Η συζήτηση περί πρόωρης προσφυγής στις κάλπες στην Τουρκία δεν αποτελεί προϊόν πολιτικής φημολογίας ούτε απλή τακτική πίεσης. Εδράζεται σε συγκεκριμένη συνταγματική αρχιτεκτονική.
Το άρθρο 116 του ισχύοντος Συντάγματος προβλέπει ρητά ότι, εφόσον η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας αποφασίσει, με πλειοψηφία τριών πέμπτων (360 βουλευτές), τη διενέργεια πρόωρων εκλογών κατά τη διάρκεια της δεύτερης προεδρικής θητείας, ο εν ενεργεία Πρόεδρος δύναται να είναι εκ νέου υποψήφιος για 3η φορά που όμως Συνταγματικά λογίζεται 2η, ως συνέχεια της προώρως διακοπείσας.
Η ρύθμιση αυτή δεν συνιστά καταστρατήγηση του ορίου θητειών. Αντιθέτως, αποτελεί ενσωματωμένη εξαίρεση στο ίδιο το συνταγματικό σώμα, το οποίο αναδιαμορφώθηκε μετά το δημοψήφισμα του 2017 και τη μετάβαση στο προεδρικό σύστημα.
Τυπικά, πρόκειται για διάλυση της Βουλής και ταυτόχρονη επανεκλογή Προέδρου και Κοινοβουλίου. Ουσιαστικά, όμως, λειτουργεί ως θεσμική «επανεκκίνηση» του κύκλου νομιμοποίησης.
Με άλλα λόγια, το σύστημα παρέχει στον εαυτό του τη δυνατότητα ανανέωσης χωρίς αναθεώρηση.
Η πολιτική πόλωση ως λειτουργικό εργαλείο
Για να ενεργοποιηθεί μια τέτοια πρόβλεψη, απαιτείται συγκεκριμένο πολιτικό περιβάλλον. Η ένταση της αντιπαράθεσης γύρω από το πρόσωπο του Εκρέμ Ιμάμογλου δεν είναι άσχετη με αυτή τη δυναμική. Η πολιτική σύγκρουση τείνει να μετασχηματιστεί σε διπολικό σχήμα: «συνέχεια ή ρήξη;», «σταθερότητα ή αβεβαιότητα;».
Η μετατόπιση του δημόσιου λόγου από την καθημερινή οικονομική πίεση προς το ζήτημα της θεσμικής κατεύθυνσης του κράτους συγκροτεί πεδίο δημοψηφισματικού χαρακτήρα. Σε τέτοιες συνθήκες, η εκλογική διαδικασία δεν παρουσιάζεται ως κομματική αναμέτρηση, αλλά ως επιλογή στρατηγικής πορείας.
Εάν δε η ατζέντα εμπλουτιστεί με ζητήματα εξωτερικής πολιτικής –όπως οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ή η ρητορική περί άρσης του casus belli– η εκλογή αποκτά χαρακτήρα εθνικοστρατηγικής επικύρωσης.
Η πόλωση, επομένως, δεν αποτελεί απλώς παράγωγο της πολιτικής ζωής· μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός προετοιμασίας θεσμικής πρωτοβουλίας.
Η κοινοβουλευτική πρωτοβουλία και η συνταγματική εξαίρεση
Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο η πρόωρη κάλπη, αλλά το ποιος την προκαλεί. Εάν η πρωτοβουλία εκκινήσει από τη Βουλή και όχι μονομερώς από τον Πρόεδρο, ενεργοποιείται η συνταγματική πρόβλεψη που επιτρέπει στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να θέσει εκ νέου υποψηφιότητα.
Η διαδικασία παραμένει απολύτως συμβατή με το γράμμα του Συντάγματος. Δεν απαιτεί αναθεωρητική πλειοψηφία ούτε εισάγει θεσμική εκτροπή. Αντιθέτως, αξιοποιεί πρόβλεψη που ενσωματώθηκε ακριβώς για τέτοιου τύπου πολιτικές συγκυρίες.
Έτσι, η πρόωρη εκλογική διαδικασία μετατρέπεται από ένδειξη πολιτικής αδυναμίας σε εργαλείο ανανέωσης εντολής.
Η εκλογή ως ανανέωση νομιμοποίησης
Σε αυτό το πλαίσιο, η εκλογική αναμέτρηση μπορεί να αναδιατυπωθεί ως ψήφος εμπιστοσύνης προς το προεδρικό μοντέλο διακυβέρνησης. Μια πιθανή επανεκλογή δεν θα παρουσιαστεί ως «τρίτη θητεία», αλλά ως νέα λαϊκή εντολή στο πλαίσιο της συνταγματικής τάξης.
Παράλληλα, η ανανέωση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας θα διασφαλίσει θεσμική ευθυγράμμιση εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας. Το αποτέλεσμα θα είναι μια συνολική ανασυγκρότηση της πολιτικής νομιμοποίησης χωρίς μεταβολή του θεσμικού πυρήνα.
Το σύστημα, δηλαδή, θα έχει «επανεκκινηθεί» διατηρώντας ανέπαφη τη δομή του.
Η διαχείριση της επόμενης ημέρας
Έπειτα από μια τέτοια διαδικασία, είναι πιθανή μια φάση ελεγχόμενης αποσυμπίεσης. Η προεδρική αρμοδιότητα χάριτος (af) μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να λειτουργήσει ως μηχανισμός εκτόνωσης πολιτικών εντάσεων.
Ο Ιμάμογλου, με πολιτική διαδρομή που συνδέεται ιστορικά με τον χώρο που διαμόρφωσε ο Νετζμεττίν Ερμπακάν – όπως και ο Ερντογάν – δύναται να εξελιχθεί σε πρόσωπο-γέφυρα.
Ένας τέτοιος ρόλος δεν θα σήμαινε ρήξη με την κρατική στρατηγική, αλλά πιθανή αναπροσαρμογή εντός συνέχειας.
Η προοπτική ομαλής διαδοχής δεν εξαρτάται μόνο από το εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά και από τη στάση του κρατικού μηχανισμού.
Το «derin devlet» και η συνέχεια του κράτους
Η έννοια του λεγόμενου «βαθέως κράτους» (derin devlet) στην Τουρκία συχνά παρερμηνεύεται ως αποκλειστικά παρακρατικός μηχανισμός. Στην πράξη, λειτουργεί και ως φορέας διοικητικής και στρατηγικής συνέχειας.
Τα δίκτυα επιρροής που εδραιώθηκαν στο πλαίσιο του προεδρικού συστήματος δεν εξαφανίζονται με μια εκλογική αλλαγή. Ένας διάδοχος με επαρκή νομιμοποίηση και αποδοχή από τα κρίσιμα κέντρα ισχύος μπορεί να διασφαλίσει ομαλή μετάβαση, αποφεύγοντας συγκρουσιακές εκκαθαρίσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, η υστεροφημία και η θεσμική ασφάλεια του απερχόμενου κάποια στιγμή ηγέτη Ερντογάν, καθίστανται τμήμα της εξίσωσης σταθερότητας.
Συμπερασματικά:
Το άρθρο 116 δεν είναι δευτερεύουσα τεχνική διάταξη. Αποτελεί στρατηγικό μηχανισμό ανακύκλωσης πολιτικής νομιμοποίησης. Παρέχει δυνατότητα ανανέωσης της εντολής χωρίς αναθεώρηση του Συντάγματος και μετατρέπει την πρόωρη εκλογική διαδικασία από πιθανό σύμπτωμα κρίσης σε μέσο ελεγχόμενης επανεκκίνησης.
Η επιτυχής αξιοποίησή του προϋποθέτει:
- Ελεγχόμενη αλλά αποτελεσματική πόλωση.
- Κοινοβουλευτική πλειοψηφία τριών πέμπτων 3/5.
- Συνεκτικό αφήγημα εθνικής σταθερότητας.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η πρόωρη κάλπη δεν συνιστά ανατροπή του συστήματος, αλλά εργαλείο θεσμικής αναπαραγωγής του, και η συνταγματική εξαίρεση μετατρέπεται σε μέσο στρατηγικής διαχείρισης της εξουσίας στο εσωτερικό της ίδιας της θεσμικής τάξης.
Ο Δημήτρης Σταθακόπουλος είναι Οθωμανολόγος-τουρκολόγος, διδάκτορας του Παντείου Πανεπιστημίου και συνεργάτης του Εργαστηρίου Τουρκικών και Ευρασιατικών Μελετών στο Πανεπιστήμιο Πειραιά.
