Πώς συνδέεται η κατανάλωση κρέατος με την καρδιοπάθεια;

Πώς συνδέεται η κατανάλωση κρέατος με την καρδιοπάθεια;

Προκειμένου να επεξηγήσω την εξέλιξη της καρδιοπάθειας (από ανύπαρκτη έως υπ’αριθμόν ένα θανατηφόρα νόσος) στο δυτικό ημισφαίριο, χρησιμοποιώ στατιστικές τάσεις για την ανάπτυξη της νόσου στη Γερμανία, η οποία είναι ένα αντιπροσωπευτικό σύγχρονο βιομηχανοποιημένο κράτος. Το 1800, η κατανάλωση κρέατος στη Γερμανία ήταν περίπου 13 κιλά ανά άτομο ετησίως. Μετά από 100 χρόνια, η κατανάλωση κρέατος ήταν σχεδόν τριπλάσια – 38 κιλά ανά άτομο ετησίως. Το 1979, είχε φτάσει τα 94,2 κιλά ανά άτομο ετησίως – δηλαδή σημειώθηκε αύξηση κατά 725 τοις εκατό μέσα σε λιγότερο από 180 χρόνια. Κατά την περίοδο 1946 – 1978, η κατανάλωση κρέατος στη Γερμανία αυξήθηκε κατά 90 τοις εκατό και τα καρδιακά επεισόδια εικοσαπλασιάστηκαν. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι αυτοί οι αριθμοί δεν περιλαμβάνουν την κατανάλωση λιπών.

Κατά την ίδια περίοδο, η πρόσληψη λιπών παρέμεινε ίδια, ενώ η κατανάλωση δημητριακών και πατάτας, που αποτελούν βασικές πηγές φυτικής πρωτεΐνης, μειώθηκε κατά 45 τοις εκατό. Κατά συνέπεια, τα λίπη, οι υδατάνθρακες και οι φυτικές πρωτεΐνες δεν μπορούν να θεωρηθούν παράγοντες κινδύνου για τη στεφανιαία νόσο. Έτσι, φαίνεται ότι το κρέας ευθύνεται για την εντυπωσιακή αύξηση αυτής της εκφύλισης των αιμοφόρων αγγείων.

Με δεδομένο ότι τουλάχιστον το 50 τοις εκατό του πληθυσμού της Γερμανίας είναι υπέρβαρο – και τα υπέρβαρα άτομα καταναλώνουν περισσότερο κρέας συγκριτικά με τα άτομα φυσιολογικού βάρους – η πρόσληψη κρέατος από υπέρβαρα άτομα πρέπει τουλάχιστον να τετραπλασιάστηκε κατά τα 33 χρόνια που ακολούθησαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η παχυσαρκία θεωρείται βασικός συντελεστής κινδύνου για την υπέρταση και την εκδήλωση καρδιοπάθειας.

Διαβάστε τη συνέχεια στο boro.gr

Exit mobile version