Μέσα σε ένα κλίμα αυξανόμενης στρατιωτικής έντασης και αμοιβαίων απειλών, Ουάσινγκτον και Τεχεράνη επιστρέφουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων στο Ομάν, σε μια προσπάθεια να αποτραπεί μια νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, με τις προσδοκίες όμως να παραμένουν χαμηλές και τις διαφωνίες ήδη ορατές πριν ακόμη ξεκινήσει ο διάλογος.
Ιρανοί και Αμερικανοί αξιωματούχοι πρόκειται να συναντηθούν την Παρασκευή στη Μουσκάτ, την πρωτεύουσα του Ομάν, για τις πρώτες απευθείας διαπραγματεύσεις από τότε που οι δύο χώρες βρέθηκαν σε πόλεμο τον περασμένο Ιούνιο — αυτή τη φορά με στόχο να αποτραπεί μια νέα σύγκρουση.
Ωστόσο, η διαφωνία σχετικά με την ατζέντα, και κυρίως οι διαφορές γύρω από το ισχυρό πυραυλικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, δείχνουν ότι οποιαδήποτε πρόοδος θα είναι δύσκολη, με την απειλή ενός νέου πολέμου στη Μέση Ανατολή να πλανάται ως σκιά πάνω απ’ το τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Το Ιράν έχει αποκλείσει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο συνομιλιών σχετικά με τις «αμυντικές του δυνατότητες, συμπεριλαμβανομένων των πυραύλων και του βεληνεκούς τους».
Σύμφωνα με το Reuters, λίγες ώρες πριν από την έναρξη των συνομιλιών, η ιρανική κρατική τηλεόραση μετέδωσε ότι «ένας από τους πιο προηγμένους βαλλιστικούς πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς της χώρας, ο Khorramshahr 4», αναπτύχθηκε σε ένα από τα εκτεταμένα υπόγεια πυραυλικά συγκροτήματα των Φρουρών της Επανάστασης.
Η Τεχεράνη υποστηρίζει ότι οι πυρηνικές της δραστηριότητες έχουν αποκλειστικά ειρηνικό και όχι στρατιωτικό χαρακτήρα, την ώρα που οι ΗΠΑ και το Ισραήλ την κατηγορούν ότι στο παρελθόν επιδίωξε την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων.
Διαφωνία για την ατζέντα των συνομιλιών
Παραμένει ασαφές αν οι δύο πλευρές συμφωνούν καν ως προς το τι είναι διατεθειμένες να διαπραγματευτούν. Ηγέτες χωρών της Μέσης Ανατολής έχουν ασκήσει έντονες πιέσεις για να φέρουν τις δύο πλευρές στο ίδιο τραπέζι, θεωρώντας ότι αυτή είναι η καλύτερη ευκαιρία για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να παρασυρθεί ξανά η περιοχή σε έναν ακόμη πόλεμο.
Ενώ και οι δύο πλευρές έχουν δείξει διάθεση να επαναφέρουν τη διπλωματία γύρω από τη μακροχρόνια πυρηνική διαμάχη της Τεχεράνης με τη Δύση, η Ουάσινγκτον θέλει οι συνομιλίες να καλύψουν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, τους βαλλιστικούς πυραύλους του, τη στήριξή του σε ένοπλες ομάδες σε ολόκληρη την περιοχή και τη «μεταχείριση του ίδιου του λαού του», όπως δήλωσε την Τετάρτη ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο.
Το Ιράν έχει δηλώσει ότι επιθυμεί ο υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, και ο Αμερικανός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ να συζητήσουν στη Μουσκάτ αποκλειστικά πυρηνικά ζητήματα.
«Το Ιράν εισέρχεται στη διπλωματία με ανοιχτά μάτια και σταθερή μνήμη του περασμένου έτους. Συμμετέχουμε με καλή πίστη και στεκόμαστε σταθεροί στα δικαιώματά μας. Οι δεσμεύσεις πρέπει να τηρούνται», ανέφερε ο Αραγτσί στην πλατφόρμα X την Παρασκευή, λίγο πριν από τις συνομιλίες.
«Οι δεσμεύσεις πρέπει να τηρούνται. Η ισότιμη μεταχείριση, ο αμοιβαίος σεβασμός και το αμοιβαίο συμφέρον δεν είναι ρητορική – είναι απαραίτητη προϋπόθεση και οι πυλώνες μιας διαρκούς συμφωνίας».
Iran enters diplomacy with open eyes and a steady memory of the past year.
We engage in good faith and stand firm on our rights.Commitments need to be honored. Equal standing, mutual respect and mutual interest are not rhetoric—they are a must and the pillars of a durable…
— Seyed Abbas Araghchi (@araghchi) February 6, 2026
Το πρόσφατο παρελθόν και οι νέες απειλές
Τον Ιούνιο, οι ΗΠΑ έπληξαν ιρανικούς πυρηνικούς στόχους, συμμετέχοντας στα τελικά στάδια μιας 12ήμερης ισραηλινής εκστρατείας βομβαρδισμών. Έκτοτε, η Τεχεράνη έχει δηλώσει ότι το έργο εμπλουτισμού ουρανίου έχει σταματήσει.
Τώρα, για περισσότερο από έναν μήνα, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απειλεί να πλήξει το Ιράν.
Την περασμένη εβδομάδα, αυτό που ο ίδιος περιέγραψε ως «αρμάδα» αμερικανικών πολεμικών πλοίων έφτασε στον Περσικό Κόλπο. Το Ιράν έχει προειδοποιήσει ότι θα εξαπολύσει σφοδρά αντίποινα σε αμερικανικούς στρατιωτικούς στόχους σε ολόκληρη την περιοχή και στο Ισραήλ.
Παράλληλα, αρκετές φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές στην περιοχή έχουν επίσης δεσμευτεί να συμμετάσχουν σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση.
Ωστόσο, όπως σημειώνει το Reuters, η επιρροή του Ιράν στην ευρύτερη περιοχή έχει αποδυναμωθεί σημαντικά εξαιτίας των ισραηλινών επιθέσεων εναντίον των περιφερειακών συμμάχων του, του αποκαλούμενου «Άξονα της Αντίστασης», από τη Χαμάς στη Γάζα και τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο, έως τους Χούθι στην Υεμένη και τις πολιτοφυλακές στο Ιράκ, αλλά και λόγω της ανατροπής του στενού συμμάχου της Τεχεράνης, του Σύρου έκπτωτου προέδρου Μπασάρ αλ-Άσαντ.
Η αντιπαράθεση ξεκίνησε όταν ο Τραμπ προειδοποίησε ότι ενδέχεται να πλήξει το Ιράν αν σκότωνε ειρηνικούς διαδηλωτές, καθώς μαζικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις σάρωναν τη χώρα τον περασμένο μήνα. Η καταστολή αυτών των διαδηλώσεων από την κυβέρνηση, σύμφωνα με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, προκάλεσε τον θάνατο χιλιάδων ανθρώπων.
Ο Τραμπ δεν έχει αναφερθεί στις διαδηλώσεις τις τελευταίες εβδομάδες και αντ’ αυτού έχει δεσμευτεί να πλήξει το Ιράν «με ταχύτητα και βία» αν δεν αποδεχθεί τρεις απαιτήσεις: τον τερματισμό του πυρηνικού του προγράμματος και την εγκατάλειψη του αποθέματος εμπλουτισμένου ουρανίου, τη μείωση του αριθμού και της εμβέλειας των βαλλιστικών πυραύλων και τον τερματισμό της στήριξης σε ένοπλες ομάδες σε ολόκληρη την περιοχή.
Την Τετάρτη, ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι οι συνομιλίες πρέπει να περιλαμβάνουν τους βαλλιστικούς πυραύλους, τις πολιτοφυλακές που ευθυγραμμίζονται με το Ιράν και τη μεταχείριση του ίδιου του λαού του «ώστε οι συνομιλίες να οδηγήσουν πράγματι σε κάτι ουσιαστικό».
Οι πιέσεις των περιφερειακών χωρών
Φοβούμενες ότι οι συζητήσεις για τους πυραύλους του Ιράν και τους περιφερειακούς συμμάχους του θα μπορούσαν να οδηγήσουν άμεσα σε αδιέξοδο, άλλες χώρες της περιοχής πιέζουν ώστε η συνεδρίαση να επικεντρωθεί στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, σύμφωνα με δύο διπλωμάτες της Μέσης Ανατολής.
Ορισμένοι από τους γείτονες του Ιράν έχουν προτείνει να περιοριστεί η χώρα σε ελάχιστες δυνατότητες εμπλουτισμού ουρανίου, πιθανότατα στο 3% ή και χαμηλότερα.
Αυτό θα ήταν αρκετό ώστε το Ιράν να «σώσει τα προσχήματα» απέναντι στην απαίτηση του Τραμπ για μηδενικό εμπλουτισμό, ανέφεραν, αλλά στην πράξη θα ισοδυναμούσε με το ίδιο αποτέλεσμα, δεδομένου ότι απέχει πολύ από το επίπεδο εμπλουτισμού 90% που απαιτείται για τα περισσότερα πυρηνικά όπλα.
Ιρανοί αξιωματούχοι δήλωσαν στο Reuters την περασμένη εβδομάδα ότι η Τεχεράνη εμφανίζεται διατεθειμένη να επιδείξει «ευελιξία στον εμπλουτισμό ουρανίου, συμπεριλαμβανομένης της παράδοσης 400 κιλών υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου (HEU) και της αποδοχής μηδενικού εμπλουτισμού στο πλαίσιο μιας λύσης τύπου κοινοπραξίας».
Την ίδια στιγμή, το Ιράν επιμένει ότι το δικαίωμά του στον εμπλουτισμό ουρανίου δεν είναι διαπραγματεύσιμο.
Ωστόσο, τρεις Ιρανοί αξιωματούχοι δήλωσαν στους New York Times ότι η Τεχεράνη ενδέχεται να είναι διατεθειμένη να προσφέρει μια μακροπρόθεσμη αναστολή του πυρηνικού της προγράμματος.
Σε αντάλλαγμα, όπως ανέφεραν, θα ανέμενε από την Ουάσινγκτον να άρει τις μακροχρόνιες κυρώσεις που έχουν συμβάλει στην οικονομική κατάρρευση του Ιράν.
Δύο από αυτούς τους αξιωματούχους δήλωσαν ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να συμφωνηθεί ένας μηχανισμός που να παρακολουθεί αποτελεσματικά αν το Ιράν συνεχίζει να στέλνει χρήματα ή όπλα σε συμμαχικές πολιτοφυλακές σε ολόκληρη την περιοχή.
Η «κόκκινη γραμμή» της Τεχεράνης για τους πυραύλους
Οι τρεις αξιωματούχοι ανέφεραν επίσης στην αμερικανική εφημερίδα ότι το Ιράν είναι ανένδοτο στο ότι δεν θα κάνει παραχωρήσεις στο ζήτημα των βαλλιστικών πυραύλων του, τους οποίους θεωρεί κρίσιμους για την άμυνά του απέναντι στο Ισραήλ σε περίπτωση μελλοντικών επιθέσεων.
Ο 12ήμερος πόλεμος που εξαπέλυσε το Ισραήλ κατά του Ιράν τον περασμένο Ιούνιο, στον οποίο συμμετείχαν και αμερικανικά πολεμικά αεροσκάφη, προκάλεσε σοβαρά πλήγματα στις πυρηνικές και στρατιωτικές εγκαταστάσεις της χώρας.
Ωστόσο, Ισραηλινοί αξιωματούχοι εξακολουθούν να ανησυχούν για τους πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς του Ιράν και έχουν επανειλημμένα πιέσει την Ουάσινγκτον να απαιτήσει περιορισμούς.
Το πιθανό «παράθυρο» αποκλιμάκωσης
Μια πιθανή διέξοδος από τα «αγκάθια», σύμφωνα με δύο αξιωματούχους της Μέσης Ανατολής, θα ήταν οι ΗΠΑ και το Ιράν να εκδώσουν κοινή δήλωση, με την οποία θα δεσμεύονται για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων και θα δηλώνουν την πρόθεσή τους να απέχουν από κάθε στρατιωτική ενέργεια.
«Υπάρχει μια συμφωνία που μπορεί να επιτευχθεί, αλλά είναι αρκετά “στενή” και δεν είναι μια σπουδαία συμφωνία», δήλωσε ο Φαρζάν Σαμπέτ, αναλυτής για το Ιράν στο Geneva Graduate Institute στην Ελβετία. «Θεωρώ ότι οι πιθανότητες ακόμη και για μια τόσο “στενή” συμφωνία είναι συγκριτικά χαμηλές».
Αν η Τεχεράνη εγκατέλειπε ουσιαστικά το πυρηνικό της πρόγραμμα, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Τραμπ, ο Τραμπ θα μπορούσε να το παρουσιάσει ως μια «μεγάλη νίκη χωρίς να ρίξει ούτε έναν πυροβολισμό», πρόσθεσε ο Σαμπέτ.
«Αλλά δεδομένης της μόχλευσης που έχουν οι ΗΠΑ και της επιθυμίας που έχει το αμερικανικό κατεστημένο να λύσει αυτό το ζήτημα με το Ιράν και να προχωρήσει παρακάτω, δεν είναι επίσης μια σπουδαία συμφωνία από τη δική τους οπτική».
