Ιράν: Τι δείχνουν οι επιθέσεις σε Ντιέγκο Γκαρσία, Νατάνζ και Ντιμόνα – Η τακτική «οφθαλμόν αντί φθαλμού» της Τεχεράνης με στόχο νέα ισορροπία ασφάλειας στην περιοχή

Μαχητικό F-18

Περίπου 13 χιλιόμετρα έξω από τη Ντιμόνα, στο Νότιο Ισραήλ,  βρίσκεται μια εγκατάσταση που από καιρό θεωρείται ότι φιλοξενεί το μη δηλωμένο οπλοστάσιο πυρηνικών όπλων του Ισραήλ. Επισήμως, η εγκατάσταση αυτή φέρεται να ασχολείται αποκλειστικά με την έρευνα. Ωστόσο, εδώ και περίπου έξι δεκαετίες, αποτελεί κοινό μυστικό ότι το Ισραήλ ανέπτυξε εκεί πυρηνική βόμβα, παρότι κάθε διαδοχική κυβέρνηση διατηρούσε μια ασαφή στάση ως προς το θέμα αυτό.

Αυτό σημαίνει ότι το Ισραήλ είναι η μόνη πυρηνική δύναμη στη Μέση Ανατολή. Επομένως, οποιαδήποτε ένδειξη ότι αποτελεί στόχο, αντιμετωπίζεται με τη μέγιστη σοβαρότητα από το Ισραήλ.

Το ίδιο το Ιράν επιβεβαίωσε ότι η επίθεση στην Ντιμόνα, έγινε λόγω του εκεί ισραηλινού πυρηνικού κέντρου, προσθέτοντας ότι η επίθεση ήταν απάντηση σε αυτό που χαρακτήρισε ως προηγούμενη επίθεση της αμερικανικής ή της ισραηλινής αεροπορικής εκστρατείας κατά της δικής του πυρηνικής εγκατάστασης, στο Νατάνζ.

Οφθαλμόν αντί οφθαλμού

Τόσο το Ισραήλ όσο και οι ΗΠΑ έχουν θέσει ως βασικό στόχο του πολέμου την εξάλειψη κάθε πιθανής ικανότητας του Ιράν να αναπτύξει πυρηνική βόμβα.  Στον πόλεμο, το Ιράν ακολουθεί μια «πολιτική του «οφθαλμόν αντί οφθαλμού»» με στόχο να αποκαταστήσει την αποτρεπτική του δύναμη και να διαμορφώσει μια νέα πραγματικότητα στην περιοχή που θα εγγυάται μια μακροπρόθεσμη εκεχειρία, αναφέρει ο Αμπάς Ασλάνι, ανώτερος ερευνητής στο Κέντρο Στρατηγικών Μελετών για τη Μέση Ανατολή στην Τεχεράνη.

«Η Τεχεράνη επιθυμεί να μειώσει το χάσμα μεταξύ λόγων και πράξεων, δηλαδή θέλει να κάνει πράξη τα λόγια της. Το Ιράν, αυτή τη φορά, θέλει να καταστήσει αυτές τις απειλές αξιόπιστες, προκειμένου να αποκαταστήσει την αποτρεπτική δύναμη έναντι οποιασδήποτε μελλοντικής επίθεσης εναντίον της χώρας», δήλωσε ο Ασλάνι στο Αλ Τζαζίρα.

«Οι δύο πλευρές προσπαθούν να δημιουργήσουν μια νέα τάξη πραγμάτων, μέσω της οποίας θα μπορούν να διασφαλίσουν τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά τους στον τομέα της ασφάλειας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο βλέπουμε το Ιράν να ακολουθεί αυτή την πολιτική του «οφθαλμόν αντί οφθαλμού», είπε.

Ο στόχος, λέει, δεν είναι να επιβληθεί κατάπαυση του πυρός, αλλά να επιβληθεί τόσο υψηλό κόστος στις ΗΠΑ και το Ισραήλ, ώστε να καθιερωθεί μια νέα ρύθμιση ασφάλειας στην περιοχή και να αποτραπούν μελλοντικές επιθέσεις εναντίον του Ιράν.

Ο Ασλάνι έκανε τις δηλώσεις στο Αλ Τζαζίρα, μετά την επίθεση του Ιράν στη Ντιμόνα,  αμέσως μετά την επίθεση που δέχτηκε το Ιράν στην Νατάνζ, την ιρανική πυρηνική εγκατάσταση του Ιράν στο Νατάνζ. Επίσης, την Πέμπτη, η Τεχεράνη έπληξε την εγκατάσταση φυσικού αερίου Ρας Λάφαν στο Κατάρ, αμέσως μετά την επίθεση του Ισραήλ στο κοίτασμα Σάουθ Παρς.

Το ασύμμετρο πλεονέκτημα του φόβου

Σύμφωνα με ανάλυση του Guardian, το ιρανικό καθεστώς δεν έχει κανένα ενδοιασμό να κλιμακώσει τον πόλεμο. Μάλιστα, η προθυμία του να το πράξει αποτελεί το ισχυρότερο όπλο του. Ένας Ιρανός αξιωματούχος προειδοποίησε αυτή την εβδομάδα: «Έχουν σχεδιαστεί και άλλα χαρτιά που θα μπουν στο παιχνίδι την κατάλληλη στιγμή». Πιθανότατα αναφέρεται στις μονάδες αφαλάτωσης του Κόλπου, που αποτελούν το επίκεντρο του εύθραυστου οικοσυστήματος της περιοχής.

Η ηγεσία του Ιράν, που δεν έχει τίποτα να χάσει, επωφελείται από ένα ασύμμετρο πλεονέκτημα που βασίζεται στον φόβο, που έσπειρε με την επίθεση στην βάση Ντιέγκο Γκαρσία. Για παράδειγμα, για Ευρωπαίους όπως η Τζόρτζια Μελόνι, η πρωθυπουργός της Ιταλίας, η κύρια ανησυχία είναι η ύφεση και η μαζική εισροή προσφύγων από ένα διαλυμένο Ιράν. Η ίδια δηλώνει ότι η Ευρώπη πρέπει να προετοιμαστεί να κλείσει τα σύνορά της. Και δεν είναι μόνον ο φόβος των προσφύγων. Τώρα το Ιράν δείχνει ότι μπορεί να πλήξει σχεδόν όλη την Ευρώπη.

Ομοίως, η αποστολή πολεμικών πλοίων για την επαναλειτουργία του στενού του Ορμούζ φαίνεται να ενέχει μεγάλους πολιτικούς κινδύνους για τους Ευρωπαίους ηγέτες. Ο Τραμπ μπορεί τώρα να ζητεί  «ομαδική προσπάθεια» για τη διασφάλιση της ασφάλειας του στενού. Ωστόσο στην πράξη ζητεί από την Ευρώπη να κλιμακώσει έναν πόλεμο για τον οποίο δεν ζήτησε την γνώμη της και του οποίου τις συνέπειες η Ευρώπη είχε προβλέψει, κάτι που δεν είναι βέβαιο ότι είχε κάνει ο Τραμπ.