Τις προτεραιότητες της κυβέρνησης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση θέτει με συνέντευξή του στη Realnews ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος.
«Θεωρώ επιβεβλημένη την επίτευξη συναίνεσης, ιδίως από πολιτικές δυνάμεις που κατά καιρούς έχουν ταχθεί υπέρ της Αναθεώρησης. Μπορούμε από τώρα να συμφωνήσουμε όχι μόνο στις αναθεωρητέες διατάξεις αλλά και στο περιεχόμενό τους, αν αυτό που απασχολεί την αντιπολίτευση είναι μια αυθαίρετη διατύπωση από την επόμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία», τονίζει ο υπουργός και δηλώνει: «Οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις είναι αναγκαίες για την πολιτική σταθερότητα».
Ποιες είναι κατά την κυβέρνηση οι μεγάλες προτεραιότητες της Συνταγματικής Αναθεώρησης που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός;
Χρειάζεται κατ’ αρχάς να απαντήσουμε στο ερώτημα ποια ανάγκη υπαγορεύει την Αναθεώρηση του Συντάγματος. Οπως ήδη τόνισε ο πρωθυπουργός, το 2030 συμπληρώνονται 200 χρόνια από τη γέννηση του νεοελληνικού κράτους. Μια διαδρομή ανόδου και προόδου, με θριάμβους αλλά και καταστροφές. Η μήτρα των καταστροφών μας ήταν ανέκαθεν οι πελατειακές σχέσεις και ο λαϊκισμός. Γι’ αυτό και στην αυγή του τρίτου αιώνα ζωής του ελληνικού κράτους έχουμε χρέος να παραδώσουμε ένα Σύνταγμα που θα εγγυάται περισσότερη ανθεκτικότητα, διαφάνεια, λογοδοσία και αποτελεσματικότητα στη διακυβέρνηση. Απαιτείται, με δύο λόγια, να επαναθεμελιώσουμε το κράτος σε νέες γερές βάσεις που θα ξεριζώσουν το σαράκι των πελατειακών σχέσεων. Αναμένουμε και από τις άλλες πολιτικές δυνάμεις να ανταποκριθούν στο ιστορικό αυτό χρέος.
Πού θα εστιάσετε;
Το Σύνταγμα του 1975 εξασφάλισε επί 50 χρόνια δημοκρατική ομαλότητα και πολιτική σταθερότητα, ωστόσο έφτασε στα όριά του. Απαιτείται πλέον ένας συνταγματικός ριζοσπαστισμός που θα θεραπεύσει υφιστάμενες ρυθμίσεις που σήμερα είναι ξεπερασμένες, ενώ ταυτόχρονα θα προβλέψει και απαντήσεις σε προβλήματα που δεν υπήρχαν το 1975. Χρειάζεται ή όχι, μετά και την πρόσφατη επώδυνη χρεοκοπία, να περιφρουρήσουμε τη δημοσιονομική σταθερότητα; Να μην επιτρέπονται, δηλαδή, υπερβολικά ελλείμματα που υποθηκεύουν το μέλλον της χώρας και των παιδιών μας; Χρειάζεται ή όχι εδώ και τώρα Αναθεώρηση του άρθρου 86 του Συντάγματος ώστε να μην είναι αποκλειστική αρμοδιότητα κομματικών συσχετισμών η παραπομπή ενός κυβερνητικού στελέχους στη Δικαιοσύνη; Για να πάψει να υφίσταται και η αίσθηση περί «ακαταδίωκτου» των πολιτικών προσώπων στην κοινωνία. Η ίδια η κοινωνία δεν ζητά καλύτερο Δημόσιο και διαρκή αξιολόγηση; Εμείς πιστεύουμε ότι η αξιολόγηση υπαλλήλων και δομών κράτους πρέπει να αποτελέσει συνταγματική επιταγή ώστε να μην εφαρμόζεται «αλά καρτ» από την εκάστοτε κυβέρνηση. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η πρόταση για πιο ενεργό συμμετοχή των δικαστών στον τρόπο ανάδειξης της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, με στόχο την περαιτέρω θωράκιση της ανεξαρτησίας της. Ολα αυτά -και πολλά ακόμη- είναι ζητήματα που απασχολούν τακτικά και την αντιπολίτευση στην κριτική που ασκεί στην κυβέρνηση. Ιδού η Ρόδος, λοιπόν, για να αποδειχθεί ποιος τελικά θέλει την αλλαγή και ποιος τη φοβάται.
Είστε αισιόδοξος για την επίτευξη συναινέσεων;
Θεωρώ επιβεβλημένη την επίτευξη συναίνεσης, ιδίως από πολιτικές δυνάμεις που κατά καιρούς έχουν ταχθεί υπέρ της Αναθεώρησης. Μπορούμε από τώρα να συμφωνήσουμε όχι μόνο στις αναθεωρητέες διατάξεις αλλά και στο περιεχόμενό τους, αν αυτό που απασχολεί την αντιπολίτευση είναι μια αυθαίρετη διατύπωση από την επόμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Κατανοώ τη λογική της αντιπολίτευσης περί «λευκής επιταγής», όχι όμως και τη λογική της «λευκής κόλλας», πολύ απλά διότι έτσι μένεις πολιτικά μετεξεταστέος. Η Ελλάδα έχει χάσει πολλές ευκαιρίες στο παρελθόν. Ας μην το επιτρέψουμε να ξανασυμβεί.
Τι απαντάτε στις αιχμές του Ευάγγελου Βενιζέλου;
Με όλο τον σεβασμό στο πρόσωπο του Ευάγγελου Βενιζέλου και στην προσφορά του στη χώρα, ειδικά στα δύσκολα χρόνια της κρίσης, θα περίμενα περισσότερο θάρρος και μνήμη στην κριτική του. Γνωρίζουμε όλοι ότι υπήρξε θιασώτης του πυρήνα του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών, το οποίο αποτελεί και μία από τις αιτίες της ρήξης εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και πολιτικών. Επομένως προέχει ο αναστοχασμός για να μπορεί να ακουστεί και η κριτική. Μου προκαλεί, επίσης, εντύπωση ότι η αυστηρή και σε αρκετές περιπτώσεις δίκαιη κριτική του για λάθη και κυβερνητικές αστοχίες αφήνει ταυτόχρονα στο απυρόβλητο τις λαϊκίστικες πολιτικές δυνάμεις που αρνούνται κάθε μεταρρύθμιση και επιτίθενται στο πολίτευμα. Είναι οι ίδιες μάλιστα δυνάμεις που τον πολέμησαν λυσσαλέα στα δύσκολα χρόνια της κρίσης.
Μιλά, τέλος, για αδυναμία συνεννόησης στη χώρα μας και έλλειψη σχεδίου για το παρόν και το μέλλον, χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν ότι αυτό το σχέδιο υπάρχει και εφαρμόζεται σε πολύ ικανοποιητικό βαθμό με βάση ανεξάρτητες εκθέσεις. Αναφέρομαι στην περίφημη έκθεση του νομπελίστα καθηγητή Πισσαρίδη που περιλαμβάνει 525 μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις με ορίζοντα το 2030, εκ των οποίων περισσότερες από οκτώ στις δέκα είτε έχουν εφαρμοστεί είτε είναι υπό υλοποίηση. Ή ότι οι αναγκαίες συναινέσεις μπορεί να είναι δυσεύρετες στο πολιτικό πεδίο, όμως γίνονται ήδη πράξη στο κοινωνικό πεδίο. Οπως η πρόσφατη συμφωνία εργοδοτών και εργαζομένων για την επέκταση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και τη σύγκλισή μας με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Προσωπικά, λοιπόν, από τους «Νέστορες» της πολιτικής μας ζωής αναμένω περισσότερη αντικειμενικότητα και καθαρό λόγο.
Αυτοδυναμία ή συνεργασίες;
Πρώτα απ’ όλα να σας πω ότι θεωρώ πως οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις είναι αναγκαίες για την πολιτική σταθερότητα. Κυβερνήσεις ενός κόμματος, αλλά όχι ενός χρώματος, όπως έχει αποδείξει μέχρι τώρα η Ν.Δ. του Κυριάκου Μητσοτάκη, που έχει πετύχει μια αμφίπλευρη διεύρυνση της παράταξης και έχει ενσωματώσει στελέχη και ψηφοφόρους από άλλους πολιτικούς χώρους στο πλαίσιο μιας συμφωνίας αλήθειας για συλλογική και ατομική προκοπή. Πιστεύουμε ότι ο στόχος της αυτοδυναμίας δεν είναι μόνο εφικτός, αλλά και πολιτικά αναγκαίος. Αναγκαίος για την ομαλή πορεία της χώρας, αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές και να διαβάζουμε το τοπίο των εξελίξεων γύρω μας. Είναι άλλωστε ιστορικά αποδεδειγμένο ότι η Ελλάδα δύσκολα φτιάχνει και εύκολα χαλά. Δεν έχουμε, λοιπόν, την πολυτέλεια των πειραματισμών.
Θα συμπλήρωνα μάλιστα ότι δεν υπάρχει καν η πολυτέλεια της αβασάνιστης ψήφου διαμαρτυρίας, γιατί, όπως μας έχει διδάξει το πολύ πρόσφατο παρελθόν, ελλοχεύει ο κίνδυνος πολιτικών τερατογενέσεων, που θα θέσουν σε κίνδυνο τα κεκτημένα των τελευταίων χρόνων. Εμείς τη συνεργασία την αναζητούμε στην πράξη, από την επιστολική ψήφο και για τις εθνικές εκλογές έως την κοινοβουλευτική επιτροπή για τον πρωτογενή τομέα και από την Αναθεώρηση του Συντάγματος μέχρι το νέο λύκειο και το εθνικό απολυτήριο. Εκεί θα κριθεί ποιοι θέλουν στην πράξη τη συνεργασία και όχι στα λόγια.
Προ ημερών παρουσιάσατε μαζί με τον Κωστή Χατζηδάκη τον οδικό χάρτη των κυβερνητικών μεταρρυθμίσεων για το 2026. Ποιες ξεχωρίζετε ως τις τρεις πιο σημαντικές;
Υστερα από σχεδόν επτά χρόνια διακυβέρνησης, όχι απλώς δεν έχει ανακοπεί η μεταρρυθμιστική δυναμική του προγράμματός μας, αλλά γίνεται ακόμα πιο έντονη. Αυτό άλλωστε θέλαμε να δημοσιοποιήσουμε και στην κοινή παρουσίαση με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης. Από τις ανακοινώσεις μας θα ξεχωρίσω τη θεσμοθέτηση του Νέου Σχολείου και του Εθνικού Απολυτηρίου, που αποτελεί την πιο ριζοσπαστική παρέμβαση στο εκπαιδευτικό μας σύστημα εδώ και δεκαετίες.
Θέλουμε ένα σχολείο που θα είναι ιμάντας κοινωνικής κινητικότητας και ευκαιριών. Επίσης, την ολοκλήρωση της κτηματογράφησης και την ένταξη των πολεοδομιών στο Κτηματολόγιο. Μια εκκρεμότητα που διαρκεί από συστάσεως του ελληνικού κράτους επιτέλους ρυθμίζεται και καταπολεμώνται η διαφθορά, η συναλλαγή και το χάος της άναρχης δόμησης. Και τέλος, την ενίσχυση του πλαισίου για την επιτάχυνση της Δικαιοσύνης σε συνέχεια των βημάτων που έγιναν με τον νέο δικαστικό χάρτη, ώστε να πετύχουμε ακόμα τη σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό χρόνο απονομής δικαιοσύνης στις 600-650 ημέρες.
Τι θα κάνετε για την ακρίβεια, ιδιαίτερα στα ενοίκια;
Η ακρίβεια και το στεγαστικό είναι οι μεγαλύτερες δυσκολίες των πολιτών και εκεί ασκούμε επιθετικές πολιτικές. Υλοποιούμε τη μεγαλύτερη φορολογική μεταρρύθμιση υπέρ οικογενειών και νέων με ορατά αποτελέσματα στην αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος άνω των 4 εκατομμυρίων πολιτών ήδη από το τέλος Ιανουαρίου.
Αυξήσαμε τον κατώτατο μισθό κατά 35,4%, στηρίζουμε τους συνταξιούχους και ενισχύουμε τις δωρεάν δημόσιες υπηρεσίες, όπως το ψηφιακό φροντιστήριο για όλους, οι προληπτικές εξετάσεις, ο προσωπικός γιατρός, ο προσωπικός βοηθός ΑμεΑ. Η πληθωριστική κρίση είναι σε μεγάλο βαθμό εξωγενής, όμως παρεμβαίνουμε στις δομικές ανισορροπίες της αγοράς με ελέγχους, πρόστιμα και μια νέα Αρχή προστασίας του καταναλωτή.
Οσο για το υπαρκτό πρόβλημα της στέγασης, εφαρμόζουμε ένα πολύπλευρο σχέδιο με πάνω από 1,5 εκατομμύριο δικαιούχους. Ηδη πάνω από 20.000 νοικοκυριά ωφελήθηκαν από το «Σπίτι μου», ενώ χιλιάδες κλειστά ακίνητα επανεντάσσονται στην αγορά. Παράλληλα ενεργοποιούμε την κοινωνική αντιπαροχή και καλύπτουμε ένα ενοίκιο ετησίως για 900.000 ενοικιαστές και δύο ενοίκια για δημόσιους υπαλλήλους που υπηρετούν εκτός έδρας.
Υπάρχει έντονη κριτική των πρώην πρωθυπουργών Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά για την εξωτερική πολιτική. Πώς απαντάτε;
Η ισχύς μιας χώρας έχει πολλαπλές διαστάσεις. Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στην καλύτερη θέση των τελευταίων δεκαετιών και αυτό δεν είναι υπερβολή. Παραλάβαμε μια χώρα με καταρρακωμένους δείκτες και σήμερα καταγράφουμε τη σημαντική επιτυχία της ανάδειξης του Κυριάκου Πιερρακάκη στην ηγεσία του Eurogroup.
Πιστεύει κανείς ότι θα πετυχαίναμε αυτή την ομόφωνη αναγνώριση αν η χώρα ήταν θεσμικά ανυπόληπτη; Για την πρόοδο στο πεδίο των θεσμών μιλούν, άλλωστε, οι ανεξάρτητες εκθέσεις του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με τις συστάσεις προς την Ελλάδα να μειώνονται διαρκώς και τη χώρα να συγκαταλέγεται το 2025 μεταξύ των κρατών-μελών που σημείωσαν πρόοδο σε όλα τα μέχρι πρότινος αμφισβητούμενα πεδία. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα γνωρίζει μια ουσιαστική γεωπολιτική, αμυντική και ενεργειακή αναβάθμιση, που συμβαδίζει με την ανάταξη της οικονομίας, τη μείωση του δημόσιου χρέους, την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, τους ρυθμούς ανάπτυξης πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και τα ιστορικά ρεκόρ εξαγωγών και επενδύσεων.
Η εξωτερική πολιτική μας στηρίζεται στο Διεθνές Δίκαιο, είναι δυναμική και πολυμερής και θεμελιώνει στρατηγικές συνεργασίες. Η Ελλάδα είναι μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και αναγνωρίζεται από συμμάχους και εταίρους ως αξιόπιστος παράγοντας.
Παραλάβαμε επίσης Ενοπλες Δυνάμεις υποχρηματοδοτούμενες και υλοποιούμε το πιο φιλόδοξο εξοπλιστικό πρόγραμμα των τελευταίων δεκαετιών. Από 3,6 δισ. ευρώ αμυντικές δαπάνες το 2019, το 2026 υπερβαίνουμε τα 7 δισ. ευρώ. Με αυτά τα δεδομένα, δυσκολεύομαι να αποδεχθώ το επιχείρημα που ταυτίζει τον διάλογο με τον ενδοτισμό. Διάλογο θα κάνουμε, αλλά από θέση ισχύος. Αλλωστε, με την Τουρκία συνομιλούσαν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, μεταξύ αυτών και εκείνη του κυρίου Σαμαρά, επί της οποίας συγκλήθηκε και Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας.
