Τρεις δεκαετίες μετά την τραγωδία στα Ίμια, με την θυσία των τριών αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού να παραμένει νωπή, οι περισσότεροι έχουν μία κατασταλαγμένη άποψη σχετικά με όσα εκτυλίχθηκαν τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου του 1996. Είναι όμως έτσι; Το enikos.gr, έχοντας όλες τις προηγούμενες ημέρες παρουσιάσει συνεντεύξεις, άρθρα και ρεπορτάζ, σήμερα παραθέτει σειρά ερωτημάτων κι επιχειρεί να δώσει ορισμένες απαντήσεις.
Του Χρήστου Μαζανίτη
30 χρόνια μετά την τραγωδία των Ιμίων η επικρατούσα άποψη στην Ελλάδα είναι ότι «τους είχαμε». Ότι οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις μπορούσαν να βουλιάξουν όσα πλοία είχαν οι Τούρκοι βγάλει στο Αιγαίο. Ότι η στρατιωτική με την πολιτική ηγεσία δεν είχαν καμία επικοινωνία κι εν τέλει ότι η Ελλάδα υπέστη στρατηγική ήττα χωρίς να εκμεταλλευτεί το επιχειρησιακό πλεονέκτημα.
Ανάλογα με τον συνεντευξιαζόμενο, ο καθένας παρουσιάζει τη δική του εκδοχή της αλήθειας, ορμώμενος από τα δικά του βιώματα. Στο enikos.gr συγκεντρώσαμε ορισμένα ερωτήματα, τα οποία έως σήμερα παραμένουν αναπάντητα, και παραθέτουμε ορισμένες πτυχές λιγότερο άγνωστες από αυτά που έχουν καταγράψει οι ερευνητές τα περασμένα χρόνια.
Οι Τούρκοι κομάντο
Ένα από τα κυριότερα θέματα συζήτησης είναι το πώς κατάφεραν οι Τούρκοι κομάντος να γλιστρήσουν μέσα στην φουρτουνιασμένη θάλασσα και να ανέβουν τελικά πάνω στην ανατολική Ίμια.
Το ερώτημα που τίθεται είναι, με τόσα πολεμικά πλοία από ελληνικής πλευράς συγκεντρωμένα στην ευρύτερη περιοχή, δεν έγινε από κανέναν αντιληπτό η κίνηση μίας βάρκας;
Το ερώτημα αν ήταν «λογικό» ή αναμενόμενο να μην γίνει αντιληπτή η αποβίβαση των Τούρκων κομάντο (SAT) στην Ανατολική Ίμια τη νύχτα της 30ης προς 31η Ιανουαρίου 1996, παραμένει ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία της σύγχρονης ελληνικής στρατιωτικής ιστορίας.
Η απάντηση δεν είναι μονοδιάστατη, καθώς συνδυάζει τεχνικούς περιορισμούς, καιρικές συνθήκες και επιχειρησιακά κενά.
Εκείνη τη νύχτα επικρατούσαν εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Η έντονη βροχόπτωση, οι ισχυροί άνεμοι και η πολύ χαμηλή ορατότητα λειτουργούσαν ως «φυσικό προπέτασμα καπνού». Επιπλέον, η χρήση διόπτρων νυχτερινής όρασης εκείνης της εποχής επηρεαζόταν σημαντικά από την υγρασία και τη βροχή ενώ ο θόρυβος της θάλασσας κάλυπτε τον ήχο των εξωλέμβιων μηχανών της τουρκικής λέμβου.
Η ελληνική προσοχή ήταν στραμμένη σχεδόν αποκλειστικά στη Δυτική Ίμια, όπου βρισκόταν το άγημα των Ελλήνων πεζοναυτών.
Η Ανατολική Ίμια θεωρήθηκε (εσφαλμένα, όπως αποδείχθηκε) λιγότερο πιθανός στόχος ή «καλυμμένη» από την εγγύτητα των ελληνικών πλοίων.
Οι Τούρκοι κομάντο χρησιμοποίησαν μια φουσκωτή λέμβο Zodiac, η οποία έχει πολύ μικρό ίχνος στα ραντάρ (λόγω υλικού κατασκευής και χαμηλού προφίλ στο κύμα), καθιστώντας τον εντοπισμό της από τα ραντάρ επιφανείας των πλοίων εξαιρετικά δύσκολο, ειδικά με τον τότε εξοπλισμό.
Αν και τεχνικά εξηγήσιμο (λόγω ραντάρ και καιρού), σε επιχειρησιακό επίπεδο θεωρείται σοβαρή αστοχία. Η στρατιωτική λογική υπαγορεύει ότι όταν υπερασπίζεσαι ένα σύμπλεγμα δύο νησίδων, η εγκατάλειψη της μίας χωρίς επιτήρηση αποτελεί κενό που ο αντίπαλος θα εκμεταλλευτεί.
Είναι γεγονός, ότι το περιστατικό αυτό οδήγησε σε ριζικές αλλαγές στον τρόπο που το Πολεμικό Ναυτικό και οι Ειδικές Δυνάμεις αντιμετωπίζουν την επιτήρηση των βραχονησίδων έκτοτε.
Ενώ το 1996 η ενημέρωση για την απόβαση ήρθε μέσω… πληροφοριών ή οπτικής επαφής τελευταίας στιγμής, σήμερα ένα παρόμοιο σκάφος θα είχε εντοπιστεί από τη στιγμή που θα λυνόταν ο κάβος του από τις τουρκικές ακτές, χάρη στα ηλεκτρονικά συστήματα.
Σήμερα, η τεχνολογία έκλεισε το «παράθυρο» της έκπληξης, μετατρέποντας την επιτήρηση από τυχαία σε μαθηματική.
Οι Τουρκικές φρεγάτες
Ένα άλλο ζήτημα που τίθεται είναι εάν χάθηκαν εκείνο το βράδυ τα ίχνη τεσσάρων τουρκικών φρεγατών.
Παρότι οι απαντήσεις που έχουν καταγραφεί δείχνουν στρατηγικό πλεονέκτημα του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, άλλες καταγραφές, που δεν έχουν δει λεπτομερώς το φως της δημοσιότητας, αναφέρουν ότι η εντολή που δόθηκε με τις αγκιστρώσεις του Στόλου στα νησιά είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της επαφής τεσσάρων τουρκικών φρεγατών.
Όταν τελικά μετά από ώρες εντοπίστηκαν, οι ίδιες αναφορές κάνουν λόγο για μην δυνατότητα ενεργοποίησης των πυραύλων Exocet από τα ελληνικά πλοία λόγω των αποστάσεων.
Όπως μας εξηγούσαν γνώστες, οι πύραυλοι για να ενεργοποιηθούν πρέπει από τη στιγμή εκτόξευσης να έχουν διανύσει απόσταση τουλάχιστον 10 μιλίων . Αν ο στόχος είναι πιο κοντά, ο πύραυλος δεν προλαβαίνει να χαμηλώσει το ύψος πτήσης του (sea-skimming) και να ενεργοποιήσει τα συστήματά του σωστά.
Άρα, την δεδομένη στιγμή η ναυμαχία θα γινόταν κυρίως με τα πυροβόλα, κάτι που καθιστά εξαιρετικά αμφίβολο το αποτέλεσμα.
Επιπλέον, τα τουρκικά πλοία ήταν «κολλημένα» στις μικρασιατικές ακτές. Αυτό καθιστούσε τη χρήση των Exocet ριψοκίνδυνη, καθώς ο πύραυλος θα μπορούσε να χτυπήσει την ακτή ή να μην προλάβει να ενεργοποιήσει το ερευνητικό του κεφάλι λόγω της μικρής απόστασης.
Οι τηλεπικοινωνίες και το ελικόπτερο
Ακόμη ένα σοβαρό έλλειμμα που διαπιστώθηκε το βράδυ της κρίσης των Ιμίων ήταν η ποιότητα των τηλεπικοινωνιών. Δεν υπήρχαν οι ασφαλείς γραμμές και σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκαν οι ΝΑΤΟϊκοί δίαυλοι, κάτι που αυτόματα άνοιγε την πόρτα των πληροφοριών και στην αντίπαλη πλευρά, αφού πρόκειται για χώρα – μέλος του ΝΑΤΟ.
Το περιβόητο «Περιστέρια» που μεταδόθηκε και σε πρόσφατο ντοκιμαντέρ για το μοιραίο ελικόπτερο των Ιμίων (που στοίχισε τη ζωή στους Χριστόδουλο Καραθανάση – Υποπλοίαρχος και Κυβερνήτης του ελικοπτέρου, Παναγιώτη Βλαχάκο – Υποπλοίαρχος και Συγκυβερνήτης και Έκτορα Γιαλοψό – Αρχικελευστής και Χειριστής συσκευών) δεν ήταν ο κωδικός του ελικοπτέρου. Πρόκειται για την διαδικασία προσέγγισης στην φρεγάτα, πριν την προσνήωση. Κατ’ επέκταση, η μη σωστή απόδοση της ορολογίας δημιούργησε κι εσφαλμένες εντυπώσεις.
Στα παραπάνω θα πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι εκείνοι το μοιραίο διήμερο, της 30 – 31 Ιανουαρίου 1996, ήταν σε εξέλιξη και η άσκηση ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ.
Κατ’ ορισμένους αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ταχύτητα της ελληνικής αντίδρασης, αλλά και στην κλιμάκωση της έντασης.
Η μετάβαση από το σενάριο της άσκησης «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ» στην ωμή πραγματικότητα της κρίσης των Ιμίων προκάλεσε ένα «βραχυκύκλωμα» στις επικοινωνίες, το οποίο επηρέασε δραματικά τη λήψη αποφάσεων.
Ενώ τα πλοία ήταν έτοιμα για μάχη, η ροή της πληροφορίας από το πεδίο προς την Αθήνα (και το αντίστροφο) αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα. Κατά τη διάρκεια μιας άσκησης, τα δίκτυα επικοινωνιών είναι φορτωμένα με εικονικά σενάρια. Όταν η κρίση έγινε πραγματική υπήρξε υπερφόρτωση των διαύλων. Τα επιτελεία έπρεπε να ξεχωρίσουν τις πραγματικές αναφορές επαφής με τον εχθρό από τις τυπικές αναφορές της άσκησης. Η χρήση κρυπτογραφημένων συσκευών εκείνης της εποχής (που ήταν πιο αργές και δύσχρηστες) προκάλεσε καθυστερήσεις στη μετάδοση κρίσιμων πληροφοριών προς το Εθνικό Κέντρο Επιχειρήσεων (ΕΘΚΕΠΙΧ).
Από την «απομόνωση» του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ, λόγω της πολιτικής απόφασης να μεταφερθεί το κέντρο λήψης αποφάσεων στο Μέγαρο Μαξίμου (αντί να παραμείνει στο ΕΘΚΕΠΙΧ), δημιουργήθηκε ένα «χάσμα». Οι στρατιωτικοί στο πεδίο έδιναν αναφορές στα επιτελεία, αλλά η ενημέρωση προς την πολιτική ηγεσία γινόταν συχνά μέσω τηλεφώνων, χάνοντας την τακτική αμεσότητα.
Κάποιες άλλες αναφορές ωστόσο κάνουν λόγο για αργοπορημένη διαταγή διακοπής της άσκησης, που είχε ως αποτέλεσμα πολλές μονάδες του ΠΝ να είναι υποστελεχωμένες ή να βρίσκονται εν πλω χωρίς πλήρη φόρτο βλημάτων.
Τι σημαίνουν αυτά; Ότι σε περίπτωση σύγκρουσης το πλεονέκτημα που θεωρητικά είχε το ΠΝ, ίσως τελικά να λειτουργούσε μπούμερανγκ, αφού ορισμένα πλοία θα ξέμεναν από βλήματα με αποτέλεσμα η αποχώρηση από το πεδίο να θεωρείται επιβεβλημένη πριν γίνουν στόχοι στα αντίπαλα οπλικά συστήματα.
Ωστόσο, η ετοιμότητα ήταν τέτοια που, σύμφωνα με μαρτυρίες, πολλά πλοία είχαν κάνει ακόμα και τις προπαρασκευές «προστασίας από πυρηνική/βιολογική προσβολή», θεωρώντας ότι ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος.
Κατά πολλούς, που έζησαν από κοντά τις δραματικές εκείνες στιγμές, η ισχύς πυρός που είχε συγκεντρωθεί γύρω από τα Ίμια ήταν αρκετή για να προκαλέσει συντριπτικά πλήγματα στον τουρκικό στόλο μέσα σε λίγα λεπτά.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, θα ήταν χρήσιμο κάποια στιγμή να αποδεσμευτούν κάποια ιστορικά ντοκουμέντα για τους ερευνητές ώστε να γίνει η όσο το δυνατόν πληρέστερη απόδοση των πραγματικών γεγονότων και συνθηκών. Είναι κάτι που το οφείλει η πατρίδα στους τρεις νεκρούς της αλλά και σε όλους τους πολίτες της.