Αίσθηση προκαλεί το θέαμα ενός black metal συγκροτήματος που τραγουδά μπροστά σε εικόνες του Χριστού και της Παναγίας, εμφανίζεται με εκκλησιαστικά άμφια και αντλεί την αισθητική του από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Κι όμως, αυτό ακριβώς είναι το ιδιαίτερο σύμπαν των Patriarkh.
Της Κατερίνας Χαμαλέλη
Αν κάποιος δεν τους έχει δει ποτέ, το πρώτο πράγμα που θα προσέξει στους Patriarkh δεν είναι απαραίτητα η μουσική. Είναι η εικόνα.
Στη σκηνή εμφανίζονται με βαριά εκκλησιαστικά άμφια, κουκούλες που καλύπτουν τα πρόσωπά τους, μίτρες και στοιχεία που θυμίζουν μοναχικά σχήματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο χώρος γεμίζει καπνό, θυμίαμα και ψαλμωδίες, ενώ πάνω από τα blast beats και τις κιθάρες ακούγονται χορωδιακά μέρη και λειτουργικά μοτίβα.
Η μουσική τους συνδυάζει black metal με εκκλησιαστικούς ύμνους, βυζαντινή μονοφωνία και σλαβικές λειτουργικές ψαλμωδίες, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα που μοιάζει περισσότερο με τελετουργία παρά με συμβατική metal συναυλία.
Δεν είναι τυχαίο ότι η εικόνα αυτή έχει προκαλέσει απορίες, συζητήσεις αλλά και αντιδράσεις. Για πολλούς το ερώτημα παραμένει το ίδιο:
- Τι δουλειά έχουν οι ψαλμωδίες και οι εικόνες σε ένα black metal συγκρότημα;
Η πρώτη συνάντηση με το «ορθόδοξο» black metal
Την αισθητική αυτή την είχα συναντήσει πρώτη φορά στις 29 Σεπτεμβρίου στο Arch Club στην Αθήνα, όταν είδα τους Batushka, το συγκρότημα από το οποίο ουσιαστικά προέκυψαν οι Patriarkh.
Ακόμη θυμάμαι να προσπαθώ να εξηγήσω σε έναν απορημένο οδηγό ταξί γιατί τόσοι άνθρωποι έψαχναν ταξί εκείνη την ώρα. Πόσο διάσημη πια ήταν αυτή η μπάντα; Τι παίζουν; Black metal; Με άμφια; Ακόμη και εγώ δεν ήξερα πώς να το εξηγήσω.
Από τους Batushka στους Patriarkh
Μια μικρή ιστορική αναδρομή βοηθά να καταλάβει κανείς το φαινόμενο.
Οι Batushka εμφανίστηκαν το 2015 στην Πολωνία με μια αρκετά πρωτότυπη ιδέα: να συνδυάσουν το black metal με λειτουργική μουσική της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τα τραγούδια τους γράφτηκαν στην παλαιοεκκλησιαστική σλαβονική γλώσσα, τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στη λειτουργία σε πολλές ορθόδοξες σλαβικές χώρες.
Από νωρίς το συγκρότημα έγινε γνωστό όχι μόνο για τη μουσική του αλλά και για την ιδιαίτερη αισθητική του. Τα μέλη εμφανίζονταν στη σκηνή με μοναχικά σχήματα και εκκλησιαστικά ρούχα, κρύβοντας τα πρόσωπά τους. Οι ενδυμασίες αυτές αντλούν στοιχεία από τη μοναστική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας και από τελετουργικά ενδύματα που παραπέμπουν σε μοναχικές αμφιέσεις.
Το concept των άλμπουμ τους βασίστηκε σε λειτουργικά κείμενα και θρησκευτικά τελετουργικά, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο μουσικό σύμπαν που κινείται ανάμεσα στο ιερό και το θεατρικό.
Η ιστορία όμως των Batushka δεν έμεινε μόνο στη μουσική. Λίγα χρόνια αργότερα ξέσπασε μια έντονη διαμάχη μεταξύ του κιθαρίστα Κριστόφ Ντραμπικόφσκι και του τραγουδιστή Μπαρτολομιέι Κρισιούκ για τα δικαιώματα του ονόματος. Για ένα διάστημα υπήρχαν ουσιαστικά δύο διαφορετικές εκδοχές του συγκροτήματος που περιόδευαν παράλληλα.
Η υπόθεση κατέληξε τελικά στα πολωνικά δικαστήρια, τα οποία το 2024 έδωσαν τα δικαιώματα του ονόματος στον Ντραμπικόφσκι. Η πλευρά του Κρισιούκ αποφάσισε τότε να συνεχίσει με νέο όνομα. Έτσι γεννήθηκαν οι Patriarkh, διατηρώντας όμως το ίδιο αισθητικό και μουσικό σύμπαν.
Η συναυλία στην Κρακοβία
Και αυτή τη φορά τους είδα την Κυριακή 15 Μαρτίου στην Κρακοβία, στο Klub Studio, σε μια συναυλία που έμοιαζε περισσότερο με σκοτεινή θεατρική παράσταση παρά με τυπικό metal live.
Το line-up της βραδιάς κινήθηκε σε αρκετά διαφορετικές πλευρές του ακραίου ήχου. Η αρχή έγινε με τον Doctor Visor, που κινείται σε πιο industrial και ηλεκτρονικές κατευθύνσεις. Ακολούθησαν τα πιο κλασικά σχήματα του black και death metal χώρου, όπως οι Ephialtes και οι Infernal Flame, πριν η σκηνή περάσει σε πιο ιδιαίτερες παρουσίες.
Ανάμεσά τους και το one-man project Królówczana Smuga του Adam Piętak από το Biłgoraj. Με καλυμμένο πρόσωπο και μια έντονα τελετουργική αισθητική, το project συνδυάζει παραμορφωμένους ήχους κιθάρας με σκοτεινή folk αφήγηση και αναφορές σε ξεχασμένες τοπικές ιστορίες.
Το στοιχείο της παράδοσης και της λαϊκής μνήμης είναι άλλωστε κάτι που εμφανίζεται συχνά και στη μουσική των Patriarkh.
Η τελετουργική σκηνική αισθητική
Ο συμβολισμός στις αμφιέσεις τους είναι επίσης πολύ σημαντικός. Η εμφάνιση ξεκίνησε με δύο μέλη της μπάντας να ανάβουν κεριά σε μανουάλια, ενώ ο χώρος γέμισε με τη χαρακτηριστική μυρωδιά θυμιάματος εκκλησίας.
Ο τραγουδιστής τραγουδά από έναν υπερυψωμένο αμβώνα, πίσω από τον οποίο βρίσκεται εικόνα της Παναγίας με το Βρέφος, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τη λειτουργική αισθητική της σκηνής.
Ο τραγουδιστής εμφανίστηκε αρχικά με λευκά ράσα, πριν αλλάξει σε μαύρα στο δεύτερο μισό της εμφάνισης. Η τραγουδίστρια άλλαξε τρεις φορές ενδυμασία — ένα γαλάζιο, ένα κόκκινο και τελικά ένα μαύρο ένδυμα. Οι δύο κιθαρίστες φορούσαν γαλάζια χρυσοποίκιλτα άμφια, τα οποία αργότερα εμπλουτίστηκαν με μικρά ωμοφόρια με νεκροκεφαλές. Δίπλα τους βρίσκονταν δύο «ψάλτες» ντυμένοι στα μαύρα, φορώντας παραλλαγές του μοναχικού analavos, διακοσμημένες με διάφορα σύμβολα και νεκροκεφαλές.
Η ιστορία του Wierszalin
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της θεματολογίας τους είναι τα κομμάτια Wierszalin II και Wierszalin IV, που βασίζονται στην ιστορία του Wierszalin, ενός θρησκευτικού κινήματος που εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1930 στην περιοχή Podlasie της ανατολικής Πολωνίας.
Το Wierszalin IV μάλιστα περιλαμβάνει στίχους στα ελληνικά από τον Ψαλμό 135, στοιχείο που ενισχύει ακόμη περισσότερο τη σύνδεση της μουσικής τους με την ορθόδοξη λειτουργική παράδοση.
Εκεί, ένας αγρότης με το όνομα Ιλίας Κλιμένκο αυτοανακηρύχθηκε προφήτης και δημιούργησε μια μικρή θρησκευτική κοινότητα που συνδύαζε ορθόδοξα στοιχεία με τοπικές λαϊκές δοξασίες.
Η ιστορία αυτή αποτέλεσε βασική έμπνευση για το άλμπουμ Prorok Ilja, το οποίο αφηγείται την πορεία αυτού του παράξενου κινήματος μέσα από ένα μουσικό concept που μπλέκει black metal, folk μουσική και λειτουργικά στοιχεία.
Γιατί τόσα ορθόδοξα στοιχεία;
Και εδώ ίσως βρίσκεται και η απάντηση στο αρχικό ερώτημα: γιατί ένα πολωνικό metal συγκρότημα χρησιμοποιεί τόσο έντονα ορθόδοξα στοιχεία.
Η περιοχή Podlasie, από την οποία προέρχονται οι μουσικοί, είναι μία από τις λίγες περιοχές της Πολωνίας όπου η ορθόδοξη παράδοση έχει ισχυρή παρουσία. Η μουσική τους δεν προσπαθεί απαραίτητα να «υποστηρίξει» ή να «επιτεθεί» στη θρησκεία, αλλά να χρησιμοποιήσει την αισθητική, τις ιστορίες και τη συμβολική δύναμη αυτής της παράδοσης μέσα σε ένα καλλιτεχνικό πλαίσιο.
Όπως έχουν πει και οι ίδιοι σε συνεντεύξεις, το συγκρότημα επιχειρεί να ενώσει το ιερό και το βέβηλο — το sacrum και το profanum, αφήνοντας στο κοινό να αποφασίσει πώς θα ερμηνεύσει αυτό το ιδιαίτερο μουσικό σύμπαν.
