Στο τραπέζι η επανέναρξη των αμερικανικών πληγμάτων κατά του Ιράν μετά τις ενδιάμεσες εκλογές

Την πιθανότητα επανέναρξης εκτεταμένων αμερικανικών βομβαρδισμών κατά του Ιράν ενισχύουν η ανάπτυξη πρόσθετων στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή και η αυξημένη ετοιμότητα του Ισραήλ. Ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ συνδέει τις εξελίξεις με το πέρας των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου, στρατιωτικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι οι επιλογές της Ουάσινγκτον είναι περιορισμένες και η επίτευξη στρατιωτικής λύσης παραμένει δύσκολη.

ΗΠΑ, Ιράν, νέα πλήγματα

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Την πιθανότητα επανέναρξης εκτεταμένων αμερικανικών βομβαρδισμών κατά του Ιράν ενισχύουν η ανάπτυξη πρόσθετων αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή, οι σχετικές προειδοποιήσεις και η αυξημένη ετοιμότητα του Ισραήλ.
  • Αναλυτές εκτιμούν ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο νέων πληγμάτων μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ την 3η Νοεμβρίου, επικαλούμενοι την άφιξη του αεροπλανοφόρου USS Theodore Roosevelt και την αποστολή ενισχύσεων πεζοναυτών.
  • Παρ’ όλα αυτά, ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η επίτευξη στρατιωτικής λύσης παραμένει δύσκολη, καθώς οι επιλογές της Ουάσινγκτον είναι περιορισμένες και μια νέα κλιμάκωση δύσκολα θα τερμάτιζε τη σύγκρουση.

Την πιθανότητα επανέναρξης εκτεταμένων αμερικανικών βομβαρδισμών κατά του Ιράν ενισχύουν η ανάπτυξη πρόσθετων αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή, οι προειδοποιήσεις προς τους Αμερικανούς πολίτες και η αυξημένη ετοιμότητα των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων.

Ωστόσο, αναλυτές εκτιμούν ότι η επίτευξη στρατιωτικής λύσης στη σύγκρουση παραμένει δύσκολη και για τις δύο πλευρές.

Το τελευταίο διάστημα, η Ουάσινγκτον και η Τεχεράνη αναμετρώνται κυρίως στη θάλασσα. Η αμερικανική πλευρά έχει προχωρήσει στην επιβολή αποκλεισμού ιρανικών λιμανιών στον Κόλπο, ενώ η ιρανική προσπαθεί να ελέγξει το στρατηγικής σημασίας στενό του Ορμούζ.

Καμιά από τις δυο χώρες δεν έχει εξαπολύσει σημαντική επίθεση εναντίον χερσαίων στόχων από τις αρχές Σεπτεμβρίου. Κάτι όμως που πολύ σύντομα μπορεί να μην ισχύει πλέον.

Στρατιωτική κινητικότητα

«Υπολογίζω πλέον ότι υπάρχει πιθανότητα πληγμάτων λίγο μετά τις ενδιάμεσες εκλογές» στις ΗΠΑ την 3η Νοεμβρίου, εκτιμά η Σούζαν Μαλόνι, ερευνήτρια του Brookings Institution, αμερικανικού κέντρου μελετών.

Ανάμεσα στις ενδείξεις που επικαλείται είναι η ενίσχυση των αμερικανικών στρατιωτικών μέσων στην περιοχή, οι προειδοποιήσεις στους Αμερικανούς στην περιοχή, καθώς και η κατάσταση αυξημένης επαγρύπνησης στην οποία έχουν τεθεί οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις.

Επιπλέον, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ «δήλωσε δημόσια» ότι δεν θα διατάξει πλήγματα στο Ιράν «πριν από τις εκλογές» του μέσου της δεύτερης θητείας του, προσθέτει, καθώς «τέτοια επιχείρηση δεν φαίνεται πως θα τον ευνοούσε από εκλογική σκοπιά».

Ο πόλεμος που εξαπέλυσαν στα τέλη Φεβρουαρίου οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν προκαλεί μεγάλη δυσαρέσκεια στους αμερικανούς ψηφοφόρους, ειδικά επειδή προκάλεσε μεγάλη άνοδο των τιμών της ενέργειας. Δεν αποκλείεται να πλήξει το ρεπουμπλικανικό κόμμα του προέδρου Τραμπ σε αυτή την κρίσιμη ψηφοφορία.

Αυξάνεται η πίεση για διπλωματική ή στρατιωτική διέξοδο

Ωστόσο, για τη Σούζαν Μαλόνι, το σημερινό status quo δεν είναι βιώσιμο: ο αποκλεισμός αυξάνει ολοένα περισσότερο την πίεση στο Ιράν, ενώ από την άλλη η Ουάσιγκτον έχει υποχρεωθεί να χρησιμοποιεί πολυάριθμα και στρατηγικής σημασίας ναυτικά και άλλα μέσα για να τον διατηρεί.

Θα πρέπει «να υπάρξει κάποιου είδους λύση, είτε μέσω της διπλωματίας, είτε μέσω στρατιωτικής δράσης», προεξοφλεί.

Ερωτηθείς χθες σχετικά με το Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ διαβεβαίωσε ότι «μπορεί να τελειώσουμε πολύ γρήγορα».

«Μπορεί» να εξαπολυθεί «μικρή Επική Οργή» αν δεν κλειστεί συμφωνία με την Τεχεράνη, είπε κατόπιν, κατά τη διάρκεια προεκλογικής ομιλίας του, αναφερόμενος στην ονομασία της αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης που άρχισε από κοινού με το Ισραήλ εναντίον του Ιράν την 28η Φεβρουαρίου.

Ενδείξεις προετοιμασίας για νέα αμερικανικά πλήγματα

Για τον Τζέισον Κάμπελ, ερευνητή στο Middle East Institute της Ουάσινγκτον, υπάρχουν «αδιάψευστες πρόσφατες ενδείξεις που αφήνουν να εννοηθεί ότι εξετάζεται η προσεχής επανέναρξη των βομβαρδισμών». Αναφέρεται ιδίως στην προβλεπόμενη άφιξη στην περιοχή του αεροπλανοφόρου USS Theodore Roosevelt, την αποστολή ενισχύσεων του σώματος πεζοναυτών, καθώς και πρόσφατη επίδειξη δύναμης της ισραηλινής αεροπορίας στην περιοχή.

Τονίζει επίσης ότι ο Αμερικανός υπουργός Πολέμου, Πιτ Χέγκσεθ, επισκέφθηκε αυτή την εβδομάδα το Ισραήλ για να συναντηθεί με τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Κρίνει πάντως πως είναι «αδύνατο να προβλεφθεί» το χρονοδιάγραμμα ενδεχόμενων νέων πληγμάτων.

Περιορισμένες οι στρατιωτικές επιλογές των ΗΠΑ

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι επιλογές του Ντόναλντ Τραμπ είναι πιο περιορισμένες απ’ ό,τι όταν άρχιζε ο πόλεμος, καθώς οι ζημιές που υπέστησαν οι αμερικανικές βάσεις στην περιοχή περιπλέκουν οποιαδήποτε χερσαία επιχείρηση ευρείας κλίμακας.

«Σε αυτό το στάδιο, δεν υπάρχει καμιά ασφαλής τοποθεσία για να αναπτυχθούν οι χιλιάδες στρατιώτες -δεκάδες χιλιάδες, κατά ορισμένα σενάρια- που θα απαιτούνταν για τέτοια επιχείρηση», εξηγεί.

Αμφίβολη η αποτελεσματικότητα μιας νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης

Για την ερευνήτρια Μαλόνι, «οι περισσότερες συμβατικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις» του Ιράν «ήδη υπέστησαν βαριές ζημιές» από τα πλήγματα. Κατά συνέπεια, αν αρχίσει νέα σειρά βομβαρδισμών, θα βάλει στο στόχαστρο «πολιτικές εγκαταστάσεις» και αυτό θα έχει «άμεσο αντίκτυπο στον ιρανικό πληθυσμό».

Ούτε εκείνη, ούτε ο κ. Κάμπελ πιστεύουν ότι νέες εντατικές στρατιωτικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να βάλουν τέλος στη σύγκρουση. «Πρόκειται για έναν πόλεμο που δεν μπορεί να τερματιστεί με νέα κλιμάκωση από τη μια ή από την άλλη πλευρά», αναλύει η Σούζαν Μαλόνι.

Ο Τζέισον Κάμπελ συμμερίζεται την άποψη αυτή: «Δεν βλέπω πώς η επανέναρξη των πληγμάτων εναντίον του Ιράν», σε κλίμακα «συγκρίσιμη με αυτή των πρώτων πενήντα ημερών του πολέμου, θα μπορούσε να μεταβάλει σημαντικά τους στρατηγικούς υπολογισμούς του ιρανικού καθεστώτος», πλειοδοτεί και επισημαίνει ότι η Τεχεράνη έχει ήδη επιδείξει πως μπορεί να «απορροφά μεγάλες ζημιές» χωρίς να αλλάζει πορεία.

Πηγές: ΑΠΕ-ΜΠΕ, AFP