Μια μυστηριώδης απόφαση ηλικίας 5.000 ετών οδήγησε άμεσα στον τρόπο με τον οποίο εξακολουθούμε να μετράμε τον χρόνο σήμερα. Τον Οκτώβριο του 1793, η νεοσύστατη Γαλλική Δημοκρατία ξεκίνησε ένα ατυχές πείραμα.
Αποφάσισε να αλλάξει τον χρόνο. Η ημέρα, αποφάσισαν οι επαναστάτες, θα χωριζόταν πλέον σε 10 ώρες, και όχι σε 24.
Κάθε ώρα θα είχε 100 δεκαδικά λεπτά (minutes décimales), τα οποία με τη σειρά τους θα αποτελούνταν από 100 δεκαδικά δευτερόλεπτα (secondes décimales).
Το γαλλικό πείραμα: Η απόπειρα καθιέρωσης του δεκαδικού χρόνου
Το σύστημα μέτρησης του χρόνου αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου επαναστατικού ημερολογίου που αποσκοπούσε στον εξορθολογισμό (και την αποχριστιανοποίηση) της δομής του έτους, περιλαμβάνοντας μια νέα εβδομάδα 10 ημερών.
Σύντομα ξεκίνησαν εργασίες για τη μετατροπή των υπαρχόντων ρολογιών στο δεκαδικό σύστημα. Τα δημαρχεία τοποθέτησαν δεκαδικά ρολόγια και οι επίσημες δραστηριότητες καταγράφονταν με βάση το νέο ημερολόγιο.
«Γρήγορα άρχισε να προκαλεί ατελείωτους πονοκεφάλους», λέει ο Finn Burridge, επικοινωνιολόγος της επιστήμημης στα Βασιλικά Μουσεία του Γκρίνουιτς στο Λονδίνο, την έδρα του Βασιλικού Αστεροσκοπείου και το μέρος όπου καθιερώθηκε η Μέση Ώρα Γκρίνουιτς (GMT).
Ο επανασχεδιασμός και η μετατροπή των υπαρχόντων ρολογιών αποδείχθηκαν εξαιρετικά δύσκολα εγχειρήματα. Το σύστημα αυτό απομόνωσε τη Γαλλία από τις γειτονικές χώρες, ενώ ο αγροτικός πληθυσμός μισούσε το γεγονός ότι η ημέρα ανάπαυσης ερχόταν πλέον κάθε 10η ημέρα.
Τελικά, ο δεκαδικός χρόνος άντεξε μόλις κάτι παραπάνω από έναν χρόνο στη Γαλλία. Για να κατανοήσουμε όμως πώς αρχίσαμε να μετράμε -και εξακολουθούμε να μετράμε μέχρι σήμερα- 24 ώρες την ημέρα, 60 λεπτά την ώρα και 60 δευτερόλεπτα το λεπτό, πρέπει να γυρίσουμε το ρολόι πίσω, σε μια εποχή πριν από την αυγή της χρονομέτρησης.
Διότι είναι η ιστορία ενός από τα παλαιότερα αριθμητικά συστήματα που μας έβαλε σε αυτόν τον δρόμο – και εξηγεί γιατί αυτό το δύσχρηστο σύστημα επιβίωσε πολύ περισσότερο από τους πολιτισμούς που το εφηύραν.
Σύστημα με βάση το 60
Στην απαρχή βρίσκονται οι Σουμέριοι, ένας αρχαίος λαός που ζούσε στη Μεσοποταμία (περίπου στο σημερινό Ιράκ) από το 5300 έως το 1940 π.Χ. και ένας από τους πρώτους πολιτισμούς που σχημάτισαν πόλεις.
Μαζί με πολλές άλλες εφευρέσεις, όπως η άρδευση και το άροτρο, τους αποδίδεται η δημιουργία του πρώτου γνωστού συστήματος γραφής. Αυτό έτυχε να περιλαμβάνει ένα αριθμητικό σύστημα βασισμένο στην έννοια του 60.
Σηκώστε το χέρι σας μπροστά σας, λυγίστε ένα δάχτυλο και θα δείτε ότι έχει τρεις κλειδώσεις. Μετρήστε όλες τις κλειδώσεις στα δάχτυλα του ενός χεριού (χωρίς να συμπεριλάβετε τον αντίχειρα) και θα φτάσετε στο 12.
Υπολογίστε αυτό το 12 ως «ένα» χρησιμοποιώντας ένα δάχτυλο στο άλλο σας χέρι και ξεκινήστε ξανά τη μέτρηση μέχρι το 12 στο πρώτο χέρι, έως ότου χρησιμοποιηθούν και τα πέντε δάχτυλα του δεύτερου χεριού σας.
Μέχρι πού μόλις μετρήσατε; Στο εξήντα. Αυτή είναι μία από τις υποθετικές θεωρίες για το γιατί οι Σουμέριοι βάσισαν το αναδυόμενο μαθηματικό τους σύστημα στο 60 και όχι στο 10 – μια απόφαση που εξακολουθεί να έχει επιπτώσεις στον τρόπο με τον οποίο μετράμε τον χρόνο σήμερα.
Η γέννηση της γραφής και η ανάγκη για λογιστική οργάνωση
Η ανάπτυξη των γραπτών αριθμών από μέρους τους υποκινήθηκε από την ανάγκη τήρησης αρχείων για το ολοένα μεγαλύτερο και πολυπλοκότερο γεωργικό σύστημα που στήριζε τις αναπτυσσόμενες πόλεις τους, αναφέρει ο Martin Willis Monroe, ειδικός στους πολιτισμούς της σφηνοειδούς γραφής (των πρώιμων συστημάτων γραφής της αρχαίας Μέσης Ανατολής) στο Πανεπιστήμιο του New Brunswick στον Καναδά.
Άρχισαν να χρησιμοποιούν μικρές πήλινες πινακίδες, συχνά στο μέγεθος ενός smartphone ή και μικρότερες, για να παρακολουθούν τους αριθμούς, αποτυπώνοντας τις λεπτομέρειες στον μαλακό πηλό.
Σύντομα ακολούθησαν και άλλες εικονογραφικές σημειώσεις, οι οποίες εξελίχθηκαν στο περίφημο σφηνοειδές κείμενο των Σουμερίων. Μόλις στα μέσα του 19ου αιώνα ήρθαν στο φως αυτές οι πήλινες πινακίδες και άρχισαν να αποκρυπτογραφούνται.
Δείχνουν ότι οι Σουμέριοι χρησιμοποιούσαν ένα ολόκληρο πλήθος αριθμητικών συστημάτων, λέει ο Monroe, αλλά το πιο εξέχον για τα μαθηματικά, και κατά συνέπεια για την αστρονομία και τον χρόνο, έγινε γρήγορα το λεγόμενο εξηκονταδικό σύστημα.
Η λειτουργία του εξηκονταδικού συστήματος: Το «10» των αρχαίων
Οι Σουμέριοι χρησιμοποιούσαν το 60 με παρόμοιο τρόπο όπως εμείς χρησιμοποιούμε σήμερα το 10. Όταν φτάνουμε στο εννέα, μετακινούμαστε μία θέση προς τα αριστερά, γράφουμε τη μονάδα και προσθέτουμε το μηδέν στα δεξιά, λέει η Erica Meszaros, η οποία ολοκλήρωσε πρόσφατα το διδακτορικό της στην ιστορία των ακριβών επιστημών και της αρχαιότητας στο Πανεπιστήμιο Brown των ΗΠΑ. «Είναι το ίδιο πράγμα με το εξηκονταδικό: φτάνουν στο 59 και αντί να έχουν έναν αριθμό μεγαλύτερο από το 59, χρησιμοποιούν απλώς το ένα, αλλά μία θέση παραπέρα».
Οι ώρες, τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα αποτελούν μια χρήσιμη κληρονομιά από τους αρχαίους χρόνους, τόσο βαθιά ριζωμένη που η αλλαγή του συστήματος τώρα θα ήταν πιθανότατα υπερβολικά δύσκολη για να την διαχειριστούμε.
Παρά τη δελεαστική θεωρία της μέτρησης με τα δάχτυλα που αναφέρθηκε παραπάνω, δεν είναι σαφές γιατί οι Σουμέριοι κατέληξαν σε ένα σύστημα με βάση το 60. «Δεν υπάρχουν πολλές αποδείξεις για το από πού προέρχεται το ίδιο το 60», λέει ο Monroe. Ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν ότι το εξηκονταδικό σύστημα ενδέχεται να προϋπήρχε των Σουμερίων.
Η ευκολία χρήσης του, ωστόσο, είναι σαφής. Το 60 μπορεί να διαιρεθεί με το ένα, το δύο, το τρία, το τέσσερα, το πέντε, το έξι, το 10, το 12, το 15, το 20, το 30 και το 60 χωρίς την ανάγκη για κλάσματα ή δεκαδικούς. Συγκρίνετε αυτό με το 10, το οποίο μπορεί να διαιρεθεί μόνο με το ένα, το δύο, το πέντε και το 10, και τα πλεονεκτήματά του αρχίζουν να γίνονται ξεκάθαρα.
«Αν αναπτύσσετε αριθμούς για πολύ πρακτικούς σκοπούς, όπως η λογιστική, οι φόροι ή η μέτρηση χωραφιών και ο διαμοιρασμός τους για την κληρονομιά των γιων σας, το να έχετε έναν εύκολο τρόπο να κάνετε αυτές τις μαθηματικές πράξεις μπορεί να είναι πραγματικά χρήσιμο», λέει η Meszaros.
Η προέλευση του χρόνου
Δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία ότι οι Σουμέριοι μετρούσαν τον χρόνο, αν και η χρονομέτρηση πιθανότατα προϋπήρχε στην περιοχή πριν από την πρώτη τεκμηριωμένη χρήση ηλιακών και υδραυλικών ρολογιών από τους Βαβυλώνιους (έναν αρχαίο μεσοποταμιακό πολιτισμό που διαδέχθηκε τους Σουμέριους) γύρω στο 1000 π.Χ., αναφέρει ο Monroe.
Ο πρώτος πολιτισμός που είναι γνωστό ότι χώρισε την ημέρα σε ώρες ήταν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, λέει η Rita Gautschy, αρχαιοαστρονόμος στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας στην Ελβετία, και αυτό εμφανίζεται σε θρησκευτικά κείμενα από το 2500 π.Χ. περίπου.
Τα πρώτα γνωστά αντικείμενα που σχετίζονται με τις ώρες αναφέρονταν αρχικά στις 12 ώρες της νύχτας: επρόκειτο για διαγώνια αστρικά ρολόγια που βρέθηκαν στο εσωτερικό κάλυμμα των φέρετρων ευγενών Αιγυπτίων, χρονολογούμενα μεταξύ 2100 και 1800 π.Χ. περίπου, αναφέρει η Gautschy.
Δεν είναι βέβαιο γιατί ακριβώς οι Αιγύπτιοι επέλεξαν την υποδιαίρεση του 12 – η οποία τελικά οδήγησε στις 24 ώρες για μια πλήρη ημέρα. Οι Αιγύπτιοι είχαν έναν ζωδιακό κύκλο 12 αστερισμών, αλλά αυτός πιθανότατα εισήχθη μετά τις πρώτες αναφορές στις 12 ώρες.
Η μέτρηση έως το 12 χρησιμοποιώντας τις κλειδώσεις και τα δάχτυλα του ενός χεριού είναι μια άλλη πιθανότητα. Ορισμένοι ειδικοί πιστεύουν ότι μπορεί να οφειλόταν στον τρόπο με τον οποίο η επιλογή τους για μια εβδομάδα 10 ημερών διασταυρωνόταν με την ορατότητα ορισμένων άστρων. Τα παλαιότερα γνωστά όργανα μέτρησης του χρόνου, τα ηλιακά και τα υδραυλικά ρολόγια, εμφανίστηκαν στην Αίγυπτο γύρω στο 1500 π.Χ.
Κάποια χρησιμοποιούνταν κατά την καθημερινή εργασία, αλλά τα περισσότερα ήταν «πιθανότατα πιο στενά συνδεδεμένα με τη θρησκευτική σφαίρα και τις τελετουργίες» παρά με τη χρονομέτρηση, λέει η Gautschy. «Προσωπικά, νομίζω ότι πολλά από αυτά ήταν δώρα προς τους θεούς, αναθήματα», αναφέρει. «Δεν έχουμε πολλές πληροφορίες για την επιστημονική χρονομέτρηση εκείνης της εποχής».
Αρχικά, σε κείμενα που αφορούσαν τις καθημερινές δραστηριότητες, η μικρότερη μονάδα χρόνου ήταν γενικά η βάρδια εργασίας, λέει η Gautschy – η οποία συνήθως νοούνταν είτε ως πρωινή είτε ως απογευματινή. Ωστόσο, κατά τη ρωμαϊκή περίοδο της αρχαίας Αιγύπτου (από το 30 π.Χ.), οι ώρες έγιναν το πρότυπο, ενώ άρχισαν να εμφανίζονται και οι μισές ώρες, αναφέρει η ίδια.
Στο μεταξύ, οι Βαβυλώνιοι είχαν επίσης αναπτύξει τη χρήση των ωρών. Θα ήταν τελικά οι πρώτοι που θα χώριζαν την ώρα σε πολύ μικρότερες μονάδες – αν και όχι για σκοπούς χρονομέτρησης.
Οι Βαβυλώνιοι, ο πολιτισμός των οποίων άκμασε από το 2000 π.Χ. έως το 540 π.Χ., υιοθέτησαν τόσο τη σφηνοειδή γραφή όσο και το εξηκονταδικό αριθμητικό σύστημα από τους Σουμέριους.
Γύρω στο 1000 π.Χ., λέει η Meszaros, είχαν αναπτύξει ένα ημερολόγιο βασισμένο στον χρόνο που χρειαζόταν ο ήλιος για να επιστρέψει στην ίδια θέση στον ουρανό – λίγο περισσότερο από 360 ημέρες.
«Είναι ένα σύστημα που λειτούργησε αρκετά καλά για τους Βαβυλώνιους, ώστε οι λαοί που τους διαδέχθηκαν το πήραν αυτούσιο, προκειμένου να υιοθετήσουν μαζί του τα αστρονομικά δεδομένα και τις παραδόσεις» – Erica Meszaros.
Ουράνιοι κύκλοι και ο διαχωρισμός του χρόνου σε 12 μέρη
Αυτός ήταν ένας βολικός αριθμός για έναν πολιτισμό που χρησιμοποιούσε ήδη ένα σύστημα μέτρησης βασισμένο στο 60. «Δεν είναι ωραίο αυτό σε ένα εξηκονταδικό σύστημα;» λέει η Meszaros. «Μάλιστα, οδήγησε πολύ ομαλά στους 12 μήνες των 30 ημερών ο καθένας», κάτι που ταίριαζε επίσης με τον κύκλο της σελήνης, αναφέρει η ίδια.
Οι Βαβυλώνιοι ανέπτυξαν ένα πρακτικό σύστημα χρόνου για την καθημερινή χρήση, το οποίο χώριζε τόσο την ημέρα όσο και τη νύχτα σε 12 μέρη, όπως έκαναν και οι Αιγύπτιοι. Η διάρκεια αυτών των «εποχιακών ωρών» μεταβαλλόταν ανάλογα με τη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας. «Χωρίσαμε την ημέρα στα 12, επειδή χωρίζουμε τον νυχτερινό ουρανό σε 12 μήνες και 12 ζώδια», λέει η Meszaros.
Η έλευση των λεπτών
Πολλοί άλλοι αρχαίοι πολιτισμοί χρησιμοποιούσαν εποχιακές ώρες, οι οποίες παρέμεναν σε χρήση στην Ευρώπη του 15ου αιώνα και στην Ιαπωνία του 19ου αιώνα. Αυτός ο εποχιακός χρόνος, ωστόσο, δεν χωρίστηκε ποτέ σε μικρότερες μονάδες για πρακτική χρήση, σημειώνει ο Monroe. «Αυτό δεν υφίσταται πραγματικά μέχρι την πρώιμη νεότερη περίοδο… Δεν υπάρχει στη Μεσοποταμία και σε άλλους αρχαίους πολιτισμούς, επειδή στην πραγματικότητα δεν υπήρχε ανάγκη γι’ αυτό».
Οι Βαβυλώνιοι ανέπτυξαν επίσης ένα άλλο σύστημα χρόνου για τον υπολογισμό και τη μέτρηση αστρονομικών γεγονότων, το οποίο δεν προοριζόταν για καθημερινή χρήση. Αυτό χώριζε την ημέρα σε 12 «beru», τα οποία μπορούμε να θεωρήσουμε ισοδύναμα με δύο σύγχρονες ώρες.
Η Βαβυλωνία δεν ήταν ο μόνος αρχαίος πολιτισμός που τα χρησιμοποιούσε: Εμφανίστηκαν επίσης στην αρχαία Κίνα και την Ιαπωνία, για παράδειγμα. Ωθούμενοι από την ανάγκη για μεγαλύτερη λεπτομέρεια στους υπολογισμούς τους, οι Βαβυλώνιοι άρχισαν να αναλύουν αυτές τις δίωρες μονάδες beru σε 30 αρχαία λεπτά γνωστά ως «ush», καθένα από τα οποία ισούται με τέσσερα δικά μας σημερινά λεπτά.
Αυτά χωρίζονταν περαιτέρω διά του 60 σε μικρότερες μονάδες που ονομάζονταν «ninda», καθεμία αξίας περίπου τεσσάρων σύγχρονων δευτερολέπτων. Αυτές οι υποδιαιρέσεις χρησιμοποιήθηκαν πιθανότατα «επειδή χωρίζουμε τα πράγματα σε ομάδες των 60 στο εξηκονταδικό σύστημα», λέει η Meszaros. Ωστόσο, οι Βαβυλώνιοι «δεν το σκέφτονταν ως υποδιαίρεση του χρόνου», σημειώνει ο Monroe. «Το έβλεπαν ως υποδιαίρεση αριθμών που μετρούν την απόσταση στον ουρανό ή την ταχύτητα των πλανητών».
Είναι δύσκολο να πούμε με ακρίβεια ποιος βασίστηκε σε ποιον ανάμεσα σε όλες αυτές τις αρχαίες εξελίξεις του χρόνου, λέει η Gautschy. «Από το 330 π.Χ. και μετά, η Αίγυπτος, με το νέο κέντρο επιστήμης στην Αλεξάνδρεια, έγινε ένα “χωνευτήρι” όπου οι άνθρωποι, και μαζί τους οι ιδέες τους από όλες τις περιοχές, συγχωνεύτηκαν», αναφέρει.
«Αυτό είναι που ονομάζουμε Ελληνιστικό κόσμο». Ωστόσο, είναι σαφές ότι οι αρχαίοι Έλληνες υιοθέτησαν το βαβυλωνιακό αστρονομικό σύστημα χρόνου, λέει η Meszaros. «Κράτησαν την ίδια διαίρεση επειδή αυτό τους επέτρεπε να προσθέτουν απλώς νέες παρατηρήσεις στις ήδη υπάρχουσες… Είναι ένα σύστημα που λειτούργησε αρκετά καλά για τους Βαβυλώνιους, ώστε οι λαοί που τους διαδέχθηκαν το πήραν αυτούσιο, προκειμένου να υιοθετήσουν μαζί με αυτό τα αστρονομικά δεδομένα και τις παραδόσεις».
Ένα χρονολόγιο της ακρίβειας του χρόνου
- 12ος αιώνας: Κατασκευάστηκαν τα πρώτα μηχανικά ρολόγια, με ακρίβεια περίπου μιας ώρας.
- 16ος αιώνας: Ακόμη και τα ακριβή ρολόγια με εκκρεμές παρουσίαζαν απόκλιση 10-15 λεπτών την ημέρα.
- 18ος αιώνας: Εφευρέθηκε το ρολόι H4, το οποίο δεν έχανε ούτε λεπτό για εβδομάδες. «Αυτό οδήγησε στη χρήση του λεπτού και του δευτερολέπτου στην καθημερινή κοινωνία», λέει ο Burridge.
- Δεκαετία του 1920: Η ανάπτυξη των ρολογιών χαλαζία (quartz) βελτίωσε θεαματικά την ακρίβεια, χάνοντας μόνο ένα δευτερόλεπτο κάθε τρία χρόνια.
- Δεκαετία του 1950: Εμφανίστηκαν τα ατομικά ρολόγια, τα οποία χρησιμοποιούν άτομα ως χρονομετρητές και είναι τόσο ακριβή που «δεν θα χάσουν ούτε δευτερόλεπτο σε δισεκατομμύρια χρόνια», αναφέρει ο Burridge.
Μετρώντας τα δευτερόλεπτα
Ενώ οι Έλληνες διέθεταν κλεψύδρες άμμου στα δικαστήρια «για να διασφαλίσουν ότι οι άνθρωποι είχαν τον ίδιο χρόνο για να μιλήσουν», το βαβυλωνιακό σύστημα χρόνου που υιοθέτησαν χρησιμοποιούνταν μόνο θεωρητικά από τους αστρολόγους και σε μεγάλο βαθμό «δεν είχε πραγματική σχέση με την καθημερινή ζωή», λέει η Gautschy.
Ωστόσο, οι έννοιες των ωρών, των λεπτών και των δευτερολέπτων που αναδύθηκαν από το ελληνιστικό «χωνευτήρι» μεταφέρθηκαν μέσα από τους αιώνες μέχρι τις μέρες μας. Μόλις πριν από μερικές εκατοντάδες χρόνια, όμως, οι συσκευές χρονομέτρησης έγιναν αρκετά ακριβείς ώστε τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα να αρχίσουν να χρησιμοποιούνται στην καθημερινότητα.
Το δευτερόλεπτο χρησιμοποιείται πλέον σε αναρίθμητους επιστημονικούς ορισμούς και, από τη στιγμή που αρχίσαμε να μετράμε μονάδες χρόνου μικρότερες από το δευτερόλεπτο, οι επιστήμονες πέρασαν στο μετρικό σύστημα, υποδιαιρώντας το σε χιλιοστά (milli) και εκατομμυριοστά (micro) του δευτερολέπτου.
Από τον Ήλιο στα άτομα: Η επανάσταση της ψηφιακής ακρίβειας
Κατά τον 20ό αιώνα, τα ατομικά ρολόγια επέτρεψαν στους επιστήμονες να επαναπροσδιορίσουν το δευτερόλεπτο με μεγαλύτερη ακρίβεια, μεταβαίνοντας από τον ορισμό που βασιζόταν στις περιστροφές του Ήλιου σε μια ακριβή τιμή βασισμένη στην απορρόφηση και εκπομπή μικροκυματικής ακτινοβολίας από άτομα καισίου-133.
Σήμερα, το παγκόσμιο δίκτυο ατομικών ρολογιών διατηρεί την ώρα σχεδόν κάθε σύγχρονου ρολογιού και βρίσκεται πίσω από τα πάντα, από το διαδίκτυο και το GPS μέχρι την εξαιρετικά ακριβή απεικόνιση της μαγνητικής τομογραφίας (MRI).
Η ιχνηλάτηση της ιστορίας της χρονομέτρησης αποκαλύπτει, ωστόσο, ότι πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα, που καθορίστηκε από ανθρώπινες αποφάσεις. Οι ώρες, τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα έφτασαν σε εμάς μέσα από μια σειρά επιλογών, συμπτώσεων και τυχαίων γεγονότων.
Παρέμειναν όμως ως μια χρήσιμη κληρονομιά μέσα στους αιώνες, ένα κατάλοιπο αρχαίων χρόνων τόσο βαθιά ριζωμένο, που η αλλαγή του συστήματος τώρα θα ήταν μάλλον ακατόρθωτη. Ακόμη και κατά την απόπειρα της Γαλλίας τον 18ο αιώνα να εισαγάγει τον δεκαδικό χρόνο, στην πράξη το νέο σύστημα ελάχιστα χρησιμοποιήθηκε, παρόλο που παρόμοιες προσπάθειες της Δημοκρατίας για τη δεκαδικοποίηση των μετρήσεων απόστασης και του νομίσματος υιοθετήθηκαν και χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα.
Ο δεκαδικός χρόνος διήρκεσε μόλις 17 μήνες, αν και το ημερολόγιο παρέμεινε σε κάποια χρήση για περίπου μια δεκαετία. «Δοκιμάστηκε, αλλά απέτυχε, δεν κατάφερε να καθιερωθεί», λέει ο Burridge. Μια ομιλία του 1795 από τον Claude-Antoine Prieur, μέλος της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης, ίσως ήταν αυτή που έβαλε την «τελευταία ταφόπλακα» στον δεκαδικό χρόνο.
Όπως υποστήριξε ο ίδιος, πέρα από το γεγονός ότι δεν προσέφερε σχεδόν σε κανέναν κάποιο ουσιαστικό πλεονέκτημα, έριχνε κακό φως στα άλλα νέα μετρικά συστήματα μέτρησης – τα οποία, σε αντίθεση με αυτόν, ήταν χρήσιμα.
