Στον καναπέ του «Super Κατερίνα» κάθισε ο Δημήτρης Τσίκλης την Πέμπτη 2 Απριλίου. Ο ηθοποιός, τον οποίο φέτος το κοινό απολαμβάνει στη σειρά του Alpha «Το Σπίτι Δίπλα στο Ποτάμι», στη διάρκεια της συνέντευξής του μίλησε και για την προσωπική του ζωή, και το πώς τον καθόρισε σαν άνθρωπο, η οικονομική καταστροφή με την οποία είχε έρθει αντιμέτωπος ο πατέρας του.
Αναφερόμενος στον πατέρα του, ο Δημήτρης Τσίκλης είπε ότι: «Είναι ένας πατέρας συντηρητικός κατά μία έννοια, ο οποίος καταστράφηκε οικονομικά στην οικονομική κρίση. Το οποίο είναι κάτι που με καθόρισε πολύ σαν άνθρωπο, και νομίζω και όλη μου τη γενιά».
«Έχω κάνει πολλές δουλειές»
«Το βρίσκω ακόμα μέσα μου. Υπάρχει μέσα μου αυτό το πράγμα. Στην αρχή έκανα ό,τι μπορούσα για να βοηθήσω, αλλά ήμουν μικρός, ήμουν στο σχολείο ακόμα. Εγώ και ο αδελφός μου ξεκινήσαμε να δουλεύουμε από πολύ μικροί. Πολλές δουλειές. Και τον πατέρα μου βοηθούσα στην οικοδομή. Έχω δουλέψει και ως οδηγός, και στην λαχαναγορά. Δεν την φοβάμαι τη δουλειά, αλλά ουσιαστικά το έμαθα μέσα από αυτό, μέσα από αυτή τη δυσκολία», εξομολογήθηκε ο ηθοποιός στη συνέχεια της συνέντευξής του.
Επιπλέον, ο Δημήτρης Τσίκλης εξήγησε πως: «Η υποκριτική ήταν σαν ένα κάλεσμα. Σαν να ήταν η φύση μου από πάντα αυτό το πράγμα, πρώτον. Δεύτερον μπορεί να ήταν και μία διέξοδος στα σκοτάδια της ζωής μου.
Η αλήθεια είναι ότι ο “Οδυσσέας” είναι η πρώτη φορά στη καριέρα μου, που επιλέγω να δείξω αυτά τα σκοτάδια. Νομίζω ότι τον “Οδυσσέα” τον “γέννησα” μέσα από τα σκοτάδια μου, μέσα από τα ξενύχτια μου, μέσα από το αλκοόλ, μέσα από την περίοδο της κατάθλιψης, μέσα από όλα αυτά. Είναι ένας χαρακτήρας που κάπως είπα ότι “δεν θέλω να τον ωραιοποιήσω”. Οριακά θέλω να τον κάνω αντιαισθητικό.
Στον “Οδυσσέα” είδα αυτή τη μάχη, του να προσπαθείς να είσαι κάτι πέρα από αυτό που είσαι. Και να προσπαθείς καθημερινά να μπεις στα παπούτσια των άλλων, για να μπορέσεις να επιβιώσεις στην κοινωνία. Δηλαδή να γίνεις αυτό που θέλει ο πατέρας, η κοινωνία, η δουλειά, για να μπορέσεις να υπάρξεις. Γιατί ως ο εαυτός σου δεν μπορείς να υπάρχεις».
