Την Κυριακή η πόλη φοράει τα καλά της. Λαμποκοπά απλότητα. Λιγοστοί άνθρωποι την περπατούν. Πιο πολλά είναι τα ίχνη που έχουν αφήσει εδω κι εκεί. Σαν κι εκείνον τον άστεγο.
Τέτ��ια χνάρια στο σώμα της πόλης είναι πληγές. Κι εκείνη μην έχοντας άλλο τρόπο να τις γιατρέψει τις αφήνει στο έλεος τους ήλιου και της βροχής.
Τούτος εδώ ο άστεγος έχει ξαπλώσει καταμεσίς στο πεζοδρόμιο. Μοιάζει σα να προκαλεί την απουσία, την αδιαφορία.
Τα μάτια του ακίνητα στο κενό. Ζωγραφίζουν κύκλους. Δεν ξέρει από ευθείες. Δεν έχει προσανατολισμό.
Μοιάζει να κοιμάται, ωστόσο είναι ξύπνιος και πονά.
Απο την γωνία ξεπροβάλλει κάποιος άλλος άστεγος. Μασουλάει μισή φρατζόλα ψωμί. Βλέπει τον ξαπλωμένο και τρέχει προς τα εκεί.
Αφήνει κάτω την φρατζόλα, ανασηκώνει τον πεσμένο και τον ακουμπάει στο πεζούλι.
Παίρνει το ψωμί, το κόβει στα δυο, δίνει το μισό στον άλλον
“Φάει” του λέει ” τούτο το κορμί θέλει να στηριχτεί και δεν φτάνουν μόνο τα λόγια της αγάπης”
Κοίταξα τον ουρανό να δω μήπως βγήκε ο ήλιος από τα σύννεφα. Μα ήταν το τεράτιο χαμόγελο του ανθρώπου εκείνου.
Μαζί με μια φωνή που έβγαινε από τα βάθη της ψυχής μου
“Αλήθεια κάνω εγώ για να αλλάξω την ζωή κάποιου;”
Μάθε περισσότερα για τον Δημήτρη Καραβασίλη στο dkaravasilis.gr