“Παππού είμαι πολύ αγχωμένος” είπε ο Κωνσταντίνος και κάθησε δίπλα στα πόδια του παππού του.
“Γιατί μικρέ μου;” ρώτησε εκείνος.
“Είναι πολύ δύσκολα…” απάντησε χαμηλόφωνα ο Κωνσταντίνος
“Σήκω όρθιος και κοίταξε με” του είπε ο παππούς με κάπως αυστηρό ύφος
“Ορίστε σε κοιτάζω!” του είπε και ταίριαξε το τρομαγμένο του βλέμμα με εκείνο του παππού.
Για μια στιγμή δεν μιλούσε κανείς.
“Το ξέρεις οτι δεν κάνει να λες τέτοια πράγματα ιδίως σήμερα που έχεις και την γιορτή σου, έτσι;” του είπε χαμογελώντας
“Ναι, αυτή μας μάρανε τώρα..” είπε ο μικρός και αναστέναξε απογοητευμένα “Εδώ δεν έχουμε μέλλον στην Ελλάδα κι εσύ μου λες τα παραμύθια σου. Μεγάλωσα πια και καταλαβαίνω! Ολα τα βλέπω!”
“Τι βλέπεις δηλαδή;”
“Πως οι δρόμοι έκλεισαν, πως έτσι όπως είναι τα πράγματα είναι αδύνατον να…”
Ο παππούς πέρασε το χέρι του γύρω από τον ώμο του μικρού. Σα να τον αγκάλιαζε με τις φτερούγες του. Να μην κρυώνει από την παγωνιά των σκέψεων του. Ύστερα με κείνη την φωνή που μόνο οι παππούδες έχουν του λέει:
“Ακουσε όλα τα “δεν πρέπει”, ακουσε τα “μη”. Άκουσε τα “δεν θα έπρεπε” τα “αδύνατον”, τα “δεν θα”. Άκουσε τα “ποτέ δεν θα”. Ύστερα άκουσε πολύ προσεκτικά εμένα: Τα πάντα μπορεί να συμβούν Κωνστανίνε μου. Οτιδήποτε μπορεί να γίνει.”
Είπε και προχώρησαν στο παράθυρο. Η μέρα αποχωρούσε. Οι σκιές στο δρόμο μεγάλωναν. Μέχρι που ένα ασημένιο φως νίκησε το σκοτάδι. Το αδύναμο φως του φεγγαριού ήταν το εμβατήριο που παιάνιζε στο σύμπαν τα λόγια του παππού!
Μάθε περισσότερα για τον Δημήτρη Καραβασίλη στο dkaravasilis.gr
