Το σχέδιο Τραμπ για να «ανοίξει» τα Στενά του Ορμούζ και τα πρακτικά ζητήματα που σχεδόν το ακυρώνουν

Πλοίο στο Ορμούζ

Καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή μπαίνει στην έκτη ημέρα της, το σχέδιο της κυβέρνησης Τραμπ για τη διαχείριση της παράλυσης των πετρελαιοφόρων στα στρατηγικής σημασίας Στενά του Ορμούζ αντιμετωπίζει σημαντικά εμπόδια, σύμφωνα με αναλυτές, γράφει η Morning Star.

Ωστόσο, ο Τραμπ δηλώνει ότι δεν ανησυχεί για την αύξηση των τιμών της βενζίνης στις ΗΠΑ λόγω του πολέμου, όπως ανέφερε σε αποκλειστική συνέντευξη στο Reuters, τονίζοντας ότι η στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ αποτελεί προτεραιότητά του.

Για τις τιμές είπε ότι δεν ενδιαφέρεται καθόλου. «Θα πέσουν πολύ γρήγορα όταν τελειώσει αυτό, και αν αυξηθούν, θα αυξηθούν, αλλά αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό από το να αυξηθεί λίγο η τιμή της βενζίνης», είπε.

Οι επιπτώσεις του πολέμου στην παγκόσμια αγορά

Πρόσθεσε επίσης ότι δεν σκοπεύει να αξιοποιήσει το Στρατηγικό Απόθεμα Πετρελαίου και ότι είναι βέβαιος ότι τα Στενά του Ορμούζ, το κρίσιμο κανάλι για τη μεταφορά πετρελαίου κοντά στο Ιράν, θα παραμείνουν ανοιχτά, καθώς ο ιρανικός ναυτικός στόλος βρίσκεται «στο βυθό της θάλασσας».

Όμως οι παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί κατά 16% από την έναρξη του πολέμου το Σάββατο και το Ορμούζ παραμένει κλειστό. Την Πέμπτη δεν πέρασε ούτε ένα τάνκερ. Οι χώρες του ΟΠΕΚ παράγουν ακόμα πετρέλαιο και έχουν μόλις μερικές ημέρες ακόμα περιθώριο να το αποθηκεύουν. Μετά θα πρέπει να σταματήσουν την παραγωγή.

Η ακινητοποίηση των πλοίων στο Ορμούζ έχει εκτοξεύσει όλα τα ναύλα και τα ασφάλιστρα, ενώ ο πόλεμος  προκαλεί καθημερινές αναταράξεις στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές, έξι ημέρες τώρα.

Η λύση Τραμπ και τα προβλήματα

Ο Τραμπ είπε ότι αμερικανικά πολεμικά πλοία θα συνοδεύσουν τα εμπορικά πλοία στα Στενά και δήλωσε ότι μια σχετικά άγνωστη αμερικανική κυβερνητική υπηρεσία, την DFC (U.S. International Development Finance Corp) θα παρέχει ασφάλιση κινδύνου για το θαλάσσιο εμπόριο.

Είναι ο διεθνής επενδυτικός βραχίονας της αμερικανικής κυβέρνησης. Ασχολείται με την χρηματοδότηση της προμήθειας εμβολίων σε φτωχότερες χώρες και τη χορήγηση δανείων σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις στον αναπτυσσόμενο κόσμο.

Το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ έχει συνοδεύσει πλοία στον Κόλπο και στο παρελθόν, ιδίως τη δεκαετία του 1980 κατά τον πόλεμο Ιράν–Ιράκ, όταν ο πρόεδρος Ρόναλντ Ρίγκαν επέτρεψε σε κουβεϊτιανά πετρελαιοφόρα να αλλάξουν σημαία και να εγγραφούν ως αμερικανικά πλοία ώστε να λαμβάνουν ναυτική συνοδεία.

Η αποστολή εκείνη είχε την κωδική ονομασία Operation Earnest Will και, σύμφωνα με μελέτη του Naval War College Review το 2020, «ξεχώρισε ως η μεγαλύτερη και πιο περίπλοκη επιχείρηση επιφανειακού πολέμου του αμερικανικού ναυτικού από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και αποτέλεσε ένα σπάνιο παράδειγμα χρήσης στρατιωτικής ισχύος από τις Ηνωμένες Πολιτείες για την προστασία της πρόσβασης στο αργό πετρέλαιο».

Η λύση για την ασφάλιση από την DFC προσκρούει στο γεγονός ότι τα όρια ασφάλισης της υπηρεσίας είναι «πολύ μικρά για τον κίνδυνο», σύμφωνα με αναλυτές της J.P. Morgan. Με άλλα λόγια, το ποσό που επιτρέπεται σήμερα να δαπανήσει η υπηρεσία δεν θα επαρκούσε για να καλύψει πλοία στον Περσικό Κόλπο που θα υποστούν ζημιές ή θα καταστραφούν ενώ πλέουν στα Στενά, αφήνοντας τους ιδιοκτήτες αντιμέτωπους με σοβαρές απώλειες.

Άλλοι ναυτιλιακοί παράγοντες εκτιμούν ότι ακόμα κι αν εφαρμοστεί το σχέδιο, ίσως να μην εφαρμοστεί αρκετά γρήγορα ώστε να αποφευχθούν παγκόσμιοι ενεργειακοί κραδασμοί, όπως αυξήσεις στις τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ.

Πόσο κοστίζει η ασφάλιση στον πόλεμο

Οι αναλυτές της J.P. Morgan εκτιμούν ότι κάθε πλοίο που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στον Περσικό Κόλπο θα χρειαζόταν κάλυψη για ρύπανση από πετρέλαιο, διάσωση, ζημιές στο σκάφος και ευθύνη έναντι τρίτων σε περίπτωση ολικής απώλειας.

Αυτό συνεπάγεται μέγιστη ασφαλιστική κάλυψη περίπου 352 δισεκατομμυρίων δολαρίων, την οποία οι ιδιωτικές αγορές δεν παρέχουν σήμερα. Ο υπολογισμός αφορά 329 πετρελαιοφόρα που βρίσκονται στον Κόλπο, εκτός από εκατοντάδες πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και άλλους τύπους πλοίων.

Το ποσό αυτό υπερβαίνει κατά πολύ το σημερινό ανώτατο όριο επενδύσεων της DFC, το οποίο το διοικητικό συμβούλιο της υπηρεσίας αύξησε στα 205 δισεκατομμύρια δολάρια τον Φεβρουάριο.

Οι πρακτικές δυσκολίες

Η νορβηγική ναυτασφαλιστική εταιρεία Skuld, μία από τις λίγες παγκόσμιες εταιρείες στον κλάδο, δήλωσε ότι, αν και τα σχέδια της αμερικανικής κυβέρνησης είναι «ενθαρρυντικά», οι «πρακτικές λεπτομέρειες εφαρμογής απέχουν πολύ από το να είναι απλές».

Υπάρχουν επίσης ερωτήματα σχετικά με τη λογιστική υποστήριξη της ναυτικής προστασίας των ΗΠΑ, όπως ποιες χώρες μπορεί να αποκλειστούν από αυτή και πώς τυχόν μέτρα θα αλληλεπιδρούν με τις «εκτεταμένες» διεθνείς κυρώσεις κατά του Ιράν. «Αυτές οι ασάφειες πιθανότατα θα ενταθούν όσο εξελίσσεται η σύγκρουση», ανέφερε η Skuld.

Αναλυτές της Wolfe Research χαρακτήρισαν την πρόταση της αμερικανικής κυβέρνησης για ναυτασφάλιση ως «νομικά εφικτή», καθώς η DFC διαθέτει ευρείες αρμοδιότητες για δάνεια, εγγυήσεις δανείων, επενδύσεις σε μετοχικό κεφάλαιο, ασφάλιση και αντασφάλιση. Οι όροι θα μπορούσαν να «βελτιωθούν», ανέφεραν.

Το αν αυτό θα έχει πραγματικό αντίκτυπο στην πράξη είναι άλλο ζήτημα.