Η Ελένη Ζιώγα βρέθηκε καλεσμένη το πρωί της Παρασκευής 27 Μαρτίου στην εκπομπή Buongiorno με αφορμή και τη συμμετοχή της στη σειρά «Οι Αθώοι». Η ηθοποιός αναφέρθηκε στην οικογένεια και στα βιώματα που τη διαμόρφωσαν, εστιάζοντας στην προσωπική της διαδρομή.
Τα παιδικά χρόνια και η επιρροή της τέχνης
Η ίδια περιέγραψε την παιδική της ηλικία σε ένα περιβάλλον έντονα συνδεδεμένο με την τέχνη, τονίζοντας τόσο τα οφέλη όσο και τις δυσκολίες που βίωσε. «Οι άνθρωποι αυτοί ήτανε πολύ δυνατές προσωπικότητες και ήταν πάρα πολύ δοσμένοι στην τέχνη τους. Μας αγαπούσαν πάρα πολύ, αλλά δυσκολευόντουσαν στο να είναι παρόντες απολύτως στην καθημερινότητά μας. Αυτό συμβαίνει με παιδιά καλλιτεχνών. Έχεις το καλό ότι παίρνεις μία αποσκευή που θα σου χρησιμεύσει στη ζωή σου ολόκληρη, σαν να ‘χεις περάσει από πεντακόσια πανεπιστήμια, τέχνης εννοώ. Απ’ την άλλη, σαν παιδί, μπορεί να έχεις πολλά ελλείμματα».
Ο χωρισμός των γονέων της και το συναισθηματικό αποτύπωμα
Στη συνέχεια, η ηθοποιός στάθηκε στον χωρισμό των γονέων της, επισημαίνοντας ότι το γεγονός αυτό τη σημάδεψε σε μικρή ηλικία. Η αποχώρηση του πατέρα της λειτούργησε καθοριστικά στη συναισθηματική της εξέλιξη. «Όταν χώρισαν οι γονείς μου, για μένα ήτανε σοκαριστικό το ότι έφυγε ο πατέρας μου. Δεν το κατάλαβα, αλλά μου στοίχισε. Έγινε όταν ήμουν δώδεκα ετών. Οπότε μετά, κάποια στιγμή, αποφάσισα να την κοπανήσω από την οικογενειακή εστία και να φτιάξω ένα δικό μου σπίτι. Αυτό στην ουσία ήθελα. Ήθελα οικογένεια. Πολύ νωρίς».
Η απόφαση φυγής και ο ρόλος του έρωτα
Ακολούθως, η Ελένη Ζιώγα αναφέρθηκε στην απόφασή της να αποχωρήσει από το σπίτι, συνδέοντας την επιλογή αυτή με τον έρωτα και την ανάγκη για δημιουργία. «Νομίζω ότι ο έρωτας ήταν το στοιχείο που με τράβηξε εκεί για να βγω από κει που δεν άντεχα άλλο, ε, όπως το αντιλαμβάνομαι τώρα. Τότε ήμουνα μέσα σε μια φουσκοθαλασσιά, έρωτα, φυσικά. Δε φοβάμαι ποτέ. Δεν φοβάμαι όταν κάτι επιθυμώ πολύ και έχω ορμή γι’ αυτό. Έχω παντελή έλλειψη της αίσθησης του φόβου και το τι μπορεί να προκύψει μέσα από αυτό. Δεν σκέφτομαι τις συνέπειες. Τις αρνητικές. Μόνο τις θετικές σκέφτομαι. Υπηρετώ την ανάγκη μου για δημιουργία».
Στη συνέχεια, πρόσθεσε: «Οι άνθρωποι αυτοί είχαν πολύ δυνατές προσωπικότητες και ήταν πάρα πολύ δοσμένοι στην τέχνη τους ο καθένας. Μας αγαπούσαν πάρα πολύ, αλλά δυσκολεύονταν να είναι παρόντες στην καθημερινότητά μας. Αυτό συμβαίνει με παιδιά καλλιτεχνών. Έχει το καλό ότι παίρνεις μία αποσκευή που θα σου χρησιμεύσει μέχρι το τέλος της ζωής σου, σαν να έχεις περάσει από 500 πανεπιστήμια τέχνης. Από την άλλη, σαν παιδί μπορεί να έχεις άλλα ελλείμματα. Όταν χώρισαν οι γονείς μου, για εμένα ήταν σοκαριστικό ότι έφυγε ο πατέρας μου. Δεν το κατάλαβα, αλλά μου στοίχισε. Έγινε όταν ήμουν 12 ετών. Οπότε μετά κάποια στιγμή αποφάσισα να την κοπανήσω και να φτιάξω το δικό μου σπίτι. Αυτό ήθελα στην ουσία, ήθελα οικογένεια. Ο έρωτας ήταν το στοιχείο που με τράβηξε για να βγω από εκεί που δεν άντεχα άλλο, όπως το αντιλαμβάνομαι τώρα. Δεν φοβόμουν. Δεν φοβάμαι ποτέ όταν κάτι το θέλω πολύ. Δεν σκέφτομαι τις συνέπειες».
Γάμος, μητρότητα και πρώτα επαγγελματικά βήματα
Σε ηλικία 17 ετών, η Ελένη Ζιώγα προχώρησε σε γάμο, ενώ δύο χρόνια αργότερα απέκτησε παιδί. Παράλληλα, συνέχισε τη φοίτησή της στο σχολείο μαζί με τον σύζυγό της και εργάστηκε για να καλύψει τις οικονομικές ανάγκες. «Την κόρη μου την απέκτησα 19 ετών. Είχα ήδη παντρευτεί. Παντρεύτηκα στα 17 μου. Εκείνη την εποχή ήταν επανάσταση, δεν γινόταν ποτέ αυτό. Δεν κλεφτήκαμε. Κλεφτήκαμε με τη γενική έννοια του όρου. Δεν είναι ότι υπήρχε τέτοιο απαγορευτικό από το σπίτι. Ήταν γενικώς λίγο “ξεχαρβαλωμένα” τα πράγματα, οπότε μέσα εκεί βρήκαμε την ευκαιρία και… Συνεχίσαμε και πήγαμε μαζί σχολείο.
Τις δυο τελευταίες τάξεις τις τελειώσαμε μαζί, ενώ ήμασταν παντρεμένοι. Είναι το έργο της ζωής μου. Οικονομικά τα βγάζαμε πέρα με τα οικονομικά βοηθήματα δεξιά και αριστερά. Εγώ δούλεψα αμέσως, δούλευα παράλληλα. Από μικρό παιδί δούλευα. Έκανα baby sitting. Ό,τι βρισκόταν το έκανα. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί να μη δουλεύει ο άνθρωπος. Μου άρεσε πάρα πολύ να δουλεύω σε οποιαδήποτε δουλειά. Ήταν πολύ ωραία εκείνα τα χρόνια. Είχες την αίσθηση ότι δεν πρόκειται να πεθάνεις ποτέ. Μία καταπληκτική αίσθηση που σε κάνει να χαίρεσαι για τα πάντα. Ζούσαμε τη στιγμή, ζούσαμε τις παρέες», είπε.
