Τα βασικά σημεία του άρθρου
- Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά πολιτική και κοινωνική κρίση, καθώς τα παραδοσιακά κόμματα της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς βρίσκονται υπό ασφυκτική πίεση στις μεγαλύτερες χώρες της ηπείρου.
- Οι εκτεταμένες ταραχές στη Γαλλία ενισχύουν την Ακροδεξιά της Μαρίν Λεπέν, ενώ στη Γερμανία η ακροδεξιά AfD προηγείται πλέον στις δημοσκοπήσεις με ποσοστό 28%.
- Με τέσσερις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες να οδεύουν προς κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις το 2027, η πολιτική αναταραχή αποτελεί ανοιχτή δοκιμασία για το μέλλον ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά πολιτική και κοινωνική κρίση, η οποία απειλεί να ανατρέψει τις ισορροπίες που διαμόρφωσαν την ήπειρο επί δεκαετίες. Οι βίαιες ταραχές στη Γαλλία, η άνοδος της Ακροδεξιάς στη Γερμανία, οι κινητοποιήσεις στην Ιταλία και η αυξανόμενη δυσαρέσκεια για την ακρίβεια, τους χαμηλούς μισθούς και τις περιορισμένες προοπτικές των νέων αποτυπώνουν ένα κοινό φαινόμενο: την αποδυνάμωση των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας και την απώλεια εμπιστοσύνης προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Με τέσσερις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες να οδεύουν προς κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις το 2027, η πολιτική αναταραχή δεν αποτελεί πλέον μεμονωμένο πρόβλημα, αλλά μια δοκιμασία για το μέλλον ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με εκτενή ανάλυση των New York Times, τα παραδοσιακά κόμματα της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς βρίσκονται υπό ασφυκτική πίεση στις μεγαλύτερες και σημαντικότερες χώρες της Ευρώπης.
Η χαμηλή οικονομική ανάπτυξη, ο επίμονος πληθωρισμός, το υψηλό δημόσιο χρέος και η αίσθηση ότι οι νεότερες γενιές θα ζήσουν χειρότερα από τους γονείς τους τροφοδοτούν ένα κύμα απογοήτευσης που στρέφει ολοένα περισσότερους ψηφοφόρους προς τα πολιτικά άκρα.
Οι πολίτες εμφανίζονται να αμφισβητούν όχι μόνο τις κυβερνήσεις τους, αλλά και την ικανότητα των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων να προσφέρουν πραγματικές εναλλακτικές λύσεις.
Στη θέση τους κερδίζουν έδαφος κόμματα που υπόσχονται ριζικές αλλαγές, αξιοποιώντας τη δυσπιστία απέναντι στις πολιτικές ελίτ και την αίσθηση ότι μεγάλα τμήματα της κοινωνίας έχουν μείνει πίσω.
Η Γαλλία στο επίκεντρο της κρίσης – Από τα σχολεία στη γενικευμένη κοινωνική οργή
Οι εκτεταμένες ταραχές που συγκλονίζουν τη Γαλλία αποτελούν ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολιτικής αποσταθεροποίησης.
Αυτό που ξεκίνησε ως διαμαρτυρία για την υποχρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης εξελίχθηκε σε ένα ευρύτερο κίνημα κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Στις κινητοποιήσεις συμμετέχουν πλέον εργαζόμενοι και συνταξιούχοι, οι οποίοι διαμαρτύρονται για την ακρίβεια, το υψηλό κόστος ενέργειας και την αύξηση των επιτοκίων δανεισμού.
Η οργή στρέφεται εναντίον της πολιτικής του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, αλλά και ενός οικονομικού μοντέλου που, σύμφωνα με τους επικριτές του, αδυνατεί να εξασφαλίσει αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.
Οι βίαιες συγκρούσεις, οι λεηλασίες και οι καταστροφές των τελευταίων ημερών έχουν επιδεινώσει την κρίση, ενισχύοντας τις ανησυχίες για την ασφάλεια και τη δημόσια τάξη.
Το πολιτικό κλίμα φαίνεται να ευνοεί κυρίως την Ακροδεξιά της Μαρίν Λεπέν, η οποία βρίσκεται στην πρώτη θέση των δημοσκοπήσεων για τις επόμενες προεδρικές εκλογές.
Στη δεύτερη θέση καταγράφεται η Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν-Λικ Μελανσόν, που εκφράζει τη ριζοσπαστική Αριστερά.
Το γεγονός ότι οι δύο κυριότεροι διεκδικητές εμφανίζονται να προέρχονται από τα πολιτικά άκρα καταδεικνύει την αποδυνάμωση του παραδοσιακού κέντρου.
Η εμπιστοσύνη στη δημοκρατία υποχωρεί – Τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις
Η αμφισβήτηση δεν περιορίζεται στη Γαλλία. Σύμφωνα με στοιχεία του ερευνητικού κέντρου Pew Research Center, η δυσαρέσκεια για τον τρόπο λειτουργίας της δημοκρατίας έχει φτάσει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα σε πολλές δυτικές χώρες.
Στη Γαλλία, το 69% των πολιτών δηλώνει δυσαρεστημένο από τη λειτουργία της δημοκρατίας, ενώ στην Ισπανία το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 68%. Στην Ιταλία, η δυσαρέσκεια αγγίζει το 62%, στην Πολωνία το 47%, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες ανέρχεται επίσης στο 69%.
Τα ποσοστά αυτά αποτυπώνουν μια ευρύτερη κρίση πολιτικής εκπροσώπησης, καθώς πολλοί πολίτες θεωρούν ότι οι κυβερνήσεις και οι θεσμοί δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους.
Η δυσαρέσκεια συνδέεται με τη στασιμότητα των εισοδημάτων, την ανασφάλεια στην αγορά εργασίας και τις δυσκολίες πρόσβασης σε βασικά αγαθά, όπως η κατοικία, η υγεία και η εκπαίδευση.
Παράλληλα, οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν αυξημένα δημοσιονομικά ελλείμματα, υψηλότερες δαπάνες και αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητά τους να ανταποκριθούν στις κοινωνικές απαιτήσεις.
Νομπελίστας Νταρόν Ατζέμογλου: «Θεωρήσαμε τη δημοκρατία δεδομένη»
Μία από τις σημαντικότερες ερμηνείες της κρίσης προέρχεται από τον νομπελίστα οικονομολόγο Νταρόν Ατζέμογλου, καθηγητή στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (MIT).
«Αρχίσαμε να θεωρούμε τη δημοκρατία δεδομένη», υποστηρίζει. Ο Ατζέμογλου εκτιμά ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία απέτυχε να εκπληρώσει μία από τις σημαντικότερες υποσχέσεις της: τη διασφάλιση κοινής ευημερίας για το σύνολο της κοινωνίας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η αποξένωση των ψηφοφόρων από το πολιτικό σύστημα οφείλεται σε δύο βασικές αποτυχίες.
Η πρώτη αφορά την οικονομική ανισότητα και την εγκατάλειψη της εργατικής τάξης.
Για δεκαετίες, η παγκοσμιοποίηση, η αυτοματοποίηση και η μεταφορά παραγωγικών δραστηριοτήτων έχουν επηρεάσει σημαντικά τους μισθωτούς εργαζομένους, δημιουργώντας ανασφάλεια και περιορίζοντας τις δυνατότητες κοινωνικής ανόδου.
Πλέον, η εξάπλωση της Τεχνητής Νοημοσύνης προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας, καθώς αυξάνονται οι φόβοι για την απώλεια θέσεων εργασίας.
Ο οικονομολόγος υποστηρίζει ότι οι πολιτικές ηγεσίες ξέχασαν πως βασικό μέρος της συμφωνίας τους με τους πολίτες είναι η εύρυθμη λειτουργία των υποδομών της καθημερινότητας.
Από τους δρόμους και τα σχολεία μέχρι τα νοσοκομεία και τις δημόσιες υπηρεσίες, οι πολίτες περιμένουν ένα κράτος που θα μπορεί να καλύπτει αποτελεσματικά τις ανάγκες τους.
Η δεύτερη αποτυχία: Οι πολιτικές ελίτ απομακρύνθηκαν από τους εργαζομένους
Η δεύτερη αιτία που εντοπίζει ο Ατζέμογλου είναι η αυξανόμενη κυριαρχία μορφωμένων πολιτικών και ακαδημαϊκών ελίτ στα παραδοσιακά κόμματα.
Όπως εξηγεί, ακόμη και κόμματα που ιστορικά εκπροσωπούσαν τους εργαζομένους έχουν σταδιακά απομακρυνθεί από τις κοινωνικές τους βάσεις.
Η μετατόπιση αυτή έχει δημιουργήσει την εντύπωση ότι οι πολιτικοί αντιμετωπίζουν αφ’ υψηλού τις ανησυχίες ανθρώπων που δεν διαθέτουν πανεπιστημιακή εκπαίδευση ή εργάζονται σε χειρωνακτικά επαγγέλματα.
Αυτό το χάσμα μεταξύ πολιτικής ηγεσίας και κοινωνίας αξιοποιείται πλέον από λαϊκιστικά κινήματα, ιδιαίτερα της Ακροδεξιάς.
«Αν ο φιλελευθερισμός πρόκειται να αναγεννηθεί, πρέπει να έχει στο επίκεντρό του την εργατική τάξη», τονίζει ο νομπελίστας.
Η προειδοποίησή του αφορά την ίδια τη βιωσιμότητα της δημοκρατίας, καθώς η παρατεταμένη κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω αποδυνάμωση των παραδοσιακών κομμάτων και των κοινοβουλευτικών ισορροπιών.
Γερμανία: Πρώτη στις δημοσκοπήσεις η AfD – Καταρρέουν τα παραδοσιακά κόμματα
Η Γερμανία αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα της κρίσης του πολιτικού κέντρου.
Ο ανταποκριτής των New York Times, Στίβεν Έρλανγκερ, επισημαίνει ότι τα δύο κόμματα που κυριάρχησαν στη μεταπολεμική γερμανική πολιτική ζωή έχουν χάσει σημαντικό μέρος της εκλογικής τους δύναμης.
Η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU), μαζί με τη βαυαρική Χριστιανοκοινωνική Ένωση (CSU), και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) διαμόρφωσαν επί δεκαετίες το πολιτικό σύστημα της χώρας.
Ωστόσο, η παραδοσιακή εκλογική τους βάση συρρικνώνεται, καθώς εργαζόμενοι και νεότεροι ψηφοφόροι στρέφονται προς την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) και το κόμμα της Αριστεράς Die Linke.
Η εικόνα των δημοσκοπήσεων είναι αποκαλυπτική: Η ακροδεξιά AfD προηγείται με ποσοστό 28%, ενώ ακολουθούν οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU/CSU) με 19,8%. Στην τρίτη θέση βρίσκονται οι Πράσινοι με 15%, ενώ το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) περιορίζεται στο 13,1%, ελάχιστα πάνω από την Αριστερά (Die Linke), που συγκεντρώνει 11,3%.
Η ακροδεξιά AfD εμφανίζεται πλέον ως η ισχυρότερη πολιτική δύναμη της χώρας, συγκεντρώνοντας αισθητά μεγαλύτερη υποστήριξη από τους Χριστιανοδημοκράτες.
Η εξέλιξη δυσκολεύει τον σχηματισμό σταθερών κυβερνητικών πλειοψηφιών, καθώς τα παραδοσιακά κόμματα εμφανίζονται κατακερματισμένα και οι μεταξύ τους συνεργασίες γίνονται ολοένα πιο δύσκολες.
Ο Στίβεν Σόκολ, πρόεδρος του American Council on Germany, τονίζει ότι κοινό χαρακτηριστικό αυτών των κοινωνιών είναι οι άνθρωποι που αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι.
Πρόκειται για πολίτες που θεωρούν ότι δεν συμμετέχουν στην ευημερία και την ασφάλεια που βλέπουν γύρω τους.
Από τη Μέρκελ στην άνοδο της Ακροδεξιάς
Στη Γερμανία, η συζήτηση για τις αιτίες της σημερινής κρίσης συνδέεται και με την πολιτική κληρονομιά της Άνγκελα Μέρκελ.
Ο Νόρμπερτ Ρέτγκεν, εξέχον στέλεχος των Χριστιανοδημοκρατών, υποστηρίζει ότι κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής της το CDU μετακινήθηκε προς το πολιτικό κέντρο, αποφεύγοντας συχνά να αναλάβει πολιτικούς κινδύνους ακόμη και όταν οι προκλήσεις ήταν εμφανείς.
Ανάμεσα σε αυτές περιλαμβάνονται η αυξημένη μετανάστευση, η επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης, η υποχώρηση των γερμανικών εξαγωγών προς την Κίνα και η επιδείνωση των σχέσεων με τη Ρωσία.
Σύμφωνα με τον Ρέτγκεν, η μετατόπιση προς το κέντρο και η στάση της Μέρκελ στο μεταναστευτικό αποξένωσαν ένα τμήμα των παραδοσιακών συντηρητικών ψηφοφόρων.
Το πολιτικό κενό που δημιουργήθηκε αξιοποίησε η AfD, προσελκύοντας κυρίως ψηφοφόρους της εργατικής τάξης που στο παρελθόν υποστήριζαν το CDU.
Αντίστοιχα, το SPD αντιμετωπίζει απώλεια παραδοσιακών υποστηρικτών του, καθώς, σύμφωνα με τον ίδιο, η ηγεσία του κυριαρχείται ολοένα περισσότερο από διανοουμένους και πανεπιστημιακούς που έχουν απομακρυνθεί από τους εργαζομένους.
Το αποτέλεσμα είναι μια κυβέρνηση συνεργασίας Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών, η οποία εμφανίζεται ολοένα πιο αντιδημοφιλής και δυσκολεύεται να δώσει πειστικές απαντήσεις στα οικονομικά προβλήματα της χώρας.
Ιταλία, Ισπανία και Πολωνία: Τέσσερις μεγάλες εκλογικές αναμετρήσεις το 2027
Η πολιτική αστάθεια αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει των εκλογών που αναμένονται το 2027 σε τέσσερις από τις πολυπληθέστερες χώρες της Ευρώπης: τη Γαλλία, την Ισπανία, την Ιταλία και την Πολωνία.
Στην Ιταλία, όπου σημειώθηκαν επίσης βίαια επεισόδια το περασμένο Σαββατοκύριακο, ακόμη και η δεξιά κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι αντιμετωπίζει ανταγωνισμό από πολιτικές δυνάμεις που βρίσκονται ακόμη δεξιότερα.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του πρώην στρατηγού Ρομπέρτο Βανάτσι, ο οποίος επιδιώκει να προσελκύσει τους πιο σκληροπυρηνικούς ψηφοφόρους.
Αντίστοιχες πιέσεις παρατηρούνται σε πολλές ακόμη ευρωπαϊκές χώρες.
Κόμματα της σκληρής Δεξιάς συμμετέχουν ήδη σε κυβερνήσεις στην Τσεχία, τη Φινλανδία, τη Σλοβακία και την Κροατία, ενώ στη Σλοβενία η κυβέρνηση στηρίζεται εξωτερικά από αντίστοιχη πολιτική δύναμη.
Η παρουσία τους στο κυβερνητικό επίπεδο εντείνει τον ανταγωνισμό, καθώς ακόμη και τα παραδοσιακά δεξιά κόμματα αισθάνονται πίεση να υιοθετήσουν σκληρότερες θέσεις.
Παρόμοια φαινόμενα καταγράφονται και στη Βρετανία.
Στις εκλογές του 2024, Εργατικοί και Συντηρητικοί συγκέντρωσαν αθροιστικά το χαμηλότερο ποσοστό ψήφων τους εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα.
Το ακροδεξιό Reform UK σημείωσε στη συνέχεια σημαντική άνοδο στις δημοσκοπήσεις, αν και πρόσφατα η δυναμική του έχει περιοριστεί σε κάποιο βαθμό.
«Έρχεται μεγάλος μετασχηματισμός» – Ο κίνδυνος για την Ευρωπαϊκή Ένωση
Ο πολιτικός επιστήμονας Ιβάν Κράστεφ, πρόεδρος του Κέντρου Φιλελεύθερων Στρατηγικών στη Βουλγαρία και ερευνητής στο Ινστιτούτο Ανθρωπιστικών Επιστημών της Βιέννης, προειδοποιεί ότι η Ευρώπη οδεύει προς έναν σημαντικό πολιτικό μετασχηματισμό.
Οι εκλογικές αναμετρήσεις των επόμενων μηνών ενδέχεται να οδηγήσουν σε ακόμη πιο κατακερματισμένα κοινοβούλια και δυσκολότερους κυβερνητικούς συνασπισμούς.
Σύμφωνα με τον Κράστεφ, οι δεξιές κυβερνήσεις συνεργασίας μπορεί να περιλαμβάνουν μικρότερα ακροδεξιά κόμματα, τα οποία θα αποκτούν δυσανάλογη επιρροή στις πολιτικές αποφάσεις.
Αυτό ενδέχεται να εμποδίζει ακόμη και μεγαλύτερα δεξιά κόμματα να μετακινηθούν προς το κέντρο.
Ο ίδιος επισημαίνει επίσης έναν ευρύτερο κίνδυνο: όσο περισσότερα ακροδεξιά κόμματα αποκτούν κυβερνητικό ρόλο, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πίεση για την πολιτική τους κανονικοποίηση, προκειμένου να μπορεί να λειτουργήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι Ευρωπαίοι αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια.
Ιδιαίτερα κρίσιμες θεωρούνται οι γαλλικές προεδρικές εκλογές της άνοιξης του 2027.
Μια ενδεχόμενη νίκη της Μαρίν Λεπέν θα μπορούσε να έχει σημαντικές συνέπειες για τις σχέσεις της Γαλλίας με τις Βρυξέλλες, τη σταθερότητα του ευρώ, το ΝΑΤΟ και την ευρωπαϊκή υποστήριξη προς την Ουκρανία.
Μπορεί να ανακάμψει το πολιτικό κέντρο; Το στοίχημα της κοινής ευημερίας
Το βασικό ερώτημα είναι εάν οι παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις μπορούν να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Ο Νταρόν Ατζέμογλου θεωρεί ότι η απάντηση δεν βρίσκεται απλώς στην υπεράσπιση των υφιστάμενων θεσμών, αλλά στη δημιουργία ενός νέου κοινωνικού και οικονομικού οράματος.
Προτείνει μια ευρεία πολιτική συμμαχία που θα μπορεί να εκφράσει τη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων χωρίς να εγκαταλείπει την κοινωνική συμπερίληψη και τις δημοκρατικές αρχές.
Στο επίκεντρο πρέπει να βρίσκονται η δημιουργία θέσεων εργασίας, η αύξηση των μισθών και η εξασφάλιση επαγγελματικών προοπτικών για ανθρώπους με διαφορετικά επίπεδα εκπαίδευσης και δεξιοτήτων.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη αναδεικνύεται σε κρίσιμο πεδίο αυτής της προσπάθειας, καθώς ο τρόπος αξιοποίησής της θα μπορούσε είτε να διευρύνει τις ανισότητες είτε να συμβάλει στη διάχυση της ευημερίας.
Όπως επισημαίνει η ανάλυση των New York Times, η κρίση του πολιτικού κέντρου δεν αποτελεί απλώς μια συγκυριακή μετατόπιση των δημοσκοπικών ποσοστών, αλλά το αποτέλεσμα δεκαετιών οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών, τις οποίες οι παραδοσιακές ηγεσίες δεν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά.
Με τη Γαλλία να συγκλονίζεται από ταραχές, την AfD να προηγείται στις γερμανικές δημοσκοπήσεις, την Ακροδεξιά να διευρύνει την επιρροή της και κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις να πλησιάζουν, η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια καθοριστική πολιτική καμπή. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο ποιοι θα κερδίσουν τις επόμενες εκλογές, αλλά εάν τα παραδοσιακά κόμματα θα καταφέρουν να πείσουν τους πολίτες ότι η δημοκρατία μπορεί ακόμη να προσφέρει ένα καλύτερο μέλλον.
