Τα βασικά σημεία του άρθρου
- Ερευνητές εντόπισαν κατάλοιπα λύκων 3.000 έως 5.000 ετών σε απομονωμένο σουηδικό νησί, όπου οι λύκοι δεν θα μπορούσαν να φτάσουν μόνοι τους. Το εύρημα υποδηλώνει ότι οι άνθρωποι τους μετέφεραν εκεί.
- Η ανάλυση έδειξε ότι οι λύκοι κατανάλωναν θαλάσσια πρωτεΐνη, όπως και οι άνθρωποι του νησιού, υποδηλώνοντας ότι τρέφονταν από αυτούς. Επιπλέον, ένας τραυματισμένος λύκος επέζησε για καιρό, πιθανόν χάρη στην ανθρώπινη φροντίδα.
- Τα ευρήματα αμφισβητούν τις παραδοσιακές αντιλήψεις για την εξημέρωση των λύκων, υποδηλώνοντας πιο σύνθετες σχέσεις συνύπαρξης και διαχείρισης από τους ανθρώπους, χωρίς όμως να οδηγήσουν στην πλήρη εξημέρωση.
Μια εκπληκτική ανακάλυψη σε ένα μικρό νησί της Βαλτικής Θάλασσας αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οι επιστήμονες αντιλαμβάνονται τη σχέση ανάμεσα στους αρχαίους ανθρώπους και τους λύκους.
Ερευνητές εντόπισαν κατάλοιπα λύκων που χρονολογούνται περίπου 3.000 έως 5.000 χρόνια πριν, στο σουηδικό νησί Stora Karlsö. Το εύρημα αυτό είναι αξιοσημείωτο, καθώς το συγκεκριμένο νησί είναι απομονωμένο και δεν διαθέτει αυτόχθονα θηλαστικά της στεριάς.
Καθώς οι λύκοι θα ήταν αδύνατο να φτάσουν εκεί μόνοι τους, οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι πρέπει να τους μετέφεραν στο νησί άνθρωποι.
Η μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences, πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Ινστιτούτου Francis Crick, του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης, του Πανεπιστημίου του Άμπερντιν και του Πανεπιστημίου της Ανατολικής Αγγλίας. Τα ευρήματα των επιστημόνων υποδηλώνουν ότι οι προϊστορικές κοινότητες ενδέχεται να διαχειρίζονταν ή να κρατούσαν λύκους με τρόπους που που μέχρι τώρα ελάχιστα είχαμε φανταστεί.
Λύκοι σε ένα νησί που δεν θα μπορούσαν να φτάσουν μόνοι τους
Τα κατάλοιπα ήρθαν στο φως στο σπήλαιο Stora Förvar, έναν αρχαιολογικό χώρο στο νησί Stora Karlsö, ο οποίος χρησιμοποιούνταν έντονα από κυνηγούς φωκών και ψαράδες κατά τη Νεολιθική Εποχή και την Εποχή του Χαλκού. Οι περίοδοι αυτές καλύπτουν τμήματα της Εποχής του Λίθου και των πρώτων εποχών μεταλλουργίας, χιλιάδες χρόνια πριν από τον σύγχρονο πολιτισμό.
Το Stora Karlsö έχει έκταση μόλις 2,5 τετραγωνικά χιλιόμετρα και στερείται αυτόχθονων θηλαστικών της ξηράς. Επειδή οι λύκοι δεν είναι ικανοί να αποικίσουν φυσικά ένα τέτοιο νησί διασχίζοντας την ανοιχτή θάλασσα, οι ερευνητές πιστεύουν ότι οι άνθρωποι πρέπει να μετέφεραν τα ζώα εκεί, πιθανότατα με βάρκες. Αυτό το συμπέρασμα από μόνο του καθιστά την ανακάλυψη ασυνήθιστη. Ωστόσο, η περαιτέρω ανάλυση αποκάλυψε μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα ιστορία.
Ενδείξεις ζωής δίπλα στους ανθρώπους
Οι επιστήμονες εξέτασαν τα κατάλοιπα δύο κυνιδών, μιας οικογένειας ζώων που περιλαμβάνει λύκους, σκύλους, αλεπούδες και συγγενικά είδη. Οι γενετικές εξετάσεις επιβεβαίωσαν ότι και τα δύο δείγματα ήταν λύκοι και όχι σκύλοι, ενώ οι ερευνητές δεν εντόπισαν ενδείξεις καταγωγής από σκύλους. Παρά το γεγονός ότι ήταν γενετικά λύκοι, τα ζώα παρουσίαζαν αρκετά χαρακτηριστικά που συχνά συνδέονται με τη συμβίωση με τον άνθρωπο.
Ένα σημαντικό στοιχείο προήλθε από την ανάλυση ισοτόπων, μια τεχνική που μπορεί να αποκαλύψει τι έτρωγε ένα ζώο κατά τη διάρκεια της ζωής του. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι λύκοι κατανάλωναν μεγάλες ποσότητες θαλάσσιας πρωτεΐνης, συμπεριλαμβανομένων φωκών και ψαριών. Αυτό ταίριαζε απόλυτα με τη διατροφή των ανθρώπων που ζούσαν στο νησί, υποδηλώνοντας ότι οι λύκοι πιθανότατα τρέφονταν από τους ανθρώπους.
Επιπλέον, οι λύκοι αυτοί ήταν μικρότεροι σε μέγεθος από τους τυπικούς λύκους που ζούσαν στην ηπειρωτική χώρα. Επίσης, το ένα ζώο εμφάνιζε ασυνήθιστα χαμηλή γενετική ποικιλομορφία. Ο όρος «γενετική ποικιλομορφία» αναφέρεται στο εύρος των γενετικών παραλλαγών μέσα σε ένα άτομο ή έναν πληθυσμό. Η χαμηλή ποικιλομορφία παρατηρείται συχνά σε απομονωμένες ομάδες ή σε ζώα που έχουν υποστεί επιλεκτική εκτροφή.
«Η ανακάλυψη αυτών των λύκων σε ένα απομονωμένο νησί είναι εντελώς αναπάντεχη», δήλωσε ο Δρ Linus Girdland-Flink από το Πανεπιστήμιο του Άμπερντιν, ένας από τους κύριους συγγραφείς της μελέτης. «Όχι μόνο η καταγωγή τους δεν διέφερε σε τίποτα από εκείνη των άλλων ευρασιατικών λύκων, αλλά φαίνεται ότι ζούσαν δίπλα σε ανθρώπους, έτρωγαν την τροφή τους και βρίσκονταν σε ένα μέρος όπου θα μπορούσαν να έχουν φτάσει μόνο με βάρκα. Αυτό συνθέτει μια περίπλοκη εικόνα για τη σχέση μεταξύ ανθρώπων και λύκων στο παρελθόν».
Στο μικροσκόπιο η πορεία προς την εξημέρωση
Τα ευρήματα αυτά αμφισβητούν τις παραδοσιακές αντιλήψεις για τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούσαν οι άνθρωποι και οι λύκοι στην προϊστορία. Για καιρό, οι επιστήμονες έβλεπαν τη σχέση μεταξύ ανθρώπων και λύκων κυρίως μέσα από το πρίσμα της εξημέρωσης του σκύλου. Σύμφωνα με αυτό το πλαίσιο, οι λύκοι εξελίχθηκαν σταδιακά σε σκύλους μέσα από μια μακρά διαδικασία συμβίωσης με τον άνθρωπο και προσαρμογής στα ανθρώπινα περιβάλλοντα.
Οι λύκοι που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα δεν ταιριάζουν απόλυτα σε αυτή την ιστορία. Οι ερευνητές δεν είναι ακόμη σε θέση να γνωρίζουν αν οι λύκοι αυτοί ήταν ήμεροι, αν ζούσαν σε αιχμαλωσία ή αν οι άνθρωποι τους διαχειρίζονταν με κάποιον άλλον τρόπο. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι βρίσκονταν σε ένα κατοικημένο νησί υποδηλώνει ξεκάθαρα μια σκόπιμη και διαρκή αλληλεπίδραση.
«Ήταν μια απόλυτη έκπληξη όταν διαπιστώσαμε ότι επρόκειτο για λύκο και όχι για σκύλο», δήλωσε ο Pontus Skoglund από το Εργαστήριο Αρχαίας Γονιδιωματικής του Ινστιτούτου Francis Crick και επικεφαλής της μελέτης. «Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα περίπτωση που εγείρει την πιθανότητα, σε ορισμένα περιβάλλοντα, οι άνθρωποι να ήταν σε θέση να κρατούν λύκους στους οικισμούς και να έβρισκαν κάποια αξία σε αυτό».
Γενετικά στοιχεία δείχνουν ανθρώπινη παρέμβαση
Πρόσθετες αποδείξεις προέκυψαν από τα γενετικά δεδομένα. Ο Anders Bergström από το Πανεπιστήμιο της Ανατολικής Αγγλίας και συνεπικεφαλής της μελέτης, εξήγησε ότι ένας από τους λύκους παρουσίαζε εξαιρετικά χαμηλή γενετική ποικιλομορφία, ακόμη και σε σύγκριση με άλλα αρχαία δείγματα λύκων.
«Τα γενετικά δεδομένα είναι συναρπαστικά. Διαπιστώσαμε ότι ο λύκος με το πιο ολοκληρωμένο γονιδίωμα είχε χαμηλή γενετική ποικιλομορφία, χαμηλότερη από κάθε άλλον αρχαίο λύκο που έχουμε εξετάσει μέχρι σήμερα. Αυτό μοιάζει με αυτό που παρατηρείται σε απομονωμένους πληθυσμούς, σε πληθυσμούς που έχουν υποστεί δραματική μείωση (φαινόμενο “λαιμού μπουκαλιού”), ή σε εξημερωμένους οργανισμούς. Αν και δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο αυτοί οι λύκοι να είχαν χαμηλή γενετική ποικιλομορφία για φυσικούς λόγους, το εύρημα υποδηλώνει ότι οι άνθρωποι αλληλεπιδρούσαν με τους λύκους και τους διαχειρίζονταν με τρόπους που δεν είχαμε σκεφτεί στο παρελθόν.»
Το φαινόμενο του «λαιμού του μπουκαλιού» (population bottleneck) εμφανίζεται όταν ένας πληθυσμός μειώνεται δραματικά σε μέγεθος, γεγονός που περιορίζει τη γενετική του ποικιλομορφία. Τέτοια μοτίβα μπορούν να προκύψουν με φυσικό τρόπο, αλλά μπορεί επίσης να είναι το αποτέλεσμα της ανθρώπινης διαχείρισης ή της επιλεκτικής εκτροφής.
Ένας λύκος που ίσως δεχόταν φροντίδα
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις αφορούσε έναν λύκο της Εποχής του Χαλκού, ο οποίος είχε υποστεί σοβαρή βλάβη στο οστό ενός άκρου του.
Αυτός ο τραυματισμός θα είχε πιθανότατα περιορίσει την ικανότητα του ζώου να κινείται και να κυνηγά αποτελεσματικά. Κι όμως, ο λύκος επέζησε για αρκετό καιρό, τόσο ώστε η πάθησή του να αφήσει ένα ξεκάθαρο σημάδι στον σκελετό του.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, αυτό δείχνει ότι το ζώο είτε δεχόταν κάποιου είδους φροντίδα είτε ζούσε σε ένα περιβάλλον όπου η επιβίωσή του δεν εξαρτιόταν από το κυνήγι μεγάλων θηραμάτων.
Νέες προοπτικές στις αρχαίες σχέσεις ανθρώπου και ζώου
Η μελέτη συνδύασε την οστεολογία (τη μελέτη των οστών) με την προηγμένη γενετική ανάλυση. Μαζί, οι δύο αυτές προσεγγίσεις προσέφεραν στοιχεία που καμία μέθοδος δεν θα μπορούσε να είχε αποκαλύψει από μόνη της.
«Ο συνδυασμός των δεδομένων αποκάλυψε νέες και πολύ απροσδόκητες οπτικές γωνίες σχετικά με τις αλληλεπιδράσεις ανθρώπου-ζώου κατά την Εποχή του Λίθου και του Χαλκού γενικότερα, και ειδικότερα όσον αφορά τους λύκους αλλά και τους σκύλους», αναφέρει ο Jan Storå, Καθηγητής Οστεοαρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης.
Συνολικά, η έρευνα δείχνει ότι οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ ανθρώπων και λύκων ήταν πολύ πιο σύνθετες από ό,τι θεωρούσαν κάποτε οι επιστήμονες. Αντί απλώς να κυνηγούν τους λύκους ή να τους αποφεύγουν, ορισμένες προϊστορικές κοινότητες ενδέχεται να είχαν αναπτύξει μακροχρόνιες σχέσεις με αυτά τα ζώα, διαχειριζόμενες και φροντίζοντάς τα, χωρίς ωστόσο να τα εξημερώσουν πλήρως.
Η ανακάλυψη αυτή φέρνει στο φως ένα ξεχασμένο κεφάλαιο στην κοινή ιστορία ανθρώπων και λύκων, μια εποχή πρώιμων πειραμάτων συνύπαρξης, τα οποία όμως δεν οδήγησαν ποτέ στη γέννηση του σύγχρονου σκύλου.
