Τριάντα χρόνια μετά την ημέρα που η Ελλάδα βυθίστηκε στο πένθος, το enikos.gr ανοίγει τον φάκελο Ίμια επιχειρώντας μία διαφορετική προσέγγιση απ’ όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Άνθρωποι που έζησαν από κοντά τα γεγονότα ή που τα μελέτησαν ενδελεχώς, πρωταγωνιστές στο προσκήνιο ή το παρασκήνιο, φωτίζουν άγνωστες λεπτομέρειες και αναλύουν τι θα είχε συμβεί αν ήταν διαφορετική η αντίδραση τότε.
Συνέντευξη στον Χρήστο Μαζανίτη
Ο Αντιναύαρχος ε.α. του Πολεμικού Ναυτικού, Ιωάννης Εγκολφόπουλος, την περίοδο των Ιμίων ήταν αντιπλοίαρχος, κυβερνήτης της φρεγάτας ΑΔΡΙΑΣ F-459.
Το βράδυ της Τρίτης, 30 Ιανουαρίου 1996, προς Τετάρτη η ΑΔΡΙΑΣ βρισκόταν στο Ικάριο πέλαγος. Εκεί, ο κυβερνήτης Εγκολφόπουλος ειδοποιήθηκε ότι 3 τουρκικές φρεγάτες είχαν βγει από τα Δαρδανέλια. Το πλήρωμα της φρεγάτας τους είχε στήσει ενέδρα. «Εμείς παρακολουθήσαμε. Μέσα από τα ραδιοτηλέφωνα ήμασταν απόλυτα ενήμεροι για την κατάσταση. Αλλά και με τα link ξέραμε την εικόνα της περιοχής, λόγω του ότι η εικόνα μεταξύ των φρεγατών ανταλλάσσεται συνεχώς σε πραγματικό χρόνο. Και βεβαίως περιμέναμε. Και είχαμε στοχοποιήσει τις τρεις φρεγάτες που έρχονταν από την Τουρκία για να πάνε και αυτά στα Ίμια. Την ώρα που συνέβαιναν όλα αυτά, εμείς σχεδόν είχαμε περάσει το στενό της Σάμου – Ικαρίας και κατευθυνόμασταν προς τα Ίμια. Δηλαδή ήμασταν μερικά μίλια από την περιοχή των Ιμίων» μας λέει ο κ. Εγκολφόπουλος.
Μας εξιστορεί όσα βίωσε αλλά και άγνωστες λεπτομέρειες. Οι Τούρκοι εκείνο το βράδυ ήταν επιχειρησιακά εκτεθειμένοι και οι Έλληνες είχαν το πλεονέκτημα. Και ο ίδιος μας δίνει την δική του εκτίμηση για όσα έπρεπε να γίνουν και όσα δεν έγιναν.
«Οι Τούρκοι δεν μας είχαν αντιληφθεί. Και αυτό το ξέρουμε από πρώτο χέρι. Δεν μας είχαν αντιληφθεί. Και βεβαίως ήταν τόση μεγάλη η περιοχή που ελέγχαμε, που θα είχαμε τελειώσει με τους Τούρκους. Αλλά, δυστυχώς οι αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας ήταν τελείως αντίθετες προς το πνεύμα και τις παραδόσεις του ελληνισμού. Ο πόλεμος καμιά φορά πρέπει να γίνεται για να ησυχάζουν οι επόμενες γενιές. Τώρα ξοδεύουμε εκατομμύρια δολάρια κάθε μέρα για να αντιμετωπίσουμε αυτές τις αυθαιρεσίες και τις παράνομες ενέργειες των Τούρκων, οι οποίοι έχουν γράψει στα παλιά στα παπούτσια όχι μόνο το διεθνές δίκαιο αλλά και ό,τι ιερό και όσο υπάρχει σε αυτόν τον κόσμο. Και όμως όλοι τους ανέχονται», επισημαίνει.
Στην συνέντευξή – ποταμό στο enikos.gr, ο Ναύαρχος Εγκολφόπουλος κάνει μία ανάλυση διαφορετική απ’ όσες έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Φωτίζει τις επιχειρησιακές πτυχές και όλα όσα η τότε κυβέρνηση δεν τόλμησε να κάνει, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι ξαφνικά να αποκτήσουν λόγο επί ελληνικού εδάφους.
Η συζήτησή μας ξεκινά με το ερώτημα εάν – 30 χρόνια μετά – πιστεύει ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις έκαναν όλα όσα έπρεπε και μπορούσαν εκείνη την κρίσιμη περίοδο.
Κανόνες εμπλοκής
«Οι Ένοπλες Δυνάμεις έκαναν αυτό που ζητήθηκε από την πολιτική ηγεσία. Και όταν φτάσαμε σε ένα σημείο κυρίως λόγω προκλήσεων από τους Τούρκους και οι Ένοπλες Δυνάμεις άρχισαν να ζητάνε επιπλέον πράγματα. Δηλαδή να μπορούν πλέον να αντιμετωπίσουν αυτή την προκλητικότητα των Τούρκων. Αυτό που ζητάγαμε ήταν απελευθέρωση των κανόνων εμπλοκής. Γιατί ξέρετε σε οποιανδήποτε επιχείρηση πηγαίνουμε είναι συγκεκριμένα τα πράγματα που μπορείς να κάνεις. Διότι πάρα πολλά από αυτά και με βάση το διεθνές δίκαιο και με βάση τους κανονισμούς του ΝΑΤΟ, δεν μπορεί να θεωρηθούν εχθρική ενέργεια.
Πρακτικά, το να στρέψεις το πυροβόλο σου πάνω σε ένα άλλο πλοίο, αυτό θεωρείται εχθρική ενέργεια. Γιατί εκείνη την ώρα δεν ξέρει ο άλλος αν εσύ τον έχεις βάλει στο στόχο και μπορεί να του ρίξεις. Άρα πρέπει να αντιδράσει. Όλα λοιπόν αυτά, η πολιτική ηγεσία δεν μας τα έχει απελευθερώσει. Είχαν δοθεί κανόνες εμπλοκής μέχρι εκεί που έφτανε η στρατιωτική ηγεσία. Από κάποιο σημείο όμως και μετά αυτό δεν επαρκούσε. Και ζητούσαμε επιπλέον. Η απάντηση ήταν ‘Δεν χρειάζεται να σας δώσουμε γιατί δεν θέλουμε να προκαλούμε παραπάνω’.
Αυτό έφτασε και στο σημείο – παρότι ζητήσαμε να βάλουμε από πολύ νωρίς – να μην βάλουμε φρουρά στα δυτικά Ίμια. Δηλαδή σε αυτά που ανέβηκαν οι Τούρκοι.
Η απάντηση ήταν ‘Όχι για να μην προκαλέσουμε’. Όταν όμως κάποια στιγμή βλέπαμε ότι οι Τούρκοι έκαναν τέτοιες ενέργειες που προμήνυαν ότι κάτι θα πάνε να κάνουν και αρχίσαμε πλέον να φωνάζουμε και να λέμε ότι ‘εδώ κάτι πάει να γίνει δώστε μας επιπλέον κανόνες εμπλοκής, απελευθερώστε μας ορισμένα πράγματα’ έπειτα από πολύ έντονες συζητήσεις στα ραδιοτηλέφωνα με το Γενικό Επιτελείο η απάντηση ήτανε ‘Να σταματήσουμε να το ζητάμε διότι είναι απόφαση της ανωτάτης πολιτικής ηγεσίας. Δεν πάει παραπάνω’.
Αυτό βέβαια, μετά από κάποια στιγμή, επανήλθαν και μας είπαν προετοιμαστείτε να βάλετε φρουρά στα Ίμια (τα δυτικά), σε αυτά που ανέβηκαν οι Τούρκοι».
Μέσω διαπραγματεύσεων…
«Χαρακτηριστικό όμως είναι ότι όλη αυτή η κρίση είχε γίνει αντιληπτή από το Γενικό Επιτελείο. Δεν είχε γίνει αντιληπτό, όμως, το πού το πηγαίναν οι Τούρκοι, από την πολιτική ηγεσία. Και η πολιτική ηγεσία κοίταζε μέσω διαπραγματεύσεων να σταματήσουν τα πράγματα.
Οι Τούρκοι έκαναν ότι διαπραγματευόντουσαν, ενώ στην ουσία προκαλούσαν. Και βεβαίως αυτές τις προκλήσεις δεν τις ήξερε η πολιτική ηγεσία διότι ουδεμία επαφή είχε με την πραγματική κατάσταση που συνέβαινε πραγματικά γύρω από τα Ίμια.
Γιατί δεν ήταν στο γραφείο του Πρωθυπουργού στη Βουλή. Και δεν είχαν ούτε ένα χάρτη. Δεν είχαν ούτε ένα τηλέφωνο Δεν συζητούσαν με κανέναν. Ο Πρωθυπουργός δεν δέχτηκε ούτε τον διοικητή της ΕΥΠ, διότι όπως ελέχθη σε ντοκιμαντέρ, που είδαμε τελευταία, ήταν άνθρωπος του κυρίου Παπανδρέου. Γι’ αυτό δεν τον δέχτηκε. Επίσης υπήρχε μια κατάσταση στην πολιτική ηγεσία η οποία ήταν τραγελαφική. Και βεβαίως αυτό το οποίο φοβόμασταν συνέβη.
Ακριβώς λοιπόν για να προστατεύσουμε το κύρος και τις ενέργειες των δικών μας πλοίων και του προσωπικού μας, στις 12 η ώρα και 4 λεπτά (σ.σ. εννοεί τα μεσάνυχτα της 31ης Ιανουαρίου) λάβαμε ένα σήμα από τον Αρχηγό του Ναυτικού, που στην ουσία μας έλεγε ότι περιμένει από όλους μας να κάνουμε τον καθήκον μας και ότι από εδώ και πέρα είναι βέβαιος ότι θα είμαστε αντάξιοι των παραδόσεων και της ιστορίας του Πολεμικού Ναυτικού. Και μας εύχεται καλή επιτυχία και η Παναγία, Ο Θεός μαζί μας.
Αυτό έγινε 12.04. Γιατί εδόθη αυτό το σήμα; Διότι ο αρχηγός του ναυτικού δεν είχε επαφή με τον κύριο Αρχηγό ΓΕΕΘΑ τον κύριο Λυμπέρη στο γραφείο του Πρωθυπουργού. Και βεβαίως, καταλάβαινε ο άνθρωπος ότι τα πράγματα πηγαίνανε για σύγκρουση, με τις προκλητικές ενέργειες των Τούρκων.
Άρα μας έδωσε το σινιάλο ότι κάντε αυτό που ξέρετε. Και βεβαίως για να προστατεύσετε το προσωπικό και το υλικό μας».
Το ελικόπτερο
«Εμείς κάναμε αυτό που ξέραμε. Αυτό ήταν αντιληπτό. Και παρά τις συνεχείς εκκλήσεις να μπει (ομάδα βατραχανθρώπων) επάνω στο νησί, δεν μας αφήσανε. Και όταν πλέον μας είπαν να πάνε, πλέον φτάσαμε το πρωί στις 3.40, όπου εκεί μας ενημέρωσαν ότι η αμερικανική πλευρά είχε ενημερωθεί από την τουρκική πλευρά ότι υπήρχαν βατραχάνθρωποι. Υπήρχε ομάδα Βατραχανθρώπων πάνω στα δυτικά Ίμια.
Έτσι καταλαβαίνετε αυτό που φοβόμασταν έγινε. Διότι δεν εισακουγόμασταν.
Εκείνη την ώρα ζητήθηκε να πάει το ελικόπτερο για να δει τι ακριβώς γίνεται. Δηλαδή τι ζητήθηκε; Σε ένα νησί Ελληνικό νησί σε μια βραχονησίδα ό,τι και να είναι, στο οποίο ανέβηκαν Τούρκοι, δηλαδή κατέλαβαν ελληνικό έδαφος, ζητήθηκε να πάμε να δούμε εάν πράγματι το είχαν καταλάβει. Χωρίς να ξέρει κανένας. Και αυτό ήρθε κατευθείαν από το γραφείο του Πρωθυπουργού. Διότι – είναι γραμμένα αυτά που σας λέω όλα τα σήματα που έχουν ανταλλαγεί, υπάρχουν ήδη καταγεγραμμένα όλα αυτά – ζητήθηκε από το γραφείο του Πρωθυπουργού να πάει το ελικόπτερο να δει εάν είναι μια εχθρική ομάδα που έκανε εχθρική ενέργεια.
Δεν ήξερε κανένας τότε εάν οι Τούρκοι είχαν εντολή να ρίξουν ή να μη ρίξουν. Δηλαδή πάρθηκε μια απόφαση για να γίνει μια αποστολή αυτοκτονίας. Η απόφαση αυτή παρά τις δυσμενείς συνθήκες εξετελέσθη και βεβαίως διαπιστώσαμε γιατί το ελικόπτερο πέταξε πάρα πολύ χαμηλά λόγω της βροχής και των κακών καιρικών συνθηκών. Και αυτές ήταν που βοήθησαν πάρα πολύ τους Τούρκους να ανέβουν επάνω. Διότι σε αυτές τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν ήταν αδύνατο να εντοπιστεί μια φουσκωτή βάρκα με 7-10 άτομα, όσοι ήταν. Ήταν αδύνατον, ήταν από τις πολύ δύσκολες επιχειρήσεις εκείνο το βράδυ και μάλιστα όταν προστατεύονται.
Επομένως ζητήθηκε λοιπόν και πήγαν. Οι άνθρωποι πήγαν εντόπισαν τους Τούρκους, έφτασαν σχεδόν 4-5 μέτρα πάνω από το έδαφος για να μπορούν να δουν με τον προβολέα.
Διότι άνοιγαν τον προβολέα και αντανακλούσε ο προβολέας πάνω στην πολύ ισχυρή βροχή που έπεφτε. Η ορατότητα ήταν σχεδόν μηδενική δηλαδή γύρω – γύρω, δεν μπορούσες να δεις τίποτα. Ήταν σκοτάδι πίσσα, η νέφωση ήταν πάρα πολύ χαμηλή. Και βεβαίως φεύγοντας το ελικόπτερο, μόλις απομακρύνθηκε περίπου 1,5 μίλι από το νησί, έπεσε.
Πράγματι εκεί δεν είχαμε καμία αναφορά του ελικόπτερου ότι έριξαν οι Τούρκοι κατά του ελικοπτέρου, διότι θα μας το έλεγαν οπωσδήποτε και θα ακούγαμε όλοι ότι πραγματικά βαλόμεθα. Δεν έριξαν οι Τούρκοι. Και όπως μάθαμε και εκ των υστέρων, οι Τούρκοι δεν είχαν εντολή να ρίξουν απλώς ήθελαν να γκριζάρουν το νησί το οποίο το πέτυχαν. Και το πέτυχαν κυρίως διότι η πολιτική ηγεσία δεν άφηνε τη στρατιωτική ηγεσία και από νωρίς το πρωί να κάνει τις ενέργειες που έπρεπε ούτως ώστε να αποτρέψει μια τέτοιου είδους ενέργεια, να μπει στο δυτικό νησί στα δυτικά Ίμια, να ανέβει η τουρκική ομάδα Βατραχανθρώπων.
«Μην προκαλείτε»
Και βεβαίως αυτό ήταν οι συνεχείς παροτρύνσεις από την Πολιτική ηγεσία να μην προκαλούμε τους Τούρκους. Αυτή η μη πρόκληση των Τούρκων ήταν τραγική. Το τραγικότερο εδώ όμως είναι ότι και από πλευράς μονάδων και από πλευράς βληματικού αλλά και Πολεμικού υλικού είχαμε αφενός μεν την Υπεροχή. Είχαμε την υπεροχή γιατί οι δικές μας μονάδες μεγάλες και μικρές, ήταν καλυμμένες πάνω στα ελληνικά νησιά που εκεί δεν μπορεί ούτε ο πύραυλος ούτε τα ραντάρ πυροβολικού να τις δουν και να τις χτυπήσουν. Αντιθέτως οι Τούρκοι ήταν στη μέση. Φανταστείτε ένα κύκλο γύρω – γύρω, ο οποίος είναι με νησιά και οι Τούρκοι να είναι στη μέση. Εκεί οι Τούρκοι όλοι θα πήγαιναν αύτανδροι.
Δυστυχώς δεν εκμεταλλευτήκαμε αυτή την ευκαιρία. Αυτό που λένε πολλοί ότι θα γινόταν Πόλεμος όταν η Τουρκία θα έχανε 10 μεγάλες της μονάδες και όταν θα ισοπεδώναμε το νησί, το οποίο κατέλαβε – Ελληνικό νησί – δηλαδή έκανε πρώτη επιθετική ενέργεια. Ούτε πόλεμος θα γινόταν διότι θα είχαν πέσει στη μέση όλοι ΝΑΤΟϊκοί, Αμερικάνοι κτλ. Θα είχε σταματήσει το πράγμα, και την άλλη μέρα σε οποιοδήποτε τραπέζι διαπραγματεύσεων που λένε, θα πηγαίναμε και θα πηγαίναμε ως νικητές. Γιατί θα είχαν χάσει τον μισό τους στόλο.
Αυτά βεβαίως για να τα ξέρεις και να τα κάνεις πρέπει να έχεις την έννοια της πραγματικής κατάστασης. Από το γραφείο του Πρωθυπουργού στη Βουλή αυτή την έννοια δεν μπορεί να την έχεις. Αλλά και το γεγονός ότι αφήνουν να εννοηθεί ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν ήταν έτοιμες, απλώς θα θυμίσω ότι όταν κέρδισε τις εκλογές το ΠΑΣΟΚ, ο Ανδρέας Παπανδρέου, Πρωθυπουργός το ‘93 τον Οκτώβριο, το ‘94 το καλοκαίρι ανακοίνωσε το ενιαίο αμυντικό Δόγμα με την Κύπρο. Δηλαδή είχαμε τη δυνατότητα να αμυνθούμε σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο και δεν είχαμε ικανές μονάδες και δυνάμεις για να προστατεύσουμε δύο Βραχονισίδες; Αυτά μόνο άσχετοι ή κακοπροαίρετοι τα λένε.
Και πάντα σε όλες τις κρίσεις που είχαμε με την Τουρκία από το ‘74 μέχρι και το ‘96 οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις είχαν πάντα υπεροπλία και υπερείχαν. Εκεί που χρησιμοποιήθηκε σωστά η υπεροπλία και η υπεροχή των Ενόπλων Δυνάμεων και εφαρμοστήκαν τα σχέδια το ‘87 στη κρίση του Μαρτίου του ’87, τότε οι Τούρκοι έκαναν πίσω. Και βεβαίως βρήκαν την κατάλληλη στιγμή μόλις ο κ. Παπανδρέου είχε φύγει, γιατί ούτε με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη Πρωθυπουργό, τολμούσαν να κάνουν τίποτα, γιατί ήξεραν την αποφασιστικότητά του. Ούτε με τον κ. Παπανδρέου, μέχρι το ‘96 τις αρχές που ο άνθρωπος παραιτήθηκε. Αλλά όλοι αυτοί όμως οι οποίοι ανέλαβαν να διοικήσουν την Ελλάδα το βράδυ των Ιμίων ήταν υπουργοί και γνώστες πραγματικοί της κατάστασης που είχαν οι Ένοπλες Δυνάμεις. Και δεν θα έλεγαν να φτιάξουμε το Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα εάν οι ΕΔ δεν ήταν ικανές να το υπερασπιστούν.
Επομένως όλα αυτά που ακούγονται μόνο κακής προελεύσεως είναι και ασχετοσύνης. Και προσπαθούν ορισμένοι να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Εάν είχαμε χτυπήσει εκείνο το βράδυ θα είχε ησυχάσει η Ελλάδα για τα επόμενα 100 χρόνια. Διότι οι Τούρκοι μόνο αυτή τη γλώσσα καταλαβαίνουν. Καμία άλλη τη γλώσσα. Μόνο τη γλώσσα της ισχύος».
