Το δάχτυλο του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, βρίσκεται πάνω από το «κουμπί» της στρατιωτικής δράσης εναντίον του Ιράν, όμως η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τη διαίσθηση και την αξιολόγηση δύο έμπιστων απεσταλμένων του: του Τζάρεντ Κούσνερ και του Στιβ Γουίτκοφ.
Η αμερικανική διοίκηση προετοιμάζεται για τον τελευταίο γύρο διαπραγματεύσεων που είναι προγραμματισμένος για την Πέμπτη στη Γενεύη, με την προοπτική μιας επίθεσης κατά του Ιράν να παραμένει στο τραπέζι, εάν η Τεχεράνη κριθεί ότι κωλυσιεργεί σχετικά με την εγκατάλειψη του πυρηνικού της προγράμματος.
Σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν το θέμα που επικαλείται ο Guardian, ο Τραμπ δεν έχει λάβει οριστική απόφαση, αναμένοντας την αξιολόγηση των δύο «deal guys» του (Γουίτκοφ – Κούσνερ) για την πιθανότητα επίτευξης συμφωνίας, την ώρα που οι ΗΠΑ συγκεντρώνουν στη Μέση Ανατολή τη μεγαλύτερη αεροπορική ισχύ από την εισβολή στο Ιράκ το 2003.
Αξίζει να σημειωθεί πως, το μεγαλύτερο και πιο εξελιγμένο αεροπλανοφόρο στον κόσμο, το «USS Gerald R. Ford», βρίσκεται στη Μεσόγειο, στη βάση της Σούδας.
Το δίλημμα και οι «άνθρωποι του προέδρου»
Εάν οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν, ο Τραμπ εξετάζει περιορισμένα πλήγματα για την άσκηση πίεσης ή, σε περίπτωση νέας αποτυχίας, μια πολύ μεγαλύτερη επίθεση με στόχο την ανατροπή του θεοκρατικού καθεστώτος.
Ένας Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε τη Δευτέρα ότι ο Γουίτκοφ είναι μέρος της ομάδας που συμβουλεύει τον Τραμπ για την απόφασή του σχετικά με το πώς να προχωρήσει με το Ιράν και έχει συμμετάσχει σε όλες τις συναντήσεις που σχετίζονται με το θέμα.
Παράλληλα, ο Τραμπ έχει λάβει πολλαπλές ενημερώσεις για τις στρατιωτικές επιλογές, με την τελευταία να πραγματοποιείται την Τετάρτη στην Αίθουσα Επιχειρήσεων του Λευκού Οίκου.
Παράλληλα, έχει ζητήσει τις απόψεις μιας ευρείας ομάδας αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένων του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς, του ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο και του υπουργού Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ.
Οι επιφυλάξεις του Πενταγώνου
Ο Βανς παρουσίασε και τις δύο πλευρές του επιχειρήματος για τις αεροπορικές επιδρομές, ωστόσο πίεσε τον στρατηγό Νταν Κέιν, επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου, σχετικά με τους πιθανούς κινδύνους, καθώς εμφανίζεται λιγότερο βέβαιος για την επιτυχία μιας επίθεσης στο Ιράν σε σύγκριση με την επιχείρηση σύλληψης του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο.
Οι ανησυχίες του Κέιν επικεντρώνονται στο χαμηλό απόθεμα αντιπυραυλικών συστημάτων, δεδομένου ότι μετά τους περσινούς βομβαρδισμούς, οι ΗΠΑ εκτόξευσαν 30 πυραύλους Patriot για να αναχαιτίσουν τις ιρανικές αντεπιθέσεις.
Αυτή τη φορά, επισημαίνει ο Guardian, ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, έχει προειδοποιήσει για σφοδρά αντίποινα, δηλώνοντας ότι έχει την ικανότητα να βυθίσει ένα αμερικανικό πολεμικό πλοίο.
Από την πλευρά του, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου, προειδοποίησε ότι μια ενδεχόμενη ιρανική επίθεση θα αποτελέσει «ίσως το πιο σοβαρό λάθος στην ιστορία τους» και ότι η απάντηση του Ισραήλ θα είναι συντριπτική.
Σε επίσημη δήλωση, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Άννα Κέλι, ανέφερε ότι ο Κέιν είναι «ένας ιδιαίτερα σεβαστός επαγγελματίας του οποίου η δουλειά απαιτεί την παροχή αμερόληπτων πληροφοριών στον Αρχιστράτηγο, κάτι που κάνει τέλεια» και ότι δεν εκφράζει προσωπικές απόψεις.
Διπλωματικές «δικλείδες»
Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει αβεβαιότητα εντός της κυβέρνησης Τραμπ για το αν οι αεροπορικές επιδρομές θα αρκούσαν για να αναγκάσουν το Ιράν σε συμφωνία.
Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζονται εναλλακτικές λύσεις, όπως το να επιτραπεί στο Ιράν μια περιορισμένη ικανότητα εμπλουτισμού ουρανίου αποκλειστικά για ιατρικούς σκοπούς.
Ο Γουίτκοφ δήλωσε στο Fox News ότι η οδηγία του Τραμπ ήταν «μηδενικός εμπλουτισμός», με τον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, να απαντά ότι η Τεχεράνη δεν θα υποχωρήσει.
Η ένταση κλιμακώνεται και σε διπλωματικό επίπεδο, με τον Ρούμπιο να προγραμματίζει ταξίδι στο Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου για να ενημερώσει τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.
