«Η εθνική ανθεκτικότητα ως ασπίδα απέναντι στους κινδύνους του πολέμου στη Μέση Ανατολή» – Ανάλυση του Κωνσταντίνου Μπαλωμένου

Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος
Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η κλιμάκωση της έντασης μεταξύ κρατών και μη κρατικών δρώντων έχουν προκαλέσει αυξημένη ανησυχία σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. 

Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

Σε αυτό το έντονα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον, όπου οι απειλές δεν περιορίζονται πλέον μόνο στο πεδίο της συμβατικής στρατιωτικής σύγκρουσης, αλλά επεκτείνονται σε υβριδικές επιθέσεις, τρομοκρατία και κυβερνοεπιθέσεις, γίνεται κατανοητό ότι η ασφάλεια ενός κράτους δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις στρατιωτικές του δυνατότητες. 

Εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από την ανθεκτικότητα των θεσμών και υποδομών του και της ίδιας της κοινωνίας.

Στο πλαίσιο αυτό, η γενικότερη ανησυχία που καταγράφεται τόσο στην Ελλάδα όσο και σε όλη την Ευρώπη σχετικά με πιθανές ασύμμετρες ενέργειες ή τρομοκρατικές επιθέσεις ως αντίποινα για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, υπενθυμίζουν ότι οι σύγχρονες απειλές είναι πολυδιάστατες και συχνά εκδηλώνονται μακριά από το κλασικό πεδίο των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Συγκεκριμένα, στο σημερινό διεθνές περιβάλλον, οι συγκρούσεις δεν διεξάγονται μόνο με στρατούς και οπλικά συστήματα αλλά εκδηλώνονται και μέσα από ασύμμετρες ή υβριδικές ενέργειες που στοχεύουν στη δημιουργία ανασφάλειας και αποσταθεροποίησης.

Κυβερνοεπιθέσεις και παραπληροφόρηση

Περιλαμβάνουν κυβερνοεπιθέσεις, επιχειρήσεις παραπληροφόρησης, δολιοφθορές σε κρίσιμες υποδομές, αλλά και ασύμμετρες ενέργειες που στοχεύουν στη δημιουργία ανασφάλειας και κοινωνικής αποσταθεροποίησης

Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα λόγω της γεωγραφικής της θέσης και του ρόλου της ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, βρίσκεται σε μια περιοχή όπου οι γεωπολιτικές εξελίξεις έχουν άμεσες προεκτάσεις στην ασφάλεια και τη σταθερότητα.

Παράλληλα, η ύπαρξη κρίσιμων υποδομών, όπως ενεργειακές εγκαταστάσεις, ψηφιακά δίκτυα, κόμβοι μεταφορών και στρατιωτικές υποδομές με στρατηγική σημασία — όπως η βάση της Σούδας και η Αλεξανδρούπολη — καθιστούν αναγκαία μια ολοκληρωμένη προσέγγιση ασφάλειας που υπερβαίνει τα παραδοσιακά στρατιωτικά μέσα.

Σε αυτό το πλαίσιο αναδεικνύεται η σημασία της εθνικής ανθεκτικότητας, δηλαδή  της ικανότητας ενός κράτους και της κοινωνίας του να προλαμβάνουν, να αντέχουν, να προσαρμόζονται και να ανακάμπτουν απέναντι σε απειλές και κρίσεις, διασφαλίζοντας τη συνέχεια της λειτουργίας των θεσμών, των κρίσιμων υποδομών και της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής.

Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται μόνο για την αποτροπή μιας απειλής, αλλά και για την ικανότητα μιας κοινωνίας να συνεχίζει να λειτουργεί ακόμη και όταν βρίσκεται υπό συνθήκες πίεσης ή οργανωτικών δυσλειτουργιών.

Το ΝΑΤΟ

Το ΝΑΤΟ, τα τελευταία χρόνια, έχει αναδείξει την ανθεκτικότητα ως έναν από τους βασικούς πυλώνες της συλλογικής ασφάλειας. 

Η προσέγγιση αυτή βασίζεται στην παραδοχή ότι η στρατιωτική άμυνα ενός κράτους δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική χωρίς την παράλληλη ανθεκτικότητα των πολιτικών δομών και των κρίσιμων υποδομών του. 

Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε τομείς όπως η συνέχεια της διακυβέρνησης, η ενεργειακή ασφάλεια, οι ανθεκτικές μεταφορές, οι ασφαλείς επικοινωνίες, η προστασία κρίσιμων υποδομών, η λειτουργία των υγειονομικών συστημάτων και η διασφάλιση βασικών αγαθών όπως το νερό και τα τρόφιμα.

Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι οι κρίσεις μπορούν να λάβουν πολλές μορφές όπως πανδημίες, φυσικές καταστροφές,  ενεργειακές διαταραχές, κυβερνοεπιθέσεις ή γεωπολιτικές συγκρούσεις. 

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η ανθεκτικότητα της κοινωνίας αποδεικνύεται καθοριστικός παράγοντας για την αποτελεσματική διαχείριση των επιπτώσεων.

Αυτό σημαίνει ότι η εθνική ανθεκτικότητα δεν αφορά μόνο τους κρατικούς μηχανισμούς ασφάλειας.  

Αφορά επίσης τη λειτουργία των θεσμών, την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα των δημόσιων υπηρεσιών, την προστασία των κρίσιμων υποδομών, αλλά και την εμπιστοσύνη μεταξύ κράτους και πολιτών. 

Υπό αυτή την οπτική, μια κοινωνία που διαθέτει ενημερωμένους πολίτες, ισχυρούς θεσμούς, λειτουργικές δομές πολιτικής προστασίας και αποτελεσματικό μηχανισμό διαχείρισης κρίσεων είναι σε θέση να αντιμετωπίζει κρίσεις και να απορροφά τις επιπτώσεις τους. 

Η Ελλάδα έχει ήδη αποκτήσει σημαντική εμπειρία στη διαχείριση κρίσεων τα τελευταία χρόνια, είτε πρόκειται για φυσικές καταστροφές είτε για υγειονομικές ή ενεργειακές προκλήσεις, αλλά και για απειλές υβριδικού χαρακτήρα. 

Αυτή η εμπειρία αποτελεί πολύτιμη βάση για την περαιτέρω ενίσχυση της εθνικής ανθεκτικότητας, μέσα από τον καλύτερο συντονισμό των κρατικών φορέων, την προστασία των κρίσιμων υποδομών και την ανάπτυξη μιας ευρύτερης κουλτούρας προετοιμασίας απέναντι σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.

Ιδίως σήμερα, σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις αυξάνονται και ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή κλιμακώνεται επικίνδυνα,  ενώ υπάρχει η πιθανότητα επιπτώσεων πολύ πέρα από τα άμεσα πεδία σύγκρουσης, η ανθεκτικότητα των κοινωνιών αποκτά ιδιαίτερη σημασία.  

Στο πλαίσιο αυτό, για την ενίσχυση της εθνικής ανθεκτικότητας απαιτείται η κινητοποίηση του συνόλου του κρατικού μηχανισμού, καθώς και η ενεργός συμμετοχή και συνεισφορά όλων των κοινωνικών και εθνικών δυνάμεων. 

Παράλληλα, απαιτείται ο σχεδιασμός ενός ισχυρού μηχανισμού διακυβέρνησης και παρακολούθησης της κρίσης στη βάση της Ολιστικής Προσέγγισης (Whole of Government Approach).

Η προσέγγιση αυτή προϋποθέτει αποτελεσματικό διυπουργικό συντονισμό, που θα αποσαφηνίζει τις λειτουργικές διαδικασίες κάθε κυβερνητικής υπηρεσίας και θα αξιοποιεί το σύνολο των κοινωνικών και εθνικών δυνάμεων (κρατικούς και ιδιωτικούς φορείς, κοινωνικούς οργανισμούς, μη κυβερνητικές οργανώσεις και εθελοντές), ώστε να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι επιπτώσεις ενός πιθανού πυραυλικού πλήγματος, μιας δολιοφθοράς σε κρίσιμες υποδομές ή ενός τρομοκρατικού χτυπήματος.

Η αντίδραση της Πολιτείας

Υπό αυτή την οπτική, οφείλουμε να αξιολογήσουμε θετικά την έως τώρα αντίδραση της Πολιτείας και του κρατικού μηχανισμού τόσο σε στρατηγικό όσο και επιχειρησιακό επίπεδο

Με απόφαση του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη και πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, ελήφθησαν μέτρα για την ενίσχυση της αποτρεπτικής παρουσίας της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο. 

Συγκεκριμένα, αποστάλθηκαν δύο φρεγάτες του Πολεμικού Ναυτικού και τέσσερα αεροσκάφη F16 για την προστασία της Κύπρου, ενισχύθηκε η αντιαεροπορική άμυνα με την ανάπτυξη συστοιχιών Patriot στην Κάρπαθο, και δόθηκε θετική ανταπόκριση στο αίτημα της Βουλγαρίας για αντιπυραυλική προστασία μέσω εγκατάστασης συστοιχιών Patriot στο Διδυμότειχο. 

Οι ενέργειες αυτές ενεργοποίησαν το κοινό αμυντικό δόγμα Ελλάδας – Κύπρου και επιβεβαιώνουν την πρόθεση της πολιτικής ηγεσίας να διασφαλίσει την εθνική ασφάλεια και τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή.

Παράλληλα, η αυξημένη ετοιμότητα των αρμόδιων υπηρεσιών ασφαλείας, η ενίσχυση των μέτρων προστασίας σε κρίσιμες υποδομές και η στενή συνεργασία με ευρωπαϊκούς και διεθνείς εταίρους καταδεικνύουν ότι η χώρα αντιμετωπίζει με σοβαρότητα τις προκλήσεις του σημερινού γεωπολιτικού περιβάλλοντος. 

Στο πλαίσιο αυτό, ενεργοποιήθηκε και η Διεύθυνση Διαχείρισης Κρίσεων του ΥΠΕΞ, η οποία συνέβαλε στον απεγκλωβισμό εκατοντάδων Ελλήνων πολιτών από τις χώρες του Κόλπου, επιτυγχάνοντας τη μεταφορά τους με ασφάλεια στην Ελλάδα και υπογραμμίζοντας την αποτελεσματικότητα των κρατικών μηχανισμών σε συνθήκες κρίσης.

Παρά την έως τώρα επιτυχή διαχείριση της κρίσης, οι εξελίξεις υπενθυμίζουν ότι η εθνική ασφάλεια και η σταθερότητα απαιτούν συνεχή εγρήγορση και προληπτικό σχεδιασμό. 

Συνεπώς, απαιτείται περαιτέρω εγρήγορση και να τεθεί σε αυξημένη ετοιμότητα το σύνολο του κρατικού μηχανισμού, σαν να βρισκόμαστε μπροστά σε μια εν εξελίξει κρίση με δυνητικά ακραίες επιπτώσεις.

Στο πλαίσιο αυτό καθίσταται αναγκαία η ενεργοποίηση μιας «εθνικής παρέμβασης» που θα ενοποιεί τις δυνάμεις κράτους και κοινωνίας για την ενίσχυση της εθνικής ανθεκτικότητας.

Η παρέμβαση αυτή μπορεί να υλοποιηθεί μέσα από πέντε βασικούς άξονες δράσης, οι οποίοι θα περιλαμβάνουν στρατηγικό σχεδιασμό, προστασία κρίσιμων υποδομών, εκπαίδευση και ενημέρωση των πολιτών, αντιμετώπιση παραπληροφόρησης και συνεργασία κράτους – κοινωνίας.

Συγκεκριμένα απαιτείται:

  1. Η διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης Εθνικής Στρατηγικής Ανθεκτικότητας, η οποία θα συντονίζει τους βασικούς τομείς ασφάλειας και λειτουργίας της κοινωνίας, όπως η Κυβερνοασφάλεια, η ενεργειακή ασφάλεια, η προστασία κρίσιμων υποδομών και οι στρατηγικές επικοινωνίες.
  2. Η δημιουργία ενός επικαιροποιημένου εθνικού χάρτη κρίσιμων υποδομών, που θα περιλαμβάνει λιμάνια, αεροδρόμια, ενεργειακά δίκτυα, τηλεπικοινωνιακές υποδομές, δίκτυα logistics και στρατιωτικές εγκαταστάσεις, συνοδευόμενου από ολοκληρωμένα σχέδια προστασίας και επιχειρησιακής συνέχειας.
  3. Η ενίσχυση της κοινωνικής ανθεκτικότητας μέσω της εκπαίδευσης των πολιτών, με την ανάπτυξη ενός Εθνικού Προγράμματος Κοινωνικής Ανθεκτικότητας.
  4. Η ενίσχυση των μηχανισμών αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης, δεδομένου ότι οι υβριδικές απειλές συχνά στοχεύουν στη δημιουργία σύγχυσης, κοινωνικής πόλωσης και αποσταθεροποίησης μέσω ψυχολογικών επιχειρήσεων και διασποράς ψευδών ειδήσεων.
  5. Η ανάπτυξη ενός ισχυρού πλαισίου συνεργασίας μεταξύ κράτους και κοινωνίας, ώστε να αξιοποιηθεί το σύνολο των εθνικών δυνάμεων στην αντιμετώπιση σύνθετων κρίσεων.

Εν κατακλείδι, στη σημερινή εποχή των σύνθετων κρίσεων και των γεωπολιτικών εντάσεων, η ασφάλεια ενός κράτους δεν εξασφαλίζεται μόνο με στρατιωτικά μέσα και αμυντικές δυνατότητες, αλλά και από την ικανότητά του να αντέχει και να συνεχίζει να λειτουργεί ακόμη και σε περιόδους αβεβαιότητας και κρίσεων. 

Ωστόσο, η διατήρηση της εθνικής ασφάλειας απαιτεί συνεχή εγρήγορση, συντονισμό και συμμετοχή όλων των φορέων της κοινωνίας.

Υπό το πλαίσιο αυτό, η εθνική ανθεκτικότητα αποτελεί όχι απλώς ένα θεωρητικό δόγμα ασφάλειας, αλλά μία από τις σημαντικότερες προϋποθέσεις για τη σταθερότητα και την ασφάλεια των σύγχρονων δημοκρατικών κοινωνιών.

Συνεπώς, η ενίσχυση της εθνικής ανθεκτικότητας δεν είναι απλώς μια επιλογή, αλλά αναγκαιότητα.

Είναι η «αόρατη γραμμή άμυνας» που θα διασφαλίσει ότι η Ελλάδα θα παραμένει ασφαλής και λειτουργική, ακόμη και απέναντι στις πιο σύνθετες και απρόβλεπτες απειλές και κρίσεις.

 

Μοιράσου το:

σχολίασε κι εσύ

ENIKOS NETWORK