάποιον να φωνάζει ΣΤΟΠ, ο ίδιος απάντησε αρνητικά. «Είδα το φως και μετά από ένα δευτερόλεπτο ένιωσα το χτύπημα. Αν είχαμε ακούσει κάτι, θα είχαμε σταματήσει κατευθείαν».

Παράλληλα, όταν ρωτήθηκε εάν κατάλαβε το σκάφος των μεταναστών να στρίβει, εκείνος απάντησε πως πήγαινε ευθεία, «και μας χτύπησε στην αριστερή πλευρά».

Σε τρίτη κατάθεση μίας γυναίκας που επέβαινε στο μοιραίο φουσκωτό σκάφος, όταν ρωτήθηκε από την ανακρίτρια «τι συνέβη και συγκρουστήκατε με το σκάφος του λιμενικού;», εκείνη απάντησε πως: «Για εμένα αυτό δεν ήταν τρακάρισμα. Ήταν σαν να ήθελαν να μας χτυπήσουν. Εμείς φτάναμε, είχαμε 2 λεπτά να φτάσουμε στην Ελλάδα και από μακριά είδαμε ένα άσπρο φως. Νομίζω από πίσω ή αριστερά το είδαμε δεν θυμάμαι καλά. Όλοι καταλάβαμε ότι μπορεί να ήταν ένα άλλο σκάφος και για αυτό όλοι είπαμε μεταξύ μας να συνεχίσουμε με προσοχή για να μην γίνει κάποια τρακάρισμα».

Όταν η Ανακρίτρια ρώτησε για την ταχύτητα με την οποία πήγαινε ο χειριστής του φουσκωτού, εκείνη απάντησε: «Εμείς του λέγαμε πότε να τρέχει και πότε να μην τρέχει, ανάλογα με το εάν είχε κύμα ή όχι», ενώ σε ερώτηση για το εάν αντιλήφθηκε το σκάφος να στρίβει, είπε «πηγαίναμε μόνο ευθεία, δεν στρίψαμε».

Σύμφωνα με τον κ. Χούλη, «δεν υπάρχει περίπτωση ο 31χρονος Μαροκινός να καταδικαστεί στο δικαστήριο, έστω για την πρόκληση ναυαγίου, με βάση τουλάχιστον με αυτά τα στοιχεία. Υπάρχουν πάρα πολλές αμφιβολίες και αντικειμενικά στοιχεία. Ένα από αυτά είναι πως ο ίδιος δεν έφερε τραύματα, δεν είχε χτυπήματα, άρα δεν θα μπορούσε να είναι και ο οδηγός του σκάφους. Δεύτερον, δεν μιλάει τουρκικά, παρά μόνο αραβικά, και συνεπώς, δεν θα μπορούσε να επικοινωνεί με τους επιβαίνοντες. Τρίτον, θεωρώ πως οι υπόλοιποι επιζώντες, δεν θα είχαν κανέναν λόγο να τον καλύψουν, ενώ έχουν χάσει τα παιδιά τους ή τους δικούς τους ανθρώπους».

Οι ερωτήσεις και απαντήσεις για τον χειριστή του σκάφους

Από τις καταθέσεις των επιζώντων προκύπτει ότι οι περισσότεροι δηλώνουν πως δεν είδαν ποιος οδηγούσε το σκάφος. Ορισμένοι αναφέρουν ότι αδυνατούν να τον αναγνωρίσουν, καθώς «φορούσε μάσκα σε όλο το πρόσωπό του».

Μόνο ένας από τους επιβάτες που εξετάστηκαν δήλωσε ότι θα μπορούσε να αναγνωρίσει τον οδηγό εάν τον έβλεπε. Αρχικά ανέφερε: «Μπορώ να τον αναγνωρίσω παρότι φορούσε μαύρη μάσκα σε όλο το πρόσωπο. Φαίνονταν μόνο τα μάτια του και αυτά ήταν που είδα». Κατά την προανάκριση, όταν της επιδείχθηκε φωτογραφία, τον υπέδειξε ως τον οδηγό.

Ωστόσο, στη συνέχεια, κατά την κύρια ανάκριση και αφού της παρουσιάστηκε εκ νέου φωτογραφία, αναθεώρησε την κατάθεσή της λέγοντας: «Δεν είδα τα μαλλιά του και το υπόλοιπο πρόσωπό του, όμως έτσι όπως τον βλέπω τώρα, νομίζω δεν είναι αυτός. Δεν είμαι σίγουρη. Μοιάζει με τον οδηγό». Όταν ρωτήθηκε γιατί τον αναγνώρισε στην προανάκριση μιλώντας στους λιμενικούς, είπε: «Τότε δεν ήμουν πολύ καλά, ήμουν ταραγμένη από το περιστατικό, έκλαιγα και δεν ήμουν σε κατάσταση να θυμάμαι καλά».

 

 

Exit mobile version