Προκόπης Παυλόπουλος: Οι απαιτήσεις της Ελλάδας κατά της Γερμανίας για το κατοχικό δάνειο και για τις λοιπές αποζημιώσεις είναι πάντα νομικώς ενεργές και δικαστικώς επιδιώξιμες

παυλοπουλος

Σε ομιλία του, κατά την Εκδήλωση Τιμής και Μνήμης των Θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας και της πυρπόλησης του μαρτυρικού χωριού Καταρράκτη Τζουμέρκων που οργάνωσαν ο Δήμος Κεντρικών Τζουμέρκων και η Πανελλήνια Ένωση Θυμάτων και Φίλων Θυμάτων Μαρτυρικού Χωριού Καταρράκτης Άρτας, ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

«Πρόλογος

Η μνήμη μου γυρίζει πίσω, στην 2α Νοεμβρίου 2019, όταν ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας βρέθηκα για πρώτη φορά μαζί σας προκειμένου ν’ αποτίσουμε τον οφειλόμενο φόρο τιμής στην Ιερή Μνήμη των τραγικών Θυμάτων της θηριωδίας, η οποία συντελέσθηκε εδώ, στην ευρύτερη περιοχή του Καταρράκτη Άρτας, τον Οκτώβριο του 1943. Διευκρινίζω με ειλικρινή συγκίνηση ότι η τιμή που τότε μου περιποιήσατε, όταν με ανακηρύξατε Επίτιμο Δημότη του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων, έχει πλέον μετατραπεί σε χρέος μου το οποίο θα εκπληρώνω εφ’ όρου ζωής. Επανέρχομαι δε, κατ’ ανάγκη και σε γενικές γραμμές, στα όσα είχα την εποχή εκείνη τονίσει ενώπιόν σας. Υπογραμμίζω κατ’ αρχάς, και πάλι, το γεγονός ότι η Πολιτεία, με την αναγνώριση-καταδίκη της ναζιστικής θηριωδίας στον Καταρράκτη και με την συνακόλουθη ένταξή του στον κατάλογο των Μαρτυρικών Χωριών, με σχετικό Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ Α/79/1-06-2017), εξεπλήρωσε ένα στοιχειώδες Χρέος Τιμής όχι μόνον απέναντι στα τραγικά Θύματα και στις Οικογένειές τους, αλλά και απέναντι στην ίδια την Ιστορία του Τόπου μας. Διότι η διατήρηση της Ιστορικής Μνήμης αποτελεί, και δη κυριολεκτικώς, όρο επιβίωσης του Έθνους μας.

Ι. Το ιστορικό της ναζιστικής θηριωδίας

Αναφερόμενος στα δραματικά γεγονότα της 26ης και 27ης Οκτωβρίου 1943 δεν μπορώ παρά να στηριχθώ στην μαρτυρία του συμπατριώτη σας, στρατηγού ε.α. Κωνσταντίνου Σίτα, που ήταν τότε μόλις 17 ετών. Σύμφωνα με αυτήν:

Α. Την εποχή εκείνη ο Καταρράκτης ήταν ένα χωριό που, παρά την κατοχική λαίλαπα, έσφυζε από ζωή. Λειτουργούσαν σε αυτό τέσσερα σχολεία, τέσσερις εκκλησίες, υπήρχε σταθμός της Χωροφυλακής, ενώ ο πληθυσμός του ανερχόταν, περίπου, στα 1.500 άτομα. Λόγω της γεωγραφικής του θέσης αποτελούσε σημείο αναφοράς μιας πληθώρας όμορων, μικρότερων σ’ έκταση, χωριών και περιφερειακών οικισμών. Τα προμνημονευόμενα χαρακτηριστικά του Καταρράκτη, μαζί με το γεγονός ότι οι Γερμανοί γνώριζαν πως στα μέρη σας υπήρχε ένοπλο τμήμα της Αντίστασης -που μάλιστα υποστηριζόταν από δικές του αποθήκες τροφίμων, ιματισμού και πυρομαχικών- πιθανότατα αποτέλεσαν τους, προσχηματικούς βεβαίως, λόγους για τους οποίους οι βάρβαροι κατακτητές αποφάσισαν μια τέτοια αποτρόπαιη επιχείρηση.

Β. Ειδικότερα, το τρίτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου του ’43 τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής οργάνωσαν μεγάλης κλίμακας εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην περιοχή των Τζουμέρκων εναντίον των Ελληνικών δυνάμεων Αντίστασης. Την ευθύνη για την διεξαγωγή των επιχειρήσεων αυτών ανέλαβε η ορεινή γερμανική μεραρχία, γνωστή ως «Εντελβάις» και περιβόητη για την σκληρότητα -σε βαθμό βαρβαρότητας- με την οποία εκτελούσε τις επιχειρήσεις της, ενισχυμένη και από τις λοιπές δυνάμεις κατοχής Άρτας και Τρικάλων.

ΙΙ. Οι απαιτήσεις της Ελλάδας έναντι της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Τιμώντας την Ιερή Μνήμη των τραγικών Θυμάτων του Μαρτυρικού Τόπου σας διαπιστώνουμε, για πολλοστή φορά, ότι για εμάς, τους Έλληνες, η Ελευθερία αποτελεί υπαρξιακή αρχή και, άρα, τρόπο ζωής. Αυτή την αλήθεια οφείλουν να την γνωρίζουν όλοι. Η πίστη σε τέτοιες αξίες, σε τέτοια πανανθρώπινα ιδανικά, χαρακτηρίζει διαχρονικώς και την διεθνή συμπεριφορά της Πατρίδας μας. Τούτο συνεπάγεται και ότι εμείς, οι Έλληνες, είμαστε έτοιμοι να υπερασπισθούμε αποτελεσματικά τα σύνορα και το έδαφος της Πατρίδας μας, που αποτελούν επίσης σύνορα και έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και τούτο θα το πράττουμε πάντοτε υπό όρους αρραγούς ενότητας, δοθέντος ότι η Ιστορία μας έχει διδάξει πως τα μεγάλα και σημαντικά -και ιδίως τους Εθνικούς μας Στόχους- τους επιτυγχάνουμε ενωμένοι. Ενώ η διχόνοια και ο διχασμός μας στοίχισαν ακριβά, ακόμη δε και τμήματα του Εθνικού μας Κορμού. Τέτοια τραγικά λάθη δεν είναι νοητό να τα επαναλάβουμε. Και δεν θα τα επαναλάβουμε. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο Ιερής Μνήμης -και μακριά από κάθε λογική αντεκδίκησης, που είναι παντελώς ξένη σ’ εμάς, τους Έλληνες- εντάσσουμε και τις έναντι της Γερμανίας νόμιμες αξιώσεις μας για το κατοχικό δάνειο και τις εν γένει αποζημιώσεις της ναζιστικής θηριωδίας.

Α. Συνιστά πλέον κοινή πεποίθηση το ότι είναι η ίδια η έννοια της Διεθνούς και της Ευρωπαϊκής Νομιμότητας η οποία θεμελιώνει, στο ακέραιο, τις αξιώσεις της Ελλάδας ως προς το κατοχικό δάνειο και ως προς τις εν γένει αποζημιώσεις για τα θύματα και τις υλικές καταστροφές της ναζιστικής θηριωδίας. Και τούτο διότι η Δικαιοσύνη της Ιστορίας, προκειμένου το μήνυμα «Δεν ξεχνάμε, Ποτέ ξανά» να καταστεί πράξη, απαιτεί από τους θύτες να ολοκληρώσουν την «συγγνώμη» τους αποδίδοντας και στην Ελλάδα αυτό που δικαιωματικώς της ανήκει. Πράγμα που σημαίνει πως αν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εννοεί και αναγνωρίζει πλήρως τις ευθύνες της για το ναζιστικό παρελθόν της οφείλει, αμέσως, να πράξει έναντι της Ελλάδας εκείνο, το οποίο επιβάλλει τόσον η ιστορική διαδρομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και ο κοινός μας Ευρωπαϊκός Πολιτισμός, ιδίως δε ο κοινός μας Ευρωπαϊκός Νομικός Πολιτισμός.

Β. Και επ’ αυτού υπενθυμίζω τις βασικές μας θέσεις -που είναι και Εθνικές μας Θέσεις, αφότου συντελέσθηκαν τα εγκλήματα της ναζιστικής θηριωδίας κατά της Ελλάδας και του Ελληνικού Λαού- ως προς τις ως άνω αξιώσεις μας. Διευκρινίζεται, ευθύς εξ αρχής, ότι έχουμε να κάνουμε με δύο εντελώς διαφορετικά, από νομική έποψη, θέματα. Ήτοι:

1. Πρώτον, με το κατοχικό δάνειο προς την Γερμανία, το οποίο συνήφθη υποχρεωτικώς –ορθότερα με καταναγκαστικό και εκβιαστικό τρόπο- μεταξύ της εγκάθετης κατοχικής κυβέρνησης και της Γερμανίας, προς συντήρηση των στρατευμάτων κατοχής. Εδώ πρόκειται, λοιπόν, από νομική σκοπιά για «ενοχή εκ συμβάσεως». Άρα, η αντίστοιχη εκ της συμβάσεως απαίτηση της Ελλάδας είναι ενδοσυμβατικής -και όχι αδικοπρακτικής- προέλευσης.

2. Και, δεύτερον, με τις αποζημιώσεις λόγω ανθρώπινων θυμάτων και υλικών καταστροφών στην Ελλάδα από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής.

α) Επισημαίνεται, πριν απ’ όλα, ότι το 1946, στην Διάσκεψη των Παρισίων, είχε προσδιορισθεί ένα –κατά προσέγγιση- ποσό τέτοιων αποζημιώσεων προς την Ελλάδα ύψους 7,5 δισ. δολαρίων. Κυρίως δε επισημαίνεται μ’ έμφαση ότι το 1953, με την Συμφωνία του Λονδίνου, δεν «χαρίσθηκαν» στην Γερμανία οι οφειλές της λόγω πολεμικών αποζημιώσεων, όπως η γερμανική πλευρά «τεχνηέντως» φαίνεται να διατείνεται.

β) Η από Ελληνικής πλευράς νομική βάση των αποζημιωτικών απαιτήσεων κατά της Γερμανίας βρίσκει σταθερό έρεισμα κυρίως στις διατάξεις του άρθρου 3 της Δ΄ Σύμβασης της Χάγης του 1907, οι οποίες κωδικοποίησαν και τις έως τότε διατάξεις του Δικαίου του Πολέμου.

Γ. Από τα όσα εκτέθηκαν προκύπτει ότι οι ως άνω αξιώσεις μας, από τις οποίες ουδέποτε και καθ’ οιονδήποτε τρόπο έχουμε παραιτηθεί, είναι πάντα νομικώς ενεργές –πράγμα που σημαίνει ότι δεν τίθεται κανένα θέμα παραγραφής- και δικαστικώς επιδιώξιμες.

Επίλογος

Η κατά τα προεκτεθέντα άρνηση της Κυβέρνησης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, με το ν’ αγνοεί όλα τα κατά τ’ ανωτέρω -πλήρως τεκμηριωμένα- νομικά επιχειρήματα, εμφανίζεται παντελώς αναιτιολόγητη, δοθέντος ότι έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση και προς την Ευρωπαϊκή αλλά και προς την Διεθνή Νομιμότητα. Επιπλέον, η ως άνω άρνηση είναι άκρως αντιφατική και υποκριτική, αφού δεν είναι νοητό και αποδεκτό, από πλευράς συνεπούς διεθνούς συμπεριφοράς, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από την μια πλευρά να επιχειρεί, σε πολλές περιπτώσεις, να «παραδώσει μαθήματα» σεβασμού, εκ μέρους άλλων Κρατών, της Διεθνούς και της Ευρωπαϊκής Νομιμότητας. Και, από την άλλη, ν’ αρνείται την συμμόρφωσή της προς αυτές, όταν μάλιστα πρόκειται για θύματα και ζημίες προερχόμενες από το εφιαλτικό ναζιστικό της παρελθόν. Ένα παρελθόν το οποίο άλλωστε η ίδια έχει, δημοσίως και διεθνώς, καταδικάσει και αποκηρύξει με κάθε μέσο και με κάθε τρόπο. Υπό τις συνθήκες αυτές είναι βέβαιο ότι με μια τέτοια συμπεριφορά η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποσκάπτει, «εκ των έσω», την αξιοπιστία της και το κύρος της, σ’ Ευρωπαϊκό και Διεθνές επίπεδο. Όπως είναι λοιπόν αυτονόητο η Ελλάδα δεν αποδέχεται, ούτε πρόκειται ν’ αποδεχθεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, την άρνηση αυτή. Πράγμα που σημαίνει ότι θα επανέλθει εν προκειμένω, δίνοντας ακόμη μεγαλύτερη έκταση και έμφαση στα νομικά -και όχι μόνο- επιχειρήματά της».

Exit mobile version