Το «πράσινο φως» για την απόκτηση του συνόλου των 262 φωτογραφιών της συλλογής Χόιερ, με τους 200 εκτελεσθέντες της Καισαριανής, έδωσε την Παρασκευή η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη.
Προηγήθηκε συνάντηση αντιπροσωπείας του υπουργείου με τον Βέλγο συλλέκτη Τιμ Ντε Κράνε, στο δημαρχείο του Εβεργκεμ, στην οποία κρίθηκε ότι οι εν λόγω φωτογραφίες, μέρος των οποίων είχε αναρτηθεί προς πώληση σε διαδικτυακό τόπο δημοπρασιών, είναι αυθεντικές.
Σε ανακοίνωσή της η Λ. Μενδώνη ανέφερε ότι «αντιπροσωπεία εξέτασε το σύνολο της συλλογής Χόιερ, η οποία αποτελείται από 262 φωτογραφίες, τραβηγμένες στην Ελλάδα από τον Χέρμαν Χόιερ, κατά τη διάρκεια της θητείας του, το 1943-1944, καθώς και κάποια έντυπα που ο ίδιος είχε περιλάβει σε αυτή. Η μακροσκοπική εξέταση, από έμπειρα στελέχη του υπουργείου Πολιτισμού και ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, επιβεβαίωσε την αυθεντικότητα του υλικού. Υπεγράφη προσύμφωνο μεταξύ του υπουργείου Πολιτισμού και του συλλέκτη και η συλλογή αποσύρθηκε από τον διαδικτυακό τόπο δημοπρασιών». Οπως αναφέρουν οι πληροφορίες, στη συλλογή περιλαμβάνονται και άλλα σπάνια στιγμιότυπα από την περίοδο της γερμανικής Κατοχής.
Οι φωτογραφίες, που αποτυπώνουν τις τελευταίες στιγμές των θυμάτων πριν από την εκτέλεσή τους από τις ναζιστικές δυνάμεις, κηρύχθηκαν μνημείο από το υπουργείο Πολιτισμού, πριν από μερικές ημέρες, λόγω της ιδιαίτερης ιστορικής αξίας τους. Η απόφαση αυτή αποτέλεσε την αρχή για να διεκδικήσει και επίσημα, πλέον, το ελληνικό κράτος τα φωτογραφικά ντοκουμέντα.
Σημειώνεται ότι οι φωτογραφίες εμφανίστηκαν στην ιστοσελίδα e-Bay το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου. Ως ιδιοκτήτης τους εμφανιζόταν ο Ντε Κράνε, συλλέκτης που ειδικεύεται στην πώληση και στην αγορά τεκμηρίων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέσω της εταιρείας του, Crain’s Militaria, τα ντοκουμέντα, που αποτύπωναν στιγμές από την εκτέλεση των 200 Ελλήνων αντιστασιακών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την 1η Μαΐου του 1944, είχαν μπει προς πώληση. Επρόκειτο για εικόνες που έως σήμερα δεν ήταν γνωστό ότι υπήρχαν.
Το εν λόγω υλικό, σύμφωνα με τις περιγραφές της αγγελίας, είχε εντοπιστεί σε άλμπουμ που αποδίδεται στον Γερμανό αξιωματικό, Χέρμαν Χόιερ, ο οποίος υπηρετούσε σε στρατόπεδο της Μαλακάσας κατά την περίοδο της Κατοχής. Αγνωστο παραμένει αν ο Χόιερ είχε λάβει εντολή να παρακολουθήσει ή να συνδράμει στην εκτέλεση των 200 Ελλήνων πολιτικών κρατουμένων που μεταφέρθηκαν από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Η συλλογή των φωτογραφιών του, πάντως, από περιοχές της κατεχόμενης Ευρώπης βρέθηκε στα χέρια του Βέλγου συλλέκτη.
Η δημοπρασία έγινε γνωστή μέσω ανάρτησης στην ιστοσελίδα «Greece at WWII Archives» στο Facebook, η οποία δημοσίευσε τις εν λόγω φωτογραφίες και πολύ σύντομα, όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσε το ενδιαφέρον των μέσων μαζικής ενημέρωσης και την άμεση κινητοποίηση της κυβέρνησης. Αποτέλεσμα ήταν ο συλλέκτης, το πρωί της Δευτέρας 16 Φεβρουαρίου, να αποσύρει τις δώδεκα φωτογραφίες από τον διαδικτυακό τόπο δημοπρασιών, μετά την επικοινωνία που είχαν μαζί του εκπρόσωποι του υπουργείου Πολιτισμού, οι οποίοι του εξέφρασαν την επιθυμία του ελληνικού κράτους να αποκτήσει το εν λόγω ιστορικό υλικό.
Στο πλαίσιο αυτής της επικοινωνίας προγραμματίστηκε και η συνάντηση των δύο πλευρών την περασμένη Παρασκευή. Στην αρχική δημόσια τοποθέτησή της για το ζήτημα, η Ελληνίδα υπουργός Πολιτισμού ανέφερε ότι «οι φωτογραφίες αποτελούν εξόχως σημαντικά τεκμήρια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Οι φωτογραφίες της συλλογής δίνουν ‘‘πρόσωπο’’ στις ιστορικές μαρτυρίες για το ήθος και τον πατριωτισμό τους, λίγες στιγμές πριν από την εκτέλεσή τους, και για αυτό είναι ανεκτίμητες. Αλλά και οι υπόλοιπες φωτογραφίες είναι πολύ σημαντικές, καθώς επιτρέπουν να πλαισιώσουμε το δράμα της κατεχόμενης Ελλάδας και με το βλέμμα του κατακτητή».
Σημειώνεται ότι η εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα των ναζιστικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Η μαζική εκτέλεση πραγματοποιήθηκε ανήμερα της εργατικής Πρωτομαγιάς, ως αντίποινα για τον θάνατο του Γερμανού υποστράτηγου Φραντς Κρεχ και τριών αξιωματικών που τον συνόδευαν και τον τραυματισμό στρατιωτών στους Μολάους Λακωνίας, στις 27 Απριλίου 1944. Την προηγούμενη ημέρα είχε πραγματοποιηθεί η απαγωγή του υποστράτηγου Χάινριχ Κράιπε από την ομάδα του Πάτρικ Λι Φέρμορ στην Κρήτη και οι Γερμανοί επεδίωκαν να πάρουν εκδίκηση.
«Συνεορτάζω μαζί σας, πίσω από τα κάγκελα»
Η «R» φέρνει στο φως άγνωστα σημειώματα, γράμματα και ντοκουμέντα από τους 200 Eλληνες εκτελεσθέντες. «Χαμογελούσαν σαν να τους κορόιδευαν, σαν να τους έλεγαν ότι δεν μπορούν να τους βλάψουν», δηλώνουν οι συγγενείς των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας
Περπάτησαν με θάρρος και αυταπάρνηση τα τελευταία μέτρα της ζωής τους και στάθηκαν όρθιοι απέναντι στα όπλα των Γερμανών κατακτητών. Οι ιστορικές φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 ηρώων στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, που για πρώτη φορά ήρθαν στο φως, προκαλούν ρίγη συγκίνησης. Οπως και οι ιστορίες που κρύβονται πίσω από τα πρόσωπα αυτά. Ιστορίες αποτυπωμένες στη μνήμη των συγγενών τους αλλά και σε ξεθωριασμένες κόλλες χαρτιού που κάποιες από τις οικογένειες κρατούν εδώ και 80 χρόνια ως κόρην οφθαλμού. Μοναδικά ντοκουμέντα δημοσιεύει η Realnews.
Ο Πάνος Κορνάρος, ένας από τους εκτελεσθέντες, γεννήθηκε στο Σφακοπηγάδι Κισάμου της Κρήτης. Ηταν ο μεγαλύτερος από πέντε αδέλφια. Από μικρός έδειξε μεγάλη αγάπη για τα γράμματα. Φοιτητής στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, συμμετείχε στις διαδηλώσεις κατά της ψήφισης του νόμου «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών» τον Ιούλιο του 1929 από την κυβέρνηση Βενιζέλου. Ηταν η αιτία για να καταδικαστεί, μαζί με άλλους φοιτητές, ως πρωταίτιος.
«Τον απέβαλαν απ’ όλα τα πανεπιστήμια της Ελλάδας και ξαναγύρισε στα Χανιά. Επέστρεψε, όμως, αργότερα στην Αθήνα και ανέλαβε την αρχισυνταξία του “Ριζοσπάστη”. Στις εκλογές του 1936 ήταν υποψήφιος βουλευτής του Παλλαϊκού Μετώπου (ΚΚΕ) στον νομό Χανίων. Την ίδια χρονιά επιβλήθηκε η δικτατορία του Μεταξά. Τον συνέλαβαν στα γραφεία της εφημερίδας και τον έστειλαν στο κάτεργο της Ακροναυπλίας, αργότερα στη Λάρισα και μετά στο Χαϊδάρι στη διάρκεια της Κατοχής», περιγράφει, βαθιά συγκινημένος, στην «R» ο ανιψιός του, Πέτρος Κορναράκης.
Τα γράμματα
Ολα αυτά τα χρόνια, ζώντας τη σκληρή και απάνθρωπη ζωή στα μπουντρούμια των φυλακών, επικοινωνεί με την οικογένειά του, με τα αδέλφια του, με γράμματα και επιστολικά δελτάρια από τα οποία κάποια έχουν διασωθεί και βρίσκονται στα χέρια του Π. Κορναράκη. Μέσα από αυτά, πάντα με θάρρος και αξιοπρέπεια, περιγράφει τα όσα ζει.
Σε ένα από τα γράμματά του, στις 15-4-37, σε χαρτί με την ένδειξη «ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑΙ ΦΥΛΑΚΑΙ ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑΣ», γράφει: «Αγαπητέ μου, αδελφέ Νικόλα, […] Εμείς εδώ είμαστε 150 περίπου άνθρωποι, εκτοπισμένοι όλοι με αποφάσεις των επιτροπών δημοσίας ασφαλείας. Για συσσίτιο μας παραχωρεί το κράτος ένα δεκάδραχμο στον καθένα και ζούμε με αυτό μαγειρεύοντας από κοινού. Στην αρχή είμαστε 12 Κρητικοί αλλά αμνηστεύθηκαν οι έξι και μείναμε οι υπόλοιποι. […] Το μόνο που επιθυμώ είναι να με θυμάστε καμιά φορά και να μου γράφετε τι γίνεστε. Με αγάπη, ο αδελφός σου Π. Κορνάρος».
Τα Χριστούγεννα του ίδιου έτους γράφει, φανερά συγκινημένος: «Αγαπητέ μου αδελφέ Νικόλα, σου γράφω για να σου ευχηθώ χρόνια πολλά. […] Είναι χρόνια πολλά που η ζωή με τις περιπέτειές της μας έχει χωρίσει και δεν μπορώ καλά-καλά να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που γιορτάσαμε μαζί. […] Πάντα τις ημέρες αυτές η μνήμη ζωντανεύει τον καιρό που γιορτάζαμε όλοι μαζί μέσα στη γαλήνια ατμόσφαιρα της οικογενειακής αδελφοσύνης. Εφέτος η απουσία μου είναι αναγκαστική. […] Ομως συνεορτάζω μαζί σας έστω και πίσω από τα κάγκελα της μακρινής φυλακής μου».
Οι κακουχίες
Οι συνθήκες στο κάτεργο της Ακροναυπλίας άρχισαν να τον καταβάλουν, η υγεία του κλονίστηκε. Ο Πάνος Κορνάρος απευθύνεται για ακόμα μία φορά στον αδελφό του, Νικόλα. «Αισθάνθηκα μεγάλη αδυναμία, κιτρίνισα, ενώ η καρδιά μου χτυπούσε πολύ γρήγορα. Το απέδωσα τότε σε γενική αδυναμία του οργανισμού. Μα μαζί με την αδυναμία αυτή και σαν αποτέλεσμά της υπάρχει και αδυναμία του περικαρδίου». Ενώ στις 11/6/1939 γράφει: «… Υποφέρω από καιρό, από τις αρχές του χρόνου σχεδόν, από ξηρά πλευρίτιδα. Στην αρχή ένιωθα πόνο στα πλευρά από κρυολόγημα, τελικά όμως εξελίχθηκε σε πλευρίτιδα. Η αρρώστια αυτή είναι συνηθισμένο φαινόμενο εδώ στη φυλακή και προέρχεται από το υγρό κλίμα. Το μόνο φάρμακο που μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς εδώ στη φυλακή είναι η καλυτέρευση της τροφής», σημειώνει και ζητά από τον αδελφό του να του στείλει τρόφιμα, σεντόνια και μάλλινες κάλτσες.
Στις 18 Σεπτεμβρίου του 1942, ο Πάνος Κορνάρος στέλνει εκ νέου γράμμα στον αδελφό του, Νικόλα, από τη Λάρισα. «Από προχθές βρίσκομαι εδώ στο στρατόπεδο Λαρίσης. Μεταφερθήκαμε είκοσι πέντε κρατούμενοι από την Ακροναυπλία και είμεθα τώρα ιταλοκρατούμενοι. Δεν ξέρω ακόμα αν η αλλαγή του κλίματος θα έχει ευνοϊκή ή δυσμενή επίδραση στην υγεία μου. Εδώ υπάρχει ελονοσία, λένε όμως ότι έχει περάσει πια η εποχή που μεταδίδεται. Παίρνουμε κινίνο προληπτικά αυτές τις μέρες. […] Η μεταφορά αυτή είχε δυσάρεστες συνέπειες για μένα. […] Πριν φύγουμε είχα πάρει λίγα τρόφιμα από τον κύριο Παναγιωτόπουλο, τρόφιμα που αγόρασε με τα λεφτά που του έστειλες. Δυστυχώς, όμως, αναγκάστηκα να τα αφήσω λόγω των δυσκολιών της μεταφοράς και της εσπευσμένης αναχωρήσεως».
Το τελευταίο και πιο λιτό γράμμα, το στέλνει στις 31 Οκτωβρίου του 1943, επτά μήνες πριν από την εκτέλεσή του. «Αγαπητέ μου αδελφέ Νικόλα. Από δύο σχεδόν μήνες βρίσκομαι στο γερμανικό στρατόπεδον Χαϊδαρίου, εδώ κοντά στην Αθήνα. Από υγεία πηγαίνω καλά. Από τον Παναγιωτόπουλο έλαβα προ καιρού μερικά πράγματα που του είχατε στείλει για μένα. Τώρα, όμως, δεν γίνονται δεκτά ούτε χρήματα ούτε τρόφιμα. Δώσε χαιρετισμούς στα παιδιά μας, στη Μαρία και στον Αντώνη μας και σε όλους του συγγενείς. Με αγάπη ο αδελφός σου».
Ο Π. Κορναράκης θυμάται τον πατέρα του να του περιγράφει, σαν παραμύθι, τη μοναδική φορά που κατάφερε να δει τον αδελφό του: «Ο πατέρας μου έφυγε από την Κρήτη και πήγε στην Ακροναυπλία. Του έδωσαν άδεια μόνο για μισή ώρα. Δεν μπόρεσε καν να τον αναγνωρίσει από την κακουχία. Ηταν αδυνατισμένος, σκελετωμένος, πολύ χάλια. Χρόνια μετά, όταν έμαθε ότι εκτελέστηκε, ήταν η μέρα που βάφτιζε τον μεγάλο μου αδελφό. Τον έβγαλε Παναγιώτη στη μνήμη του αδελφού του. Οι μνήμες αυτές δεν σβήνουν για την οικογένειά μας. Μεγαλώσαμε με τον πατέρα μου να μας λέει ιστορίες για τον αδελφό του. Οταν ήμασταν μικρά, νομίζαμε ότι ήταν παραμύθια. Στη συνέχεια όμως καταλάβαμε ότι ήταν αλήθεια. Γι’ αυτό νιώσαμε δέος και συγκίνηση όταν είδαμε τα πρόσφατα φωτογραφικά ντοκουμέντα».
«Κλαίω από υπερηφάνεια»
Η Ζάννα Μπεμπόνη, ανιψιά του Ηλία Ρίζου, του νεαρού που σε μία από τις φωτογραφίες των 200 εκτελεσθέντων στην Καισαριανή δείχνει να χαμογελάει, δηλώνει στην «R» υπερήφανη και βαθιά συγκινημένη. «Κλαίω από υπερηφάνεια. Οταν είδα τη συγκεκριμένη φωτογραφία, ένιωσα δέος. Χαμογελώντας, ο Ηλίας είναι σαν να τους κοροϊδεύει, να τους απαξιώνει. Σαν να τους λέει ότι δεν μπορείτε να με βλάψετε. Πάω στον θάνατο, αλλά σας αψηφώ, πάω χαμογελαστός. Δεν με νοιάζει, γιατί με τον τρόπο μου αφήνω πίσω μου συνέχεια».
Από τη μητέρα της, ξαδέλφη του Ηλία, και τον θείο της τον Λεωνίδα, είχε ακούσει πολλά γι’ αυτόν. «Εργαζόταν σε μια μικρή βιοτεχνία παραγωγής ζυμαρικών και αρτοσκευασμάτων στη Λαμία, στην περιοχή του Αγίου Λουκά, κοντά στο σπίτι του Αρη Βελουχιώτη. Ηταν εκλεγμένος στο εργατικό κέντρο από την πλευρά των ναυτεργατών. Οταν μπήκαν οι Ιταλοί στην πόλη, οι Ελληνες συνεργάτες τους τον παρέδωσαν και τον πήγαν αρχικά στην Ακροναυπλία, όπου έμεινε για μεγάλο διάστημα, ώσπου οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ηταν απλοί άνθρωποι, άνθρωποι της καθημερινής πάλης που βασανίστηκαν. Παρέμειναν όμως υπερήφανοι μέχρι την τελευταία στιγμή. Ηξεραν ότι έφευγαν, αλλά ήξεραν ότι αυτό το έγκλημα δεν θα μείνει ατιμώρητο», λέει η κυρία Μπεμπόνη.
Το μήνυμα
Ανάμεσα στους 200 κομμουνιστές που εκτελέστηκαν στην Καισαριανή την 1η Μαΐου του 1944 ήταν και ο Μήτσος Ρεμπούτσικας, δικηγόρος από την Αχαγιά, ο οποίος πριν πεθάνει άφησε το τελευταίο του σημείωμα στο οποίο ανέφερε: «Ο θάνατός μου δεν θα πρέπει να σας λυπήσει, αλλά να σας ατσαλώσει πιο πολύ για την πάλη που διεξάγετε. Σφίξετε τις καρδιές σας και βγείτε παλικάρια από τη νέα δοκιμασία. Ετσι θα μας τιμήσετε καλύτερα. Οταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτέ».
Χρόνια μετά και με αφορμή τα πρόσφατα φωτογραφικά ντοκουμέντα ο ανιψιός του, Ασημάκης Ρεμπούτσικας, δηλώνει στην «R» βαθιά συγκλονισμένος και συγκινημένος. «Αυτές οι φωτογραφίες αποτελούν ένα σημαντικό ιστορικό ντοκουμέντο. Δείχνουν, πλέον, με εικόνα τις στιγμές που έζησαν αυτοί οι ήρωες, οι οποίοι εκτελέστηκαν στην Καισαριανή. Είναι ένα συναίσθημα το οποίο το έχω ξαναζήσει. Η πρώτη φορά ήταν όταν μικρό παιδί στην Αχαγιά ανακάλυψα από κάτι μισόλογα της θείας μου την ύπαρξη του μπάρμπα μου. Η δεύτερη όταν στην ορμή της νιότης μου, με τα λίγα στοιχεία που διέθετα, έψαξα και έμαθα ποιος ήταν ο Μήτσος Ρεμπούτσικας και τι έκανε στη ζωή του. Αυτά με στιγμάτισαν, με συγκλόνισαν και μου άλλαξαν πορεία. Από τότε στάθηκα δίπλα στα ιδανικά, στις ιδέες και στις αξίες που πίστευαν αυτοί οι άνθρωποι και οδηγήθηκαν στον θάνατο. Είμαι υπερήφανος και είναι τιμή μου να είμαι συγγενής του Μήτσου του Ρεμπούτσικα. Γονατίζω μπροστά στο μεγαλείο των “200”», καταλήγει.
