Κατολισθήσεις σε έξαρση και «παροδική» άνοδος της στάθμης της θάλασσας: Ποιες περιοχές κινδυνεύουν και τι βλέπουν οι ειδικοί

Φωτογραφία: Alexey Fedenkov/ Unsplash

Φωτογραφία: Alexey Fedenkov/ Unsplash

Αυξημένη συχνότητα και ένταση παρουσιάζουν τους τελευταίους μήνες τα κατολισθητικά φαινόμενα σε αρκετές περιοχές της χώρας, με εντονότερα περιστατικά σε Ήπειρο, Ιόνιο, Ηλεία και Μεσσηνία, ενώ παράλληλα εκτεταμένα προβλήματα από καταπτώσεις και πλημμυρικά επεισόδια καταγράφονται στη Δυτική Πελοπόννησο και ευρύτερα στη Δυτική Ελλάδα λόγω «έντονων και παρατεταμένων βροχοπτώσεων». Την ίδια ώρα, εικόνες από πλημμυρισμένα λιμάνια και παράκτιους χώρους σε κλειστούς κόλπους του Ιονίου αποδίδονται σε πρόσκαιρη άνοδο της στάθμης της θάλασσας που συνδέεται με τους νοτιοδυτικούς ανέμους και όχι με την κλιματική αλλαγή, όπως διευκρινίζουν οι επιστήμονες.

Οι επιστήμονες εμφανίζονται καθησυχαστικοί για τα άμεσα φαινόμενα, τα οποία χαρακτηρίζονται παροδικά, ωστόσο υπογραμμίζουν ότι η ορθολογική διαχείριση των φυσικών πόρων παραμένει κρίσιμη ενόψει των επόμενων μηνών.

«Η κλιματική κρίση επιδρά καταλυτικά στο ανάγλυφο»

Ερευνητές της Ελληνικής Αρχής Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΕΑΓΜΕ) τονίζουν ότι η ένταση και η συχνότητα των κατολισθήσεων που εκδηλώνονται το τελευταίο διάστημα «αναδεικνύουν μια νέα πραγματικότητα», καθώς «η κλιματική κρίση επιδρά καταλυτικά στο πολυσχιδές μορφολογικό ανάγλυφο, καθιστώντας την έγκαιρη επιστημονική παρέμβαση κρίσιμο παράγοντα για την πολιτική προστασία».

Κλιμάκια της ΕΑΓΜΕ έχουν ήδη μεταβεί και επιχειρούν σε Ήπειρο, Ζάκυνθο, Κέρκυρα, Ηλεία, Μεσσηνία, Μετέωρα και Νάξο, προγραμματίζοντας παρεμβάσεις, καθώς «τα κατολισθητικά φαινόμενα που έχουν προκληθεί στην παρούσα φάση είναι αρκετά σοβαρά και χρήζουν λήψης μέτρων».

Η γεωλογική «βάση» και ο ρόλος των βροχοπτώσεων

Σύμφωνα με τις καταγραφές των επιστημόνων της ΕΑΓΜΕ, η έξαρση των γεωδυναμικών φαινομένων είναι αποτέλεσμα σύνθετης αλληλεπίδρασης φυσικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Όπως τονίζει στο ΑΠΕ ΜΠΕ ο γενικός διευθυντής της ΕΑΓΜΕ, Διονύσιος Γκούτης, στη βάση του προβλήματος βρίσκεται η ιδιαίτερη γεωλογική δομή της χώρας, με σχηματισμούς χαμηλής συνεκτικότητας και υψηλής ευπάθειας στην αποσάθρωση. Παράλληλα, «το έντονο μορφολογικό ανάγλυφο με τις απότομες κλίσεις των πρανών δημιουργεί συνθήκες φυσικής αστάθειας», οι οποίες ενεργοποιούνται εντονότερα με τις νέες κλιματικές συνθήκες.

Ο κ. Γκούτης εξηγεί ότι οι «έντονες και παρατεταμένες βροχοπτώσεις» οδηγούν σε ταχύ κορεσμό του εδάφους και αύξηση των πιέσεων του πόρου, με αποτέλεσμα να ξεπερνιούνται τα όρια αντοχής και να εκδηλώνονται κατολισθήσεις και καθιζήσεις μεγάλης κλίμακας.

«Υπάρχει μία αλυσιδωτή αντίδραση» από πυρκαγιές σε πλημμύρες και κατολισθήσεις

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο καθηγητής Τηλεανίχνευσης και Μορφοτεκτονικής και διευθυντής του εργαστηρίου Τηλεανίχνευσης στο Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του ΕΚΠΑ, Μανώλης Βασιλάκης, επισημαίνει ότι «υπάρχει μία αλυσιδωτή αντίδραση», η οποία ξεκινά από τις πυρκαγιές, συνεχίζεται με πλημμύρες και καταλήγει σε κατολισθήσεις μετά την αύξηση της παρουσίας νερού στα πετρώματα. Όπως σημειώνει, «από τη στιγμή που ξεσπούν οι πυρκαγιές το καλοκαίρι, αμέσως θα πρέπει η Πολιτεία να προβεί σε έργα τα οποία να προλάβουν τις κατολισθήσεις».

Ο καθηγητής περιγράφει ότι δεν είναι όλες οι κατολισθήσεις ίδιες, καθώς επηρεάζονται από τη λιθολογία, την ποιότητα των πετρωμάτων, τις ασυνέχειες και τις ρωγματώσεις, αλλά και τη σεισμικότητα. Αναφέρεται ενδεικτικά στην Ήπειρο, όπου ο φλύσχης γίνεται ιδιαίτερα ευάλωτος με την αύξηση του νερού, αλλά και σε περιοχές του Ιονίου, όπου η αυξημένη σεισμικότητα μπορεί να «χαλαρώνει» τους βράχους και στη συνέχεια τα ακραία καιρικά φαινόμενα να ευνοούν την κατάπτωσή τους. Συνοψίζοντας, υπογραμμίζει ότι «είνα πολυπαραμετρική η όλη κατάσταση» και ότι «η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι, είναι η αύξηση του νερού».

«Εκατοντάδες φαινόμενα» στη Δυτική Ελλάδα, σύμφωνα με τον Ευθύμη Λέκκα

Την εικόνα της έξαρσης επιβεβαιώνει και ο καθηγητής Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών Ευθύμης Λέκκας, ο οποίος, μιλώντας στο ΕΡΤnews, έκανε λόγο για «εκατοντάδες φαινόμενα» σε Δυτική Πελοπόννησο, Ηλεία, Μεσσηνία, Τρίπολη, Αχαΐα, καθώς και σε Αιτωλοακαρνανία και Άρτα.

Όπως ανέφερε, «έχουμε κανονικές κατολισθήσεις, καταπτώσεις, καταρρεύσεις, ροές ρεμάτων, λάσπες», επισημαίνοντας ότι τα φαινόμενα είναι εκτεταμένα και οφείλονται «κυρίως λόγω των μεγάλων βροχοπτώσεων και της αγριότητας των βροχοπτώσεων που είχαμε το τελευταίο χρονικό διάστημα».

Άνοδος στάθμης θάλασσας έως «και το μισό ή και το ένα μέτρο» σε κλειστούς κόλπους

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Ευθύμης Λέκκας και στην πρόσκαιρη άνοδο της στάθμης της θάλασσας σε παράκτιες περιοχές και λιμάνια, κυρίως σε κλειστούς κόλπους με νοτιοδυτικό προσανατολισμό. Όπως εξήγησε, «έχουμε μια παρατεταμένη διαδικασία νοτιοδυτικών ανέμων που συσσωρεύονται ταχύτατα τα θαλάσσια ύδατα σε ορισμένα σημεία και κυρίως μέσα σε κλειστούς κόλπους».

Διευκρίνισε επίσης ότι «δεν είναι παλίρροια, ούτε άμπωτη», καθώς δεν σχετίζεται με τη θέση της Σελήνης, αλλά «έχουμε να κάνουμε με καθαρά φαινόμενα που δρομολογούνται στην ατμόσφαιρα από τους έντονους και παρατεταμένους ανέμους». Σύμφωνα με την εκτίμησή του, η άνοδος μπορεί να φτάσει «και το μισό ή και το ένα μέτρο», εξηγώντας τις εικόνες πλημμυρισμένων λιμανιών, ιδιαίτερα στα Ιόνια Νησιά.

Ποιες περιοχές είναι πιο «τρωτές» και πώς εμπλέκονται οι σεισμοί

Σε ερώτηση για τις περιοχές υψηλής τρωτότητας, ο καθηγητής τόνισε ότι τα κατολισθητικά φαινόμενα δεν προκύπτουν μεμονωμένα, αλλά εξαρτώνται από παράγοντες όπως οι μεγάλες κλίσεις, η γεωλογική δομή, τα επιφανειακά και υπόγεια νερά. Όπως είπε, «η αφορμή για να εκδηλωθεί η κατολίσθηση είναι διαφορετική κάθε φορά», ενώ πέρα από τις βροχοπτώσεις, μια σεισμική δόνηση μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως πυροδότης, αναφέροντας ως παράδειγμα πρόσφατη δόνηση στη Μεσσηνία.

Ο Ευθύμης Λέκκας ξεκαθάρισε ότι η πρόσφατη άνοδος της στάθμης της θάλασσας δεν πρέπει να συγχέεται με τη μακροπρόθεσμη άνοδο που αποδίδεται στην υπερθέρμανση και την τήξη πάγων. Όπως ανέφερε, η συνολική άνοδος λόγω κλιματικής κρίσης «είναι της τάξεως των μερικών εκατοστών μέσα στα επόμενα 50 χρόνια», ενώ το τωρινό επεισόδιο «έχει να κάνει καθαρά με τη διεύθυνση των ανέμων και τις καιρικές συνθήκες στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου».

Από τη διαχείριση κρίσης στην πρόληψη: Η «Task Force» της ΕΑΓΜΕ

Η ΕΑΓΜΕ υπογραμμίζει ότι απαιτείται μετάβαση από τη διαχείριση της κρίσης στην πρόληψη. Όπως αναφέρει ο Διονύσιος Γκούτης, «Το επιστημονικό δυναμικό της ΕΑΓΜΕ εργάζεται αδιάλειπτα για τη μετατροπή της γεωλογικής πληροφορίας σε ”ασπίδα” πολιτικής προστασίας. Η επιστημονική τεκμηρίωση και η εγκυρότητα των δεδομένων μας αποτελούν τη μοναδική ασφαλή βάση για τον σχεδιασμό ανθεκτικών υποδομών, διασφαλίζοντας την προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών».

Στο πλαίσιο αυτό, η Ομάδα Άμεσης Παρέμβασης της ΕΑΓΜΕ, μετά από μνημόνιο συνεργασίας με τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας, αναλαμβάνει επιτόπιες αυτοψίες, αξιολόγηση επικινδυνότητας και τεχνική συμβουλευτική με άμεσες οδηγίες για επείγοντα μέτρα και προσωρινή αποκατάσταση πρόσβασης.

Δορυφόροι, drones και laser scanners: «Έμφαση στην πρόληψη»

Ο Μανώλης Βασιλάκης υπογραμμίζει ότι χρειάζεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην πρόληψη και στη χρήση σύγχρονων εργαλείων παρατήρησης, όπως δορυφορικές τεχνικές, drones και laser scanners, ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα μετακινήσεις και να προτείνονται έργα πριν η Πολιτεία βρεθεί αντιμέτωπη με τις συνέπειες.

Τέλος, ο Ευθύμης Λέκκας σημειώνει ότι οι φετινές βροχές και η μερική πλήρωση ταμιευτήρων δεν επιτρέπουν εφησυχασμό. Όπως είπε, «έχουμε νερό για 200 επιπλέον μέρες, αλλά αυτό δεν πρέπει να μας αποπροσανατολίζει», επιμένοντας στη σωστή διαχείριση αποθεμάτων και στη μείωση κατανάλωσης, ειδικά σε αγροτικές περιοχές όπως η Θεσσαλία και η Βοιωτία.

Πηγές: ΑΠΕ ΜΠΕ, ΕΡΤnews

Exit mobile version