Ο πόλεμος στο Ιράν ανοίγει για την Τουρκία ένα σύνθετο γεωπολιτικό πεδίο κινδύνων, πιέσεων αλλά και πιθανών ευκαιριών. Σε αντίθεση με προηγούμενες περιφερειακές κρίσεις -όπως οι συγκρούσεις στη Συρία ή στο Ιράκ– η τρέχουσα σύγκρουση έχει τη δυναμική να επηρεάσει άμεσα την τουρκική ασφάλεια, την οικονομία και τη στρατηγική ισορροπία της Αγκυρας στη Μέση Ανατολή. Συνομιλητές της Realnews στη γειτονική χώρα, ο τουρκικός Τύπος αλλά και διεθνή think tanks προειδοποιούν ότι η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίση που δεν επιθυμούσε και που δεν μπορεί να αγνοήσει, ακόμη και αν προσπαθεί να μείνει εκτός.
Το πρώτο επίπεδο ανησυχίας αφορά την ασφάλεια. Τα τρία περιστατικά, με ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους που αναχαιτίστηκαν από νατοϊκά συστήματα πριν εισέλθουν στον τουρκικό εναέριο χώρο -με θραύσματα να πέφτουν στο τουρκικό έδαφος- έδειξαν πόσο λεπτή είναι η γραμμή που χωρίζει την Τουρκία από την άμεση εμπλοκή. Δείχνουν επίσης το πόσο η Τουρκία εξαρτάται από το ΝΑΤΟ και τα νατοϊκά συστήματα άμυνας, παρά το αφήγημα του καθεστώτος Ερντογάν περί αμυντικής «αυτονομίας» και την αγορά-φιάσκο, όπως τη χαρακτηρίζουν αντιπολιτευόμενοι σχολιαστές, των ρωσικών S-400.
Δίχτυ ασφαλείας
Ακόμα και ο καθεστωτικός Αμπντουλκαντίρ Σελβί στη «Hürriyet» σημειώνει ότι τα επεισόδια αυτά υπογραμμίζουν τη σημασία της νατοϊκής έγκαιρης προειδοποίησης και ιδιαίτερα του ραντάρ στο Kürecik, το οποίο αποτελεί βασικό στοιχείο της αντιπυραυλικής άμυνας του ΝΑΤΟ στη Μέση Ανατολή. Η ύπαρξη αυτού του συστήματος λειτουργεί ως δίχτυ ασφαλείας για την Τουρκία, αλλά ταυτόχρονα την εντάσσει αναπόφευκτα στη στρατηγική αντιπαράθεση της Δύσης με το Ιράν.
Η Αγκυρα προσπαθεί να αποφύγει αυτόν τον κίνδυνο. Η πρόσφατη τηλεφωνική επικοινωνία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με τον Ιρανό Πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν και η πρόταση για κοινή έρευνα σχετικά με τις εκτοξεύσεις πυραύλων δείχνουν ότι η τουρκική κυβέρνηση επιδιώκει να αποτρέψει οποιοδήποτε διμερές επεισόδιο. Η στρατηγική της είναι σαφής: αποτροπή, χωρίς συμμετοχή στον πόλεμο. Πέρα όμως από την ασφάλεια, η Αγκυρα ανησυχεί και για το πώς ο πόλεμος μπορεί να μεταμορφώσει τη γεωπολιτική αρχιτεκτονική της περιοχής.
Οπως επισημαίνει η ανάλυση του Atlantic Council, που δημοσιεύθηκε στον τουρκικό Τύπο, ο πόλεμος στο Ιράν δημιουργεί για την Τουρκία μεγαλύτερους κινδύνους από προηγούμενες περιφερειακές συγκρούσεις, καθώς δεν βρίσκεται απλώς κοντά στο πεδίο της κρίσης αλλά στο κέντρο των πιθανών γεωπολιτικών αναδιατάξεων που μπορεί να ακολουθήσουν.
Ο δημοσιογράφος Ζαφέρ Σαχίν της καθεστωτικής «Milliyet» προειδοποιεί για το ενδεχόμενο «λιβανοποίησης» του Ιράν, δηλαδή ενός σεναρίου που αφορά κατακερματισμό της χώρας σε ζώνες επιρροής, παραστρατιωτικές δυνάμεις και περιφερειακούς παίκτες. Για την Τουρκία, ένα τέτοιο σενάριο θα ήταν εφιάλτης, όπως λένε αναλυτές.
Πρώτον, θα μπορούσε να προκαλέσει μεγάλες προσφυγικές ροές προς τα τουρκικά σύνορα. Δεύτερον -και ίσως πιο κρίσιμοθα μπορούσε να αναζωπυρώσει τις κουρδικές γεωπολιτικές δυναμικές στην περιοχή. Η Τουρκία παρακολουθεί στενά κάθε εξέλιξη που θα μπορούσε να ενισχύσει τις κουρδικές πολιτικές ή στρατιωτικές δομές στο Ιράν, καθώς αυτές θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ευρύτερη κουρδική γεωπολιτική εξίσωση από το Ιράκ έως τη Συρία. Η τουρκική ανησυχία δεν περιορίζεται στα χερσαία σύνορα. Η περιφερειακή κρίση μπορεί να επηρεάσει και τη γεωπολιτική ισορροπία στη νοτιοανατολική Μεσόγειο.
Η ενίσχυση στρατιωτικών παρουσιών στην περιοχή, οι μεταβολές στις θαλάσσιες ενεργειακές διαδρομές και οι κινήσεις Ελλάδας και Κύπρου παρακολουθούνται προσεκτικά και με αυξανόμενη νευρικότητα από την Αγκυρα. Ο φόβος είναι διπλός. Αφενός, μια πιθανή επιπλέον ενίσχυση της Ελλάδας στην περιοχή και, αφετέρου, μια ευρύτερη περιφερειακή κρίση που θα μπορούσε να μεταφερθεί και στη Μεσόγειο, δημιουργώντας ένα δεύτερο γεωπολιτικό μέτωπο για την Τουρκία. Η στρατηγική της Αγκυρας σε αυτό το ζήτημα είναι ξεκάθαρη: αποφυγή κλιμάκωσης και διατήρηση της αποτρεπτικής ισχύος χωρίς άμεση εμπλοκή.
Παρά τα ζητήματα ασφάλειας, το μεγαλύτερο άγχος της τουρκικής ηγεσίας αλλά και της κοινωνίας ίσως είναι οικονομικό. Η σύγκρουση έχει ήδη προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις αγορές ενέργειας. Οι τιμές του πετρελαίου ξεπέρασαν τα 100 δολάρια το βαρέλι, εξέλιξη που μπορεί να έχει βαθιές συνέπειες για την τουρκική οικονομία.
Εξάρτηση
Η Τουρκία παραμένει μια οικονομία με υψηλή ενεργειακή εξάρτηση από το εξωτερικό. Ο οικονομολόγος Χαϊρί Κοζάνογλου, γράφοντας στην «BirGun», υπενθυμίζει ότι το κόστος εισαγωγών ενέργειας της χώρας έφτασε τα 47 δισ. δολάρια το 2025. Αν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, ο λογαριασμός αυτός μπορεί να αυξηθεί δραματικά. Οι επιπτώσεις θα είναι πολλαπλές: αύξηση του πληθωρισμού, επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και πίεση στη λίρα. Για μια οικονομία που ήδη αντιμετωπίζει υψηλό κόστος ζωής και δημοσιονομικές πιέσεις, η ενεργειακή κρίση μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για μια νέα οικονομική αστάθεια.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η τουρκική κοινή γνώμη εμφανίζεται σαφώς επιφυλακτική απέναντι σε οποιαδήποτε στρατιωτική εμπλοκή. Η δημοσκόπηση της εταιρείας GENAR που δημοσίευσε ο Aμπ. Σελβί στη «Hürriyet» καταγράφει ότι η τουρκική κοινωνία προτιμά σαφώς μια πολιτική ουδετερότητας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το 35,2% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η Τουρκία πρέπει να παραμείνει ουδέτερη, ενώ το 32,8% προτιμά να αναλάβει ρόλο διαμεσολαβητή μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών. Αντίθετα, μόλις το 11,7% δηλώνει ότι η Αγκυρα θα έπρεπε να στηρίξει το Ιράν, ενώ μόλις το 2,7% τάσσεται υπέρ της υποστήριξης των ΗΠΑ. Ενα σημαντικό ποσοστό, 17,6%, παραμένει αναποφάσιστο. Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν μια συναισθηματική στάση κατανόησης προς το Ιράν, αλλά ταυτόχρονα και μια έντονη απροθυμία για εμπλοκή σε έναν επικίνδυνο περιφερειακό πόλεμο.
Παρά τους κινδύνους, η κρίση δημιουργεί και πιθανές ευκαιρίες για την Τουρκία. Αν η Αγκυρα καταφέρει να διατηρήσει ισορροπία μεταξύ Δύσης και Ιράν, θα μπορούσε να ενισχύσει τον ρόλο της ως διαμεσολαβητή στην περιοχή, όπως τουλάχιστον διατυπώνει επίμονα το καθεστωτικό αφήγημα. Η τουρκική διπλωματία έχει ήδη προσπαθήσει να αξιοποιήσει τέτοιες συγκρούσεις στο παρελθόν -από τις διαπραγματεύσεις για τα σιτηρά της Μαύρης Θάλασσας έως τις προσπάθειες διαμεσολάβησης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας– χωρίς πάντως θεαματικά αποτελέσματα.
