Παρά την επίμονη επιδίωξη του καθεστώτος Eρντογάν να προβάλλει μια εικόνα «μεγάλης Τουρκίας» -ως αναντικατάστατου διεθνούς διαμεσολαβητή, ανερχόμενης δύναμης με βαριά στρατιωτική βιομηχανία και γεωπολιτικού παίκτη πρώτης γραμμής- η ψυχολογική κατάσταση και το δημόσιο αίσθημα στο εσωτερικό της χώρας κινούνται σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση.
Τα πιο πρόσφατα δεδομένα από σειρά αξιόπιστων δημοσκοπήσεων, που διεξήχθησαν μεταξύ τέλους του 2025 και αρχών του 2026, σκιαγραφούν μια κοινωνία κουρασμένη, αγχωμένη, βαθιά απαισιόδοξη για το συλλογικό μέλλον και με εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης στους θεσμούς και στο πολιτικό σύστημα συνολικά.
Ψυχολογική εξουθένωση
Η πιο αποκαλυπτική ίσως εικόνα προέρχεται από τη MetroPOLL Arastirma που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο. Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 61% της τουρκικής κοινωνίας δηλώνει ότι βιώνει υψηλά ή πολύ υψηλά επίπεδα ψυχολογικής εξουθένωσης, ενώ ο συνολικός δείκτης κοινωνικής κόπωσης φτάνει τους 59 βαθμούς σε κλίμακα 0-100, επίπεδο που η ίδια η εταιρεία χαρακτηρίζει ως «υψηλό burnout».
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι ένας στους δύο πολίτες δηλώνει πως χρειάστηκε ψυχολογική υποστήριξη κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους. Πρόκειται για ένα στοιχείο που ξεπερνά κατά πολύ τη συγκυριακή δυσφορία και παραπέμπει σε μια δομική ψυχολογική φθορά. Η ίδια έρευνα δείχνει και το βάθος της κρίσης εμπιστοσύνης.
Σχεδόν οι μισοί ερωτηθέντες δηλώνουν ότι «δεν εμπιστεύονται τίποτα και κανέναν», ενώ το 47% εκτιμά ότι το 2026 θα είναι μια κακή χρονιά για τη χώρα συνολικά. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντίφαση ότι ενώ κυριαρχεί η συλλογική απαισιοδοξία, το 54% δηλώνει προσωπικά αισιόδοξο για τη δική του χρονιά.
Αυτή η διάσταση ανάμεσα στο «εγώ» και στο «εμείς» αποκαλύπτει μια κοινωνία που έχει αποσυνδεθεί από την ιδέα της συλλογικής προόδου και επενδύει πλέον κυρίως σε ατομικές στρατηγικές επιβίωσης.
Την εικόνα αυτή συμπληρώνει η εκτενής έρευνα της GUNDEMAR Arastirma για την αποτίμηση του 2025, που καταγράφει ότι η οικονομική απαισιοδοξία είναι σχεδόν καθολική: το 82% χαρακτηρίζει την οικονομία του 2025 «κακή», ενώ μόλις το 12% πιστεύει ότι το 2026 θα είναι οικονομικά καλύτερο. Το 56% αναμένει ότι η επόμενη χρονιά θα είναι χειρότερη από την προηγούμενη και το 66% αναδεικνύει την οικονομία ως το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα της χώρας. Αξιοσημείωτο είναι ότι η δικαιοσύνη και το κράτος δικαίου, αν και συχνά κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση, έρχονται δεύτερα με 18%.
Στο επίπεδο των συναισθημάτων, η ίδια έρευνα καταγράφει μια κοινωνία στην οποία κυριαρχεί το άγχος και όχι η οργή. Περίπου το 35%-40% δηλώνει ότι ένιωσε κυρίως άγχος το 2025, με σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά κομματική προτίμηση: 31% στους ψηφοφόρους του AKP, 39% στους ψηφοφόρους του CHP και 49% στους ψηφοφόρους του φιλοκουρδικού DEM. Αντίθετα, η οργή παραμένει χαμηλά (6%-7%), στοιχείο που ενισχύει την εικόνα μιας κοινωνίας εξαντλημένης και όχι ενεργοποιημένης πολιτικά.
Η κατάρρευση της θεσμικής εμπιστοσύνης αποτυπώνεται με ακόμη πιο ωμό τρόπο στα δεδομένα του Pew ResearchCenter, τα οποία δημοσιεύθηκαν τον Δεκέμβριο του 2025. Στην παγκόσμια έρευνα κοινωνικής εμπιστοσύνης, η Τουρκία κατατάσσεται τελευταία ανάμεσα σε 25 χώρες, καθώς μόλις το 14% των πολιτών δηλώνει ότι «οι περισσότεροι άνθρωποι είναι άξιοι εμπιστοσύνης», ενώ το 84% πιστεύει το αντίθετο. Τα ποσοστά αυτά δεν παρουσίασαν καμία βελτίωση σε σχέση με το 2024, γεγονός που δείχνει ότι η κρίση εμπιστοσύνης έχει παγιωθεί.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και τα δεδομένα της ASAL Arastirma. Το 58,4% θεωρεί την οικονομία και το κόστος ζωής ως το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας, ενώ το 40,2% πιστεύει ότι «κανένα κόμμα» δεν είναι ικανό να λύσει τα προβλήματα της Τουρκίας. Το AKP συγκεντρώνει μόλις 20% και το CHP 18,3% ως δυνητικές λύσεις, ένδειξη βαθιάς απονομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος.
Η νεολαία
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και τα δεδομένα για τη νεολαία. Το Youth Barometer 2025 της 23 Arastirma, με δείγμα άνω των 2.000 νέων ηλικίας 18-30 ετών, δείχνει ότι περίπου το 70% επιθυμεί να ζήσει στο εξωτερικό. Η επιθυμία αυτή δεν περιορίζεται στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, αλλά διατρέχει οριζόντια την κοινωνία, υποδηλώνοντας όχι απλώς οικονομική αλλά και υπαρξιακή αποξένωση. Σχεδόν οι μισοί νέοι (48,7%) δηλώνουν ότι είναι απαισιόδοξοι για το μέλλον τους στην Τουρκία.
Συνολικά, τα δεδομένα των δημοσκοπήσεων και των ερευνών συγκλίνουν σε ένα σαφές συμπέρασμα: πίσω από το θριαμβευτικό αφήγημα διεθνούς ισχύος και στρατηγικής αυτοπεποίθησης του καθεστώτος Ερντογάν, διαμορφώνεται στο εσωτερικό μια κοινωνία σε κατάσταση χρόνιας κόπωσης, χαμηλής εμπιστοσύνης και περιορισμένων προσδοκιών. Πρόκειται για ένα χάσμα ανάμεσα στην κρατική αφήγηση και την κοινωνική εμπειρία, το οποίο όσο διευρύνεται δύσκολα μπορεί να γεφυρωθεί μόνο με ρητορική ισχύος ή γεωπολιτικούς συμβολισμούς.
