Ντόναλντ Τραμπ: Πώς κατάφερε να προκαλέσει ξανά αβεβαιότητα στον κόσμο – Το παρασκήνιο πίσω από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που τον εξόργισε

Τραμπ

Τι συμβαίνει λοιπόν με τον Ντοναλτ Τραμπ και τους δασμούς; Ας ξεκινήσουμε από την τελευταία εξέλιξη και ας πιάσουμε το νήμα προς τα πίσω. Ο Πρόεδρος ανακοίνωσε δασμούς στις εισαγωγές σε παγκόσμιο επίπεδο ύψους 15%. Τώρα, ίσως κάποιος να σκεφτεί: «Μα, δεν τους είχε ορίσει στο 10% την Παρασκευή;». Ναι, σωστά. Αλλά μέσα σε λίγες ώρες τους αύξησε στο 15%, με την τελευταία ανακοίνωση να γίνεται μέσα από το αγαπημένο του μέσο κοινωνικής δικτύωσης, το Truth Social.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Είναι ένα εύλογο ερώτημα και ένα ερώτημα που θέτουν πλέον οι κυβερνήσεις παγκοσμίως στους εαυτούς τους. Και δεν είναι προφανώς η πρώτη φορά που το κάνουν.

Ο Πρόεδρος των  ΗΠΑ χρησιμοποιεί ένα νέο νόμο -ουσιαστικά μια νέα οδό- για να επιβάλει προσωρινούς δασμούς σε ξένα αγαθά, επειδή η προηγούμενη νομοθετική βάση που χρησιμοποιούσε από την «Ημέρα Απελευθέρωσης», όπως την είχε χαρακτηρίσει ο Τραμπ, τον περασμένο Απρίλιο, κρίθηκε παράνομη.

Αυτό συνέβη την Παρασκευή, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο (το ανώτατο δικαστικό όργανο της χώρας) αποφάσισε με πλειοψηφία έξι προς τρεις ότι οι μέθοδοι του Προέδρου για την επιβολή δασμών ήταν αντισυνταγματικές.

Έξι από τους δικαστές έκριναν ότι οι δασμοί υπερβαίνουν τις εξουσίες που δόθηκαν στον Πρόεδρο από το Κογκρέσο βάσει ενός νόμου του 1977, ο οποίος του παρέχει την εξουσία να ρυθμίζει το εμπόριο κατά τη διάρκεια καταστάσεων εθνικής ανάγκης που προκαλούνται από ξένες απειλές.

Τι συμβαίνει με τα χρήματα από τους δασμούς που έχουν ήδη εισπραχθεί;

Έτσι, ο Πρόεδρος και η ομάδα του αναζητούν νέους τρόπους -νέες νομοθετικές διατάξεις- για να ανακτήσουν μέρος των απωλειών τους (σε περίπτωση που χρειαστεί να επιστρέψει τους δασμούς, ένα θέμα επί του οποίου το Ανώτατο Δικαστήριο, καθόλου βοηθητικά, δεν εξέδωσε απόφαση) και να αντικαταστήσουν το δασμολογικό σύστημα.

Το Skynews σημειώνει ότι ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής του Τραμπ, της ισχύος του και της ικανότητάς του να αναγκάζει τον υπόλοιπο κόσμο να συμμορφώνεται, βασίζεται στην ευχέρειά του να πλήττει οποιαδήποτε χώρα επιθυμεί με εξοντωτικούς δασμούς.

Το «όπλο» του Τραμπ από το 1974

Έτσι, η άμεση απάντησή του στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήταν να χρησιμοποιήσει έναν διαφορετικό μηχανισμό -το Άρθρο 122 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974, για την ακρίβεια- ώστε να επιβάλει παγκόσμιους δασμούς ύψους 10%. Είχε την επιλογή να τους ορίσει στο 15%, αντί για 10%, και το Σάββατο, μόλις μία ημέρα μετά τον καθορισμό τους στο 10%, τους αύξησε στο 15%.

Δασμοί με «ημερομηνία λήξης»

Αυτό το μέτρο, όμως, μπορεί να διαρκέσει μόνο 150 ημέρες. Γι’ αυτό και στην ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναφέρει ότι θα αναζητήσει νέους τρόπους επιβολής δασμών.

Όπως πάντα με αυτά τα ζητήματα, τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο. Υπάρχουν εξαιρέσεις, μεταξύ άλλων στα αγροτικά προϊόντα, τον χάλυβα και τα αυτοκίνητα, αλλά επικρατεί σύγχυση καθώς οι κυβερνήσεις ζητούν διευκρινίσεις.

Πρόκειται για ένα απόλυτο χάος και ένα κλίμα αβεβαιότητας που επηρεάζει, για ακόμη μια φορά, ολόκληρο τον πλανήτη, σχολιάζει ο Mark Stone από το Skynews.

Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για τους δασμούς αποτελεί ένα ηχηρό ράπισμα για τον Τραμπ

Μετά από έναν βασανιστικό χρόνο, κατά τον οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ παρέμενε θεατής την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ καταπατούσε τη συνταγματική διάκριση των εξουσιών, το ανώτατο δικαστικό σώμα τελικά κινητοποιήθηκε για να θέσει όρια στην ολοένα και πιο «βασιλική» στάση του Προέδρου, σχολιάζει από την πλευρά του ο Guardian.

Το Ανώτατο Δικαστήριο κήρυξε τους σαρωτικούς δασμούς του Τραμπ παράνομους, αποσπώντας από τα χέρια του Προέδρου το «ματωμένο ρόπαλο» με το οποίο χτυπούσε αδιακρίτως φίλους και εχθρούς στο εξωτερικό. Με τις ενδιάμεσες εκλογές να απέχουν μόλις εννέα μήνες, ο Τραμπ στερήθηκε επίσης ένα βασικό όπλο από το οπλοστάσιο της δεύτερης θητείας του.

Η οργή του προέδρου των ΗΠΑ μετά την απόφαση

«Επιτέλους», αναφώνησε η Barb McQuade, καθηγήτρια Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν. Το δικαστήριο θυμήθηκε «ότι το Κογκρέσο είναι ένας ξεχωριστός και ισότιμος κλάδος της κυβέρνησης… Ένας από τους αγαπημένους μοχλούς πίεσης του Τραμπ αφαιρείται από το οπλοστάσιο του εκβιασμού».

Η απόφαση προκάλεσε σοκ και ο Τραμπ δεν έχασε χρόνο να εκτονώσει την οργή του εναντίον των δικαστών που τον αψήφησαν. Τους δυσφήμισε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με μια προσωπική επίθεση με κεφαλαία γράμματα, η οποία ήταν πρωτοφανής, ακόμη και για τα δικά του δεδομένα.

Οι τρεις φιλελεύθεροι δικαστές που συμμετείχαν στην απόφαση της πλειοψηφίας χαρακτηρίστηκαν από τον Τραμπ ως «ΑΝΟΗΤΟΙ» και «ΣΚΥΛΑΚΙΑ», ενώ οι έξι που ψήφισαν κατά των δασμών του παρουσιάστηκαν ως καθολικά υποχείρια ξένων χωρών. Αντίθετα, οι τρεις συντηρητικοί δικαστές που μειοψήφησαν (στηρίζοντάς τον) περιγράφονται ως διαποτισμένοι με «δύναμη, σοφία και αγάπη για την Πατρίδα μας».

Οι ευνοϊκές αποφάσεις

Το ξέσπασμα του Τραμπ, ωστόσο, διαστρεβλώνει την αλήθεια για το τρέχον Ανώτατο Δικαστήριο – το γεγονός, δηλαδή, ότι μέχρι στιγμής στη δεύτερη θητεία του, έχει παραχωρήσει σε μεγάλο βαθμό ό,τι επιθυμούσε. Κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους, οι συντηρητικοί δικαστές που ελέγχουν την υπερπλειοψηφία, εκδίδοντας τις αποφάσεις τους «με το σταγονόμετρο», έχουν προκαλέσει αυξανόμενη ανησυχία σε συνταγματολόγους και υποστηρικτές της δημοκρατίας.

Ακόμη και πριν επιστρέψει ο Τραμπ στον Λευκό Οίκο, του είχαν προσφέρει το «δώρο του αυταρχισμού» στην υπόθεση «Τραμπ εναντίον Ηνωμένων Πολιτειών». Η απόφαση αυτή του παρείχε απόλυτη ασυλία από ποινικές διώξεις για επίσημες προεδρικές πράξεις ή, όπως το έθεσαν ορισμένοι παρατηρητές, την «εξουσία ενός βασιλιά».

Κατά τον πρώτο χρόνο της επιστροφής του στα καθήκοντά του, το δικαστήριο έχει εκδώσει 24 προσωρινές αποφάσεις μέσω της αδιαφανούς διαδικασίας του «σκιώδους φακέλου». Συλλογικά, αυτές οι επείγουσες αποφάσεις έδωσαν στον Τραμπ το ευεργέτημα της αμφιβολίας, ανατρέποντας πολλές θαρραλέες προσπάθειες δικαστών κατώτερων δικαστηρίων να τον περιορίσουν.

Η επιστροφή του Ρόμπερτς και η ανατροπή των ισορροπιών στο Ανώτατο Δικαστήριο

Αρκετές από αυτές τις αποφάσεις επέτρεψαν στον Τραμπ, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, να καταπατήσει εξουσίες που ανήκουν στο Κογκρέσο, όπως οι περιορισμοί στο δικαίωμα του προέδρου να απολύει τους επικεφαλής κυβερνητικών υπηρεσιών.

Η απόφαση για τους δασμούς της Παρασκευής απομακρύνεται από αυτή την άβυσσο. Σύμφωνα με τον Guardian, η υπόθεση Learning Resources εναντίον Τραμπ απέρριψε την επίκληση του νόμου περί Διεθνών Επικίνδυνων Οικονομικών Εξουσιών (IEEPA) από τον Τραμπ ως δικαιολογία για τους παγκόσμιους δασμούς του. Η νομοθεσία δεν έδινε στον Τραμπ την εξουσιοδότηση να επιβάλλει δασμούς, αναφέρει κοφτά η απόφαση. Οι δασμοί είναι φόροι και η εξουσία της φορολόγησης ανήκει αποκλειστικά στο Κογκρέσο, ως θεματοφύλακα του δημόσιου ταμείου.

Οι αναλυτές του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα περάσουν τις επόμενες εβδομάδες και μήνες μελετώντας τις λεπτομέρειες της απόφασης για να εντοπίσουν ενδείξεις σχετικά με τις εσωτερικές ισορροπίες ισχύος μεταξύ των εννέα δικαστών. Ήδη, ορισμένα στοιχεία είναι ξεκάθαρα.

Πρώτον, ο Τζον Ρόμπερτς επέστρεψε. Η δεξιά στροφή του δικαστηρίου, σε συνδυασμό με κρίσιμες αποφάσεις -όπως η απόφαση Dobbs κατά των αμβλώσεων, στην οποία ο Ρόμπερτς βρέθηκε στη μειοψηφία- οδήγησε πολλούς να αναρωτηθούν αν ο αρχιδικαστής έχανε τον έλεγχο του ίδιου του του δικαστηρίου.

Η απόφαση της Παρασκευής βρίσκει τον πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου ξανά στο «τιμόνι», τόσο ως συντάκτη της απόφασης για τους δασμούς όσο και ως αρχιτέκτονα της απρόσμενης σύνθεσης του 6-3. Δεν πρόκειται για το 6-3 που η Αμερική έχει συνηθίσει οδυνηρά (έξι συντηρητικοί εναντίον τριών ανίσχυρων φιλελεύθερων), αλλά για ένα 6-3 στο οποίο ο Ρόμπερτς συμμάχησε με δύο ακόμη συντηρητικούς και τους τρεις φιλελεύθερους δικαστές, για να καταφέρουν στον Τραμπ ένα συλλογικό ηχηρό ράπισμα.

Οι δικαστές που γύρισαν την πλάτη στον Τραμπ

Αυτοί οι δύο άλλοι συντηρητικοί δικαστές έχουν τεράστια σημασία. Και οι δύο δεξιοί δικαστές που ακολούθησαν τον Ρόμπερτς στην πλειοψηφία, διορίστηκαν στο δικαστήριο από κανέναν άλλον παρά από τον ίδιο τον Τραμπ.

Ο Νιλ Γκόρσατς κατέλαβε την έδρα του αείμνηστου Άντονιν Σκαλία το 2017, μετά από σχεδόν έναν χρόνο κατά τον οποίο οι Ρεπουμπλικάνοι της Γερουσίας κρατούσαν τη θέση κενή, στερώντας από τον Μπαράκ Ομπάμα τη δική του επιλογή. Η Έιμι Κόνι Μπάρετ επιλέχθηκε από τον Τραμπ το 2020, μετά τον θάνατο του φιλελεύθερου ειδώλου, Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ.

Το γεγονός ότι δύο από τους τρεις δικούς του εκλεκτούς για το Ανώτατο Δικαστήριο του γύρισαν την πλάτη, εξόργισε τον Τραμπ. Σε συνέντευξη στον Λευκό Οίκο, λίγο μετά την έκδοση της απόφασης, στοχοποίησε τους υποψηφίους του οι οποίοι, από τη ναρκισσιστική του σκοπιά, τον πρόδωσαν.

Ο Τραμπ σίγουρα δεν είναι ο πρώτος πρόεδρος των ΗΠΑ που εκφράζει γκρίνια για τους δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου που είχαν το θάρρος να προασπίσουν το κράτος δικαίου. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο εξέφρασε τέτοιες σκέψεις ανοιχτά και δημόσια, με τόσο προσωπικό και καυστικούς όρους, τον τοποθετεί σε μια δική του, μοναδική κατηγορία.

«Πιστεύω ότι η απόφασή τους ήταν τρομερή», είπε αναφερόμενος στην Μπάρετ και τον Γκόρσατς. «Πιστεύω ότι είναι ντροπή για τις οικογένειές τους».

Από τους δύο, η ψήφος της Μπάρετ είναι η λιγότερο εκπληκτική. Τα τελευταία πέντε χρόνια, έχει επιδείξει μια τάση ανεξαρτησίας που την έχει στο να συμφωνήσει με τους φιλελεύθερους δικαστές σε ορισμένες περιπτώσεις.

Η στάση του Γκόρσατς είναι αναπάντητη και θα χρειαστεί χρόνος για να αναλυθεί. Σε σχεδόν μια δεκαετία στο ανώτατο δικαστήριο, υπήρξε σταθερά συντηρητικός, αποτελώντας μέρος της σκληρής δεξιάς πτέρυγας μαζί με τους άλλους άκαμπτους υπερσυντηρητικούς, τον Κλάρενς Τόμα και τον Σάμουελ Αλίτο.

«Υπάρχει όριο»: Το μήνυμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου που «παγώνει” τα σχέδια του Τραμπ

Η ψήφος του Γκόρσατς με την πλειοψηφία λέει ίσως περισσότερα για τις υπερβολές του Τραμπ, παρά για το είδος του συντηρητισμού που πρεσβεύει ο ίδιος ο δικαστής. Η περιφρόνηση του Προέδρου για τα συνταγματικά «εμπόδια» και η τάση του να απαξιώνει τους άλλους, υποτίθεται ισότιμους, κλάδους της κυβέρνησης, μπορούν να εξοργίσουν ακόμα και κάποιον τόσο αφοσιωμένο στην αρχική έννοια του Συντάγματος όσο ο Γκόρσατς.

«Ό,τι άλλο και αν ειπωθεί για το έργο του Κογκρέσου στον νόμο IEEPA, σίγουρα αυτό δεν παρέδωσε στον Πρόεδρο τη σαρωτική εξουσία επιβολής δασμών που εκείνος επιδιώκει να ασκήσει», γράφει ο δικαστής στη σύμφωνη γνώμη του.

Το πώς θα εξελιχθεί μακροπρόθεσμα αυτή η νέα σύνθεση του 6-3 είναι ένα άλλο ζήτημα προς διερεύνηση. Η ύπαρξή της υποδηλώνει ότι και άλλες ξεκάθαρα αντισυνταγματικές ενέργειες του Τραμπ είναι πλέον ευάλωτες – κυρίως η προσπάθειά του να καταργήσει το δικαίωμα της ιθαγένειας λόγω γέννησης, όπως αυτό κατοχυρώνεται στη 14η Τροπολογία.

Η απόφαση της Παρασκευής θέτει τον Τραμπ σε εγρήγορση. Παρόλο που ο Πρόεδρος αντέδρασε σαν να είναι απρόσβλητος, ανακοινώνοντας αμέσως μια νέα δέσμη δασμών βάσει διαφορετικής νομοθετικής εξουσιοδότησης, το δικαστήριο κατέστησε σαφές: υπάρχει ένα όριο.

Ωστόσο, όσοι μπαίνουν στον πειρασμό να δουν αυτή τη συγκυρία με υπερβολική αισιοδοξία, θα πρέπει επίσης να είναι προσεκτικοί. Υπάρχει όριο και στην «ευσπλαχνία» του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως το έθεσε η Λίζα Γκρέιβς, ειδικός στο δεξιό νομικό κίνημα: «Αυτή η απόφαση δεν αποτελεί δείγμα δικαστικού θάρρους. Είναι το Δικαστήριο του Ρόμπερτς που κάνει το ελάχιστο δυνατό για να περιορίσει την κατάχρηση εξουσίας από τον Τραμπ».

 

 

 

 

 

 

Exit mobile version