Στο προηγούμενο άρθρο μου στο enikos.gr με τίτλο: «Πράσινη Γαλάζια Πατρίδα: Η νέα τουρκική στρατηγική στο Αιγαίο», επεσήμανα ότι η Τουρκία, μέσω της περιβαλλοντικής διάστασης που προσδίδει στη «Γαλάζια Πατρίδα», επιχειρεί να δημιουργήσει μια επικοινωνιακή ασυμμετρία.
Προσπαθεί δηλαδή, η Ελλάδα να εμφανίζεται μέσω του αφηγήματός της ότι αναδεικνύει τη διάσταση του Διεθνούς Δικαίου, των θαλάσσιων ζωνών, των κυριαρχικών δικαιωμάτων και ότι μιλά για ελληνοτουρκική διαφορά, ενώ η Άγκυρα παρουσιάζει την ίδια ενέργεια σε διεθνή ακροατήρια μέσα από ένα διαφορετικό πλαίσιο που σχετίζεται με την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, της βιοποικιλότητας και της βιώσιμης διαχείρισης των θαλασσών.
Η επίτευξη μιας τέτοιας επικοινωνιακής ασυμμετρίας έχει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, διότι η ίδια πράξη μπορεί να παράγει διαφορετική αντίληψη και διαφορετική κατανόηση ανάλογα με το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται.
Υπό το πρίσμα αυτό, το κρίσιμο επομένως ερώτημα είναι πώς μπορεί η Ελλάδα να μειώσει αυτή την επικοινωνιακή ασυμμετρία και να διασφαλίσει, ότι το δικό της αφήγημα για το ζήτημα θα αποκτήσει αντίστοιχη διεθνή απήχηση και αξιοπιστία, ώστε να επηρεάσει θετικά τον τρόπο με τον οποίο το διεθνές ακροατήριο αντιλαμβάνεται και αξιολογεί το ζήτημα.
Η απάντηση συνεπώς, δεν βρίσκεται στην παραγωγή περισσότερων νομικά τεκμηριωμένων δηλώσεων αμφισβήτησης των τουρκικών δηλώσεων και ενεργειών ή διαβημάτων σε διεθνείς οργανισμούς από το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, ούτε στην αντιπαράθεση με τους συνήθεις υπερπατριώτες λαϊκιστές, οι οποίοι με την πρώτη ευκαιρία αναπτύσσουν μια ρητορική έντονης καταγγελίας, χωρίς όμως να συνοδεύουν την κριτική τους από συγκεκριμένες και εφαρμόσιμες προτάσεις στρατηγικής.
Γιατί η συνεχής κριτική, οι αφορισμοί και οι καταγγελίες δεν αποτελούν εθνική στρατηγική, αλλά άναρθρες εθνικιστικές κορώνες που μπορεί να ικανοποιούν το εσωτερικό ακροατήριο, αλλά δεν παράγουν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα στο διεθνές περιβάλλον και δεν απαντούν στο πραγματικό ζητούμενο που σχετίζεται με το πώς θα καταστεί το ελληνικό αφήγημα περισσότερο αξιόπιστο και πειστικό στα διεθνή ακροατήρια.
Η απάντηση συνεπώς, δεν βρίσκεται μόνο στο τι θα πει η Ελλάδα, αλλά και στο ποιος θα επιβεβαιώσει τη θέση της.
Γιατί σε μια διεθνή κρίση, η ισχύς ενός μηνύματος δεν εξαρτάται μόνο από το περιεχόμενό του, αλλά και από το ποιος το μεταφέρει.
Συγκεκριμένα, η αξιοπιστία αυτού που εκπέμπει το μήνυμα αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την πειστικότητά του.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Θεωρία Αξιοπιστίας της Πηγής (Source Credibility Theory), η πειστικότητα ενός μηνύματος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το περιεχόμενό του, αλλά από δύο κομβικές διαστάσεις που αποδίδει ο δέκτης στην πηγή του μηνύματος:
- Την Εμπειρογνωμοσύνη (Expertise): την αντίληψη δηλαδή, ότι η πηγή κατέχει την εξειδικευμένη γνώση, τα δεδομένα και την τεχνική κατάρτιση για να εκφέρει έγκυρη κρίση και
- Την Αξιοπιστία / Εμπιστοσύνη (Trustworthiness): την αντίληψη δηλαδή, ότι η πηγή είναι ειλικρινής, αξιόπιστη και δεν έχει κίνητρο να παραποιήσει ή να διαστρεβλώσει την πληροφορία.
Υπό το πρίσμα αυτό, ένα κράτος μπορεί να διαθέτει ισχυρά νομικά, πολιτικά ή πραγματολογικά επιχειρήματα, όμως όταν βρίσκεται το ίδιο στο επίκεντρο μιας αντιπαράθεσης ή κρίσης, η αξιοπιστία του μηνύματός του μπορεί να επηρεάζεται από την αντίληψη ότι αποτελεί «ενδιαφερόμενο μέρος» (interested party) της κρίσης.
Υπό αυτή την έννοια, τα διεθνή ακροατήρια είναι πιθανό να αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη επιφύλαξη τα μηνύματα που εκπέμπονται απευθείας από τα εμπλεκόμενα μέρη μιας κρίσης, ακριβώς επειδή αντιλαμβάνονται ότι αυτά διαθέτουν άμεσο πολιτικό ή στρατηγικό συμφέρον ως προς την έκβασή της.
Η άμεση εμπλοκή επομένως, μπορεί να ενισχύσει την αντιλαμβανόμενη μεροληψία της πηγής και κατ’ επέκταση, να περιορίσει την αξιοπιστία του μηνύματός της.
Εδώ ακριβώς αποκτά ιδιαίτερη στρατηγική αξία η αξιοποίηση τρίτων, αξιόπιστων φορέων, οι οποίοι δεν θεωρούνται άμεσα εμπλεκόμενοι στην κρίση και ως εκ τούτου, μπορούν να ενισχύσουν την αξιοπιστία και τη διεθνή απήχηση ενός συγκεκριμένου στρατηγικού αφηγήματος.
Η πρακτική αυτή συνδέεται με την έννοια του Third-Party Credibility, σύμφωνα με την οποία η αναφορά, υποστήριξη ή επιβεβαίωση ενός μηνύματος από ένα τρίτο και αξιόπιστο φορέα μπορεί να λειτουργήσει ως ένα γνωστικό σήμα αξιοπιστίας (heuristic cue), ενισχύοντας την αξιοπιστία της αρχικής πηγής χωρίς ο δέκτης να χρειάζεται να αξιολογήσει εκ νέου το σύνολο των επιχειρημάτων που συνοδεύουν το μήνυμα.
Με άλλα λόγια, ο τρίτος φορέας μπορεί να «δανείσει» μέρος του δικού του κεφάλαιου αξιοπιστίας στην αρχική πηγή του μηνύματος, ενισχύοντας την αντιλαμβανόμενη αξιοπιστία της και κατ’ επέκταση, την πειστικότητα του μηνύματός της.
Η προσέγγιση αυτή, δεν αποτελεί απλώς μια υπόθεση εργασίας. Η Ελλάδα έχει ήδη εφαρμόσει, έστω και χωρίς να την έχει εντάξει σε ένα συγκροτημένο μοντέλο Στρατηγικής Επικοινωνίας, στοιχεία αυτής της πρακτικής.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μεταναστευτική κρίση στον Έβρο τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 2020, καθώς η Ελλάδα δεν βρέθηκε μόνο αντιμέτωπη με μια σοβαρή κρίση στα εξωτερικά της σύνορα, αλλά και με μια παράλληλη μάχη για το πώς θα ερμηνευόταν διεθνώς η ίδια η κρίση.
Συγκεκριμένα, η Τουρκία επιχειρούσε να παρουσιάσει τα γεγονότα ως ανθρωπιστική κρίση και ζήτημα προστασίας των μεταναστών, ενώ η Ελλάδα υποστήριζε ότι αντιμετώπιζε μια οργανωμένη προσπάθεια εργαλειοποίησης των μεταναστευτικών ροών, αποσταθεροποίησης της χώρας και πίεσης των εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.).
Στο πλαίσιο αυτό, το κρίσιμο επικοινωνιακό αποτέλεσμα ήταν ότι το ζήτημα δεν παρέμεινε αποκλειστικά στο επίπεδο της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.
Ειδικότερα, η Ελλάδα κατάφερε μέσα από τη θεσμική κινητοποίηση της Ε.Ε., να μετατοπίσει το επικοινωνιακό και πολιτικό πλαίσιο της κρίσης από μια διμερή ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό ζήτημα που αφορούσε την προστασία των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης.
Η Ε.Ε. τοποθετήθηκε θεσμικά υπέρ της Ελλάδας, με τους επικεφαλής των ευρωπαϊκών θεσμών να επισκέπτονται τον Έβρο, ενώ το Συμβούλιο της Ε.Ε. χαρακτήρισε τα ελληνικά σύνορα κοινά εξωτερικά σύνορα της Ένωσης και εξέφρασε την πλήρη αλληλεγγύη του προς την Ελλάδα.
Η εξέλιξη αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία από πλευράς Στρατηγικής Επικοινωνίας και γενικότερα της επικοινωνιακής διαχείρισης της κρίσης, διότι το αρχικό πλαίσιο (framing) «Ελλάδα εναντίον της Τουρκίας» μετατοπίστηκε στο ευρύτερο πλαίσιο «προστασία των εξωτερικών συνόρων της Ε.Ε.».
Με τον τρόπο αυτό, η Ελλάδα δεν ήταν πλέον η μοναδική πηγή του ανωτέρω αφηγήματος και το διακύβευμα της κρίσης αποτέλεσε ευρωπαϊκό και όχι αποκλειστικά ελληνικό ζήτημα.
Επίσης, το αφήγημα της Ελλάδας απέκτησε ευρύτερη διεθνή αξιοπιστία και απήχηση, διότι ενισχυόταν από έναν υπερεθνικό θεσμό με διαφορετικό επίπεδο θεσμικής αξιοπιστίας και διεθνούς επιρροής.
Συνεπώς, η Ελλάδα αξιοποιώντας την εμπειρία του Έβρου, όπου στοιχεία αυτής της λογικής λειτούργησαν στην πράξη, θα μπορούσε να εφαρμόσει συστηματικότερα την ίδια προσέγγιση στην ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, ιδιαίτερα στο ζήτημα των θαλάσσιων πάρκων και γενικότερα της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Συγκεκριμένα, η Ελλάδα χρειάζεται να δημιουργήσει ένα ευρύτερο διεθνές πλαίσιο μέσω του οποίου, το δικό της αφήγημα (αρχές, θέσεις κ.λπ.) θα μπορεί να υποστηριχθεί και επιβεβαιωθεί από αξιόπιστους τρίτους.
Δεν αρκεί δηλαδή, η Ελλάδα να υποστηρίζει ότι «τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα δεν παράγουν έννομο αποτέλεσμα» και να επιδιώκει να πείσει τη διεθνή κοινότητα ότι «η Ελλάδα έχει δίκιο και η Τουρκία άδικο».
Χρειάζεται παράλληλα, να διαμορφώσει ένα διεθνώς κατανοητό αφήγημα σύμφωνα με το οποίο το μήνυμα θα είναι: «η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος δεν δημιουργεί από μόνη της κυριαρχικά δικαιώματα, ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός δεν αποτελεί μηχανισμό μονομερούς οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών, που επιχειρεί να δημιουργήσει πολιτικά ή γεωπολιτικά τετελεσμένα και η περιβαλλοντική πολιτική πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο».
Η διαφοροποίηση στο ανωτέρω μήνυμα είναι ουσιώδης. Στην πρώτη περίπτωση μιλά η Ελλάδα ως ενδιαφερόμενο μέρος, ενώ στη δεύτερη, η συζήτηση μεταφέρεται στο επίπεδο κανόνων, αρχών και διεθνών πρακτικών.
Εν κατακλείδι, η Ελλάδα στην προσπάθειά της να αντιμετωπίσει τον τουρκικό αναθεωρητισμό, θα μπορούσε να αναζητήσει τη στήριξη ευρωπαϊκών θεσμών, διεθνών οργανισμών, πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων, ειδικών στο Διεθνές Δίκαιο και στη θαλάσσια διακυβέρνηση, αλλά και διεθνών διαμορφωτών κοινής γνώμης (Opinion Leaders).
Όχι για να λειτουργήσουν ως «εκπρόσωποι» των ελληνικών θέσεων που θα αποτελέσουν έναν επίσημο μηχανισμό διεθνούς «υπεράσπισης» της Ελλάδας, αλλά ως ένα δίκτυο διεθνούς αξιοπιστίας, μέσα στο οποίο οι ελληνικές θέσεις θα εντάσσονται σε ένα ευρύτερο και διεθνώς αποδεκτό πλαίσιο αρχών και θα τυγχάνουν διεθνούς αξιοπιστίας και επικύρωσης.
Γιατί είναι τελείως διαφορετικό να αντιπαρατίθενται δύο εθνικές αφηγήσεις (ελληνική και τουρκική) για ένα ζήτημα και τελείως διαφορετικό, το διεθνές ακροατήριο να έρχεται αντιμέτωπο με ένα ζήτημα που σχετίζεται με κανόνες και διεθνώς αποδεκτές αρχές και πρακτικές που πρέπει να διέπουν την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και τις διμερείς σχέσεις κρατών.
Κοντολογίς, η Ελλάδα δεν χρειάζεται να προσπαθεί συνεχώς να πείσει ότι έχει δίκιο, αλλά να δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο περισσότερες αξιόπιστες φωνές θα αναδεικνύουν τις αρχές, τους κανόνες και τα δεδομένα που στηρίζουν τη θέση της.
Γιατί στις διεθνείς Σχέσεις, η μάχη της διεθνούς αντίληψης δεν κερδίζεται από εκείνον που φωνάζει δυνατότερα και διαμαρτύρεται συνεχώς, αλλά από εκείνον που δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι πλέον αξιόπιστοι τρίτοι να μιλούν με τη δική τους θεσμική και επιστημονική ιδιότητα για τους κανόνες, τις αρχές και τα δεδομένα που στηρίζουν το αφήγημά του.
Η Ελλάδα διαθέτει το δίκαιο και τους κανόνες της διεθνούς νομιμότητας με το μέρος της.
Για να μετατρέψει όμως αυτό το δίκαιο σε αδιαμφισβήτητη διεθνή παραδοχή, οφείλει να υιοθετήσει στην Στρατηγική της Επικοινωνία την πρακτική Third-Party Credibility ως κεντρικό πυλώνα της στρατηγικής της.
Η μετάβαση από το «λέμε την αλήθεια μας» στο «οι πλέον έγκυροι θεσμοί και φορείς του κόσμου επιβεβαιώνουν την αλήθεια μας» είναι το βήμα που θα χαρίσει στη χώρα τη στρατηγική υπεροχή στο πεδίο της παγκόσμιας επιρροής και αποδοχής.
Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος – Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος
