Η ετυμολογία του…λαμόγιου

ΛΕΞΙΠΕΝΙΑ ΚΑΙ ΛΕΞΙΛΑΓΝΕΙΑ ταλαιπωρούν, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, αφάνταστα τη γλώσσα μας, καθώς βολοδέρνει κατάκοιτη πάνω στην προκρούστεια κλίνη της γενικότερης παρακμής κάθε αξιακού συμβόλου και συμβολισμού. Σύμπτωμα-διόλου αμελητέο, το αντίθετο μάλιστα-αυτής της διπλής ενδημικής γλωσσοπάθειας-συνιστά, inter alia φυσικά, και το γεγονός ότι δύο λέξεις που συναντώνται ολοένα και πιο συχνά στο καθημερινό μας λεξιλόγιο – λες και πρόκειται για μολυσματικά κουνούπια που πολλαπλασιάζονται με γεωμετρική πρόοδο σε δυναμικά αυτοτροφοδοτούμενο έλος – είναι «μ……» και «λαμόγιο». Και ακόμη περισσότερο ανησυχητικό σημάδι μιας τέτοιας παρακμιακής πορείας του θεσμικού μας εποικοδομήματος αποτελεί το ότι τα ως άνω ουσιαστικοποιημένα επίθετα «κοσμούν» στην καθομιλουμένη, κατά προτίμηση, το πολιτικό προσωπικό της χώρας.ΤΟ ΚΑΚΟ ΕΓΚΕΙΤΑΙ στο ότι το λεκτικό αυτό «παραμάζωμα» των πολιτικών ταγών μας,  μέσα στην ακατάσχεστη γενίκευσή του, σίγουρα τους αδικεί. Όλα κι όλα, δεν είναι στο σύνολό τους «μ…..» και «λαμόγια». Χειρότερο όμως μου μοιάζει πως είτε από δική τους ασύγγνωστη υπαιτιότητα είτε επειδή πέφτουν θύματα του «πες,πες, κάτι μένει», ενώ ως πρότινος οι δύο λαϊκότροποι χαρακτηρισμοί φαίνονταν ν’ αφορούν  την εξαίρεση με καλπάζουσα, δυστυχώς, ταχύτητα, βαίνουμε τουλάχιστον κατά τη συνισταμένη της λεγόμενης «κοινής γνώμης»-στο «ίσα βάρκα, ίσα νερά».ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ αυτή η επιδείνωση της λεκτικής μεταχείρισης και της συνακολούθησης κοινωνικής αντιμετώπισης των εκπροσώπων του πολιτικού μας συστήματος που μ’ έβαλε, μεσούντος του θέρους, σε γλωσσολογικές και, ειδικότερα, ετυμολογικές αναζητήσεις.ΚΑΙ ΩΣ ΠΡΟΣ το…  εύσημο «μ…..» τα πράγματα είναι σχετικά εύκολα. Μπορούμε νομίζω, να συνεννοηθούμε στα βασικά δίχως ουσιαστικές διαφωνίες: Πρόκειται για κάποιον ο οποίος συνηθίζει να αυτοϊκανοποιείται, κυριολεκτικώς και μεταφορικώς, έχοντας την ψευδαίσθηση-βασικό ιδίωμα μιας κατηγορίας της συνομοταξίας των βλακών- πως κάνει το πραγματικά σημαντικό: Από την επίδειξη «σεξουαλικής μαεστρίας» ώς την εξασφάλιση «κοινωνικής ανωτερότητας». Αλήθεια, πόσο βαθιά νυχτωμένος μας φαίνεται σήμερα ο Αυνάν…ΕΛΑ, ΟΜΩΣ, που, ως προς τον λανθάνοντα επιθετικό προσδιορισμό «λαμόγιο», τα γλωσσολογικά ευρήματα της ετυμολογικής σκαπάνης εμφανίζονται πενιχρά! Παρά το δυσχερές του εγχειρήματος, κατάφερα να καταλήξω στο συμπέρασμα πως το «λαμόγιο» προσδιορίζει εκείνο τον εκπρόσωπο της κατηγορίας των sensu lato απατεώνων, ο οποίος, αφού έχει λάθρα διασφαλίσει τη λεία του, εξαφανίζεται διά τεχνασμάτων και ως διά μαγείας από τα θύματά του, για να την απολαύσει ανενόχλητος.ΤΟ ΠΩΣ ΟΔΗΓΗΘΗΚΑ στο συμπέρασμα αυτό κρύβει αρκετά στοιχεία τυχαίου. Όχι, δεν ήταν από κάποιο λεξικό -πχ του κ. Μπαμπινιώτη και, πολύ περισσότερο, ένα παλαιότερο με αναφορές στις ρίζες της αρχαίας ελληνικής γλώσσας- ή από μία ειδική εν προκειμένω μελέτη.ΦΙΛΟΣ-πραγματικός και ανεκτίμητος-γιατρός, από εκείνους θυμόσοφους generalists που ολοένα και σπανίζουν και οι οποίοι έχουν το χάρισμα ν’αποθησαυρίζουν μέσα από την έντιμη άσκηση της επιστήμης τους πραγματική γνώση, «μου άνοιξε τα μάτια». Και άλλοτε με είχε βοηθήσει προς την ίδια, σχεδόν, κατεύθυνση. Όταν, σε μία χαλαρή συζήτησή μας που αφορούσε «επιφανή» και ιδιαίτερα κομψευόμενο -στα όρια δανδισμού-πολιτικό μας, είχε στωϊκά αποφανθεί: «Αυτός έχει την αναίδεια του πιθήκου». Το «αναίδεια» από το «άνευ αιδούς». Ξαφνιάστηκα από την ιδιότυπη σύνδεση των δύο μακρινών συγγενών του ζωικού βασιλείου. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια μου έλυσε την απορία: «Μα φίλε μου, σου διαφεύγει ότι ο πίθηκος είναι το πιο αναιδές-κατά κυριολεξία-ζώο στη φύση; Σου αποκαλύπτει-οι ζωολογικοί κήποι είναι το πιο πρόσφορο πεδίο επίδειξης –τα γεννητικά του όργανα και έχει την πεποίθηση ότι σου προσφέρει αληθινή υπηρεσία…».

ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΙΛΗ ΤΟΥ, λοιπόν κοινωνιολογική αυτή προσέγγιση με οδήγησε – ασφαλώς καθώς πιστεύω- στη γλωσσική καταγωγή του «λαμόγιου».Ο γιατρός άρχισε από το σκηνικό: Βρισκόμαστε σε κάποια γωνιά της Σικελίας. Δηλαδή, σε γειτονικά μας λημέρια. Το συγκεκριμένο πλάνο περιγράφει μία παρτίδα χαρτοπαιξίας. Σικελία και χαρτοπαιξία, όμως, διανθίζονται από τις εξής δύο ιδιαιτερότητες, οι οποίες οδηγούν στη λύση του «λαμογιακού» αινίγματος:

-Η πρώτη αφορά τη χαρτοπαιξία, τουλάχιστον εν Σικελία : Κατά τους κανόνες της-και αυτή γαρ έχει «κανόνες», όταν κερδίζεις δεν μπορείς «να την κάνεις» πριν όλη η λοιπή χαρτοπαικτική ομήγυρις χάσει την «κάβα της». Διαφορετικά, ισχύει το «όπου δεν κρατεί λόγος πίπτει ράβδος».

-Η δεύτερη σχετίζεται με τις μητριαρχικές καταβολές της Σικελίας και τα σύγχρονα απομεινάρια της. Αποτελεί πια κοινό επιστημονικό τόπο-αρκεί η αναφορά στο κορυφαίο έργο του Λ.Μόργκαν, ως προς τη μετάβαση από τη μητριαρχία στην πατριαρχία, σύμφωνα με την ανάλυση της τρίτης πτυχής της «Ορέστειας» του Αισχύλου, δηλαδή των «Ευμενίδων» -ότι η Μεσόγειος φιλοξένησε τα τελευταία λίκνα της μητριαρχίας. Και κυρίως η Μικρά Ασία, η Κρήτη και η νότια Ιταλία.

-Ίχνη αυτής της μακραίωνης παράδοσης ανιχνεύονται ακόμα και σήμερα μέσα από τον κυρίαρχο ρόλο της γυναίκας-συζύγου ή μάνας-σε συγκεκριμένα πεδία της κοινωνικής, πρωτίστως δε της οικογενειακής, ζωής.Ας πάμε λοιπόν στη σύνδεση των δύο ως άνω ιδιαιτεροτήτων, για να δούμε τι σημαίνει «λαμόγιο». Όταν ο μικροαπατεώνας χαρτοπαίκτης της σικελικής επαρχίας κέρδιζε, πλην όμως ήθελε «να την κάνει μπραφ», κατά παράβαση των χαρτοπαικτικών κανόνων αλλά χωρίς να υποστεί τις βαριές κυρώσεις του «άχρι αίματος ξυλοδαρμού» -και όχι μόνο-σκαρφιζόταν το εξής τέχνασμα, καταγόμενο από τον ιστορικό λαβύρινθο της μητριαρχίας που θέλει, ακόμα και σήμερα το κέλευσμα της συζύγου προς τον εξωκείλαντα σύζυγο να γίνεται σεβαστό για χάρη του ιερού θεσμού της οικογένειας: Συνεννοημένος προηγουμένως με έμπιστο –συνήθως επ΄αμοιβή- τσιλιαδόρο/συνεργό έβαζε τον τελευταίο, αφού του έδινε το κατάλληλο σύνθημα, να καταφθάνει δρομαίος και ασθμαίνων από την «αγωνία» προς τους παίκτες. Και να ωρύεται αναγγέλλοντας, δήθεν, ότι η σύζυγος του κερδοφόρου ως εκείνη τη στιγμή χαρτοπαίκτη έρχεται να «συμμαζέψει με το σκουπόξυλο ή την τσουγκράνα» τον άσωτο, ο οποίος είχε εγκαταλείψει την εστία από τα χαράματα!ΙΤΑΛΙΣΤΙ Η ΚΡΑΥΓΗ του συνεργού που ανήγγελλε την κατά φαντασία επιδρομή της συζύγου είχε ως εξής: «La moglie, la moglie» («η γυναίκα σου, η γυναίκα σου»)! Η παραφθορά στην ελληνική είναι, σχεδόν, φυσική: «La moglie» καταλήγει «λαμόγια» και στον ενικό «λαμόγιο».

Παρακαλώ αν κάποιος εμβριθέστερος έχει άλλη, πειστικότερη εξήγηση, ας αντικρούσει το θυμόσοφο φίλο μου, υπηρέτει του Ιπποκράτη και ακούσιο βοηθό εκπληρώσεως των κοπιόντων γλωσσολόγων μας.ΚΑΤΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ: Κάθε ομοιότητα ορισμένων πολιτικών μας με «χαρτοπαίκτες-λαμόγια» κατά τ’ανωτέρω, υπό την έννοια εκείνων που αποκτούν «με τον ιδρώτα τους» τα αγαθά «του Αβραάμ και του Ισαάκ» και, την κατάλληλη στιγμή ειδοποιημένοι από το σύστημα-ιδίως δε το διαπλεκόμενο μιντιακό-«στρίβουν δια του αρραβώνος» προκειμένου να απολαύσουν  τα προϊόντα του «κόπου τους», δεν είναι φανταστική, αλλ’ απολύτως πραγματική. Άλλωστε, στον τόπο μας, κυρίως τα τελευταία χρόνια όταν τα πάντα έχουν ξεχειλώσει-και κάποιοι πολιτικοί πίστεψαν πως όλα συγχωρούνται ελέω λαϊκής ετυμηγορίας –δυστυχώς «τα καλά κόλποις κτώνται». Γι’ αυτό και ο λαός τους αντιτείνει, ολοένα και πιο συχνά, «άλλα κόλπα ν΄αγαπιόμαστε».ΓΙΑΤΙ,ΑΓΑΠΗΤΕ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ, η πράσινη «τσόχα» της Σικελίας με παραπέμπει στο «Άκη, Άκη, Άκη πού είσαι, Άκη»; Και να’ ταν ο μόνος… Πολύ φοβάμαι ότι άλλα λαμόγια – χωρίς εισαγωγικά- και πολύ πιο «ευυπόληπτα» ακόμα κρύβονται προστατευτικά κάτω από τα φουστάνια της «διαπλεκόμενης μητριαρχίας». Η οποία, φυσικά, και ζορίζεται από την κρίση αλλ’ ακόμη, φευ, αντέχει. Το ζήτημα είναι ως πότε;  ΜΑΝΔΡΑΓΩΡΑΣ

Exit mobile version