Συμπληρώνονται φέτος 30 χρόνια από την κρίση των Ιμίων, κατά την οποία η Ελλάδα κλήθηκε να αντιμετωπίσει μία από τις σοβαρότερες εθνικές κρίσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου.
Η κρίση των Ιμίων δεν ήταν απλώς ένα θερμό επεισόδιο, αλλά ένα σημείο καμπής για την ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική, με μακροχρόνιες συνέπειες στην ασφάλεια και την εθνική αποτροπή.
Η έκβασή της αξιοποιήθηκε από την Τουρκία για να εισαγάγει έμπρακτα τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο, μεταβάλλοντας δυσμενώς το στρατηγικό περιβάλλον ασφάλειας της Ελλάδας και αμφισβητώντας το καθεστώς κυριαρχίας.
Ειδικότερα, η κρίση των Ιμίων συνιστά ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα επικοινωνιακού Βατερλό, όπου η απουσία στρατηγικής επικοινωνίας υπονόμευσε τη συνολική διαχείριση της κρίσης και ακύρωσε στην πράξη, πολιτικές και στρατιωτικές επιλογές.
Τα γεγονότα έδειξαν ότι η έκβαση μιας κρίσης δεν καθορίζεται μόνο από τις επιχειρησιακές δυνατότητες, αλλά και από την ικανότητα της πολιτικής ηγεσίας να διαμορφώνει σαφείς στρατηγικούς στόχους, συνεκτικό αφήγημα και να επικοινωνεί αποτελεσματικά με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και την κοινή γνώμη.
Στην περίπτωση των Ιμίων όμως, τίποτα από αυτά δεν λειτούργησε συντονισμένα και αποτελεσματικά.
Από την έναρξη έως και τη λήξη της κρίσης, τα στελέχη της κυβέρνησης Σημίτη δεν είχαν προσδιορίσει με σαφήνεια ποιο ήταν το πραγματικό πρόβλημα που καλούνταν να αντιμετωπίσουν και άρχισαν να επικοινωνούν χωρίς καθορισμένο διακύβευμα.
Παράλληλα, υπήρξε θεμελιωδώς διαφορετική προσέγγιση για τη διαδικασία αντιμετώπισης της κρίσης μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας.
Για τη στρατιωτική ηγεσία, οι κρίσεις επιλύονται στο πεδίο και η επιτυχής διαχείρισή τους συνδέεται άμεσα με το κύρος, την αξιοπιστία τη συμβολική ισχύ των Ενόπλων Δυνάμεων και την εθνική αποτρεπτική ισχύ.
Αντίθετα, για την τότε πολιτική ηγεσία και ιδίως για τον Πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη, οι κρίσεις μεταξύ δημοκρατικών κρατών επιλύονται πολιτικά, μέσω διαλόγου και αποκλιμάκωσης, καθώς όπως ο ίδιος αναφέρει (βλέπε: Σημίτης, Κώστας Πολιτική για μια δημιουργική Ελλάδα 1996-2004, Αθήνα, Εκδόσεις Πόλις, 2005, σελ. 62), η συνέχιση της έντασης θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στη διεθνή εικόνα και την οικονομική σταθερότητα της χώρας.
Το διακύβευμα της κρίσης των Ιμίων ήταν συνεπώς, τελείως διαφορετικό για την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Ελλάδας.
Κατά την εξέλιξη της κρίσης δεν υπήρξε ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα επικοινωνιακό χάσμα που λειτούργησε καθοριστικά στη μη επιτυχή έκβασή της.
Συγκεκριμένα, πρωταρχικός στόχος της τότε ελληνικής κυβέρνησης δεν ήταν η αποτελεσματική αντιμετώπιση της κρίσης έστω και με πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά το πώς θα ελαχιστοποιηθούν οι ευθύνες τους από τις επιπτώσεις της κρίσης, ώστε να μην επηρεαστούν τα ζωτικά πολιτικά τους συμφέροντα.
Δεν είναι τυχαίες άλλωστε, οι προσπάθειες των στελεχών της τότε κυβέρνησης και του Πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη για την υποβάθμιση της σπουδαιότητας της κρίσης.
Ειδικότερα, ο τότε Υπουργός Εξωτερικών Θεόδωρος Πάγκαλος έπειτα από το περιστατικό με τους τούρκους δημοσιογράφους της εφημερίδας Χουριέτ που υπέστειλαν την ελληνική σημαία στη μεγάλη Ίμια και ανύψωσαν την τουρκική, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Το Βήμα» προσπάθησε να υποβαθμίσει το θέμα λέγοντας ότι «έγινε πολύς λόγος για το τίποτα».
Για το ίδιο θέμα επίσης, ο κ. Πάγκαλος στην ομιλία του στη Βουλή στις 31 Ιανουαρίου 1996 κατά την διάρκεια της συζήτησης των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης Σημίτη, τόνισε ότι στο πλαίσιο εκτόνωσης της κρίσης, η ελληνική πλευρά υποβάθμισε το γεγονός και μετά την ανταλλαγή των ρηματικών διακοινώσεων θεώρησε ότι το επεισόδιο είχε λήξει (Βλέπε: Πρακτικά της Βουλής, Η’ Περίοδος, Σύνοδος Γ’, Συνεδρίαση ΞΖ’ της 31/1/1996, σελ. 3142).
Επιπρόσθετα, για τον τότε Πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη, η κρίση ήταν πολιτικό θέμα και θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί με πολιτικά μέσα.
Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει ο ίδιος στο βιβλίο του (σελ. 63), «Η επιλογή να συνέλθουμε στο πρωθυπουργικό γραφείο και όχι στην ειδική αίθουσα του Υπουργείου Εθνικής άμυνας δίπλα στο θάλαμο επιχειρήσεων έγινε συνειδητά. Ήθελα να αποφύγω τη δημιουργία της εντύπωσης ότι βρισκόμαστε μπροστά σε πολεμική κρίση. Το πρόβλημα ήταν πολιτικό και έπρεπε να αντιμετωπιστεί με πολιτικά μέσα και όχι με μια στρατιωτική επιχείρηση».
Στον αντίποδα, η στρατιωτική ηγεσία είχε άλλη προσέγγιση για τον τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης.
Χαρακτηριστικά είναι δε τα όσα αναφέρει ο ναύαρχος Χρήστος Λυμπέρης στο βιβλίο του «Πορεία σε ταραγμένες θάλασσες» (σελ. 537), για το θέμα αυτό.
Συγκεκριμένα, τονίζει: «Ο χειρισμός της ελληνοτουρκικής κρίσης των Ιμίων, ως πεδίο διεθνών σχέσεων, βρισκόταν στην αρμοδιότητα του υπουργείου Εξωτερικών και επειδή το ελληνικό μοντέλο διεύθυνσης χειρισμού κρίσεων είναι πρωθυπουργοκεντρικό, την τελική διεύθυνση ασκούσε ο πρωθυπουργός.
Το ΓΕΕΘΑ υλοποίησε πολιτικές αποφάσεις που καθόριζαν ενέργειες των Ενόπλων Δυνάμεων.
Για το λόγο ότι οι στρατιωτικές κινήσεις σε περίοδο κρίσης παρακολουθούνται και ερμηνεύονται από την άλλη πλευρά και σηματοδοτούν μηνύματα κλιμάκωσης, αποκλιμάκωσης, το σύστημα χειρισμού κρίσεων προβλέπει άσκηση κλειστού πολιτικού ελέγχου όλων των στρατιωτικών ενεργειών.
Η πραγματικότητα αυτή, συν η ταχεία εξέλιξη της κατάστασης, επέβαλλε παρουσία της πολιτικής ομάδας στο κέντρο χειρισμού κρίσεων (Εθνικό Κέντρο Επιχειρήσεων).
Κάτι τέτοιο ουδέποτε συνέβη, διότι το αρνήθηκε ο πρωθυπουργός και οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι λειτούργησε αρνητικά για την Ελλάδα».
Η επιλογή αυτή εντασσόταν σε μια συνολικότερη προσέγγιση της κυβέρνησης στη διαχείριση της κρίσης, η οποία, πέραν των οργανωτικών και πολιτικών αστοχιών, χαρακτηριζόταν και από την απουσία σαφώς προσδιορισμένων επικοινωνιακών στόχων.
Ως αποτέλεσμα, η επικοινωνιακή διαχείριση δεν λειτουργούσε υποστηρικτικά των στρατηγικών επιλογών, αλλά συχνά τις υπονόμευε.
Στο πλαίσιο αυτό, όπως ανέφερε στην ομιλία του στη Βουλή στις 31 Ιανουαρίου 1996, ο τότε Υπουργός Εξωτερικών Θεόδωρος Πάγκαλος (βλέπε: Πρακτικά Βουλής, Η’ Περίοδος, Σύνοδος Γ΄, Συνεδρίαση ΞΖ΄, Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 1996, σελ. 3142), οι στρατηγικοί στόχοι της Ελλάδας ήταν οι εξής:
- Όχι διαπραγματεύσεις με τη Τουρκία για όλα τα θέματα που εγείρουν.
- Η αποφυγή του διαλόγου για τις βραχονησίδες Ίμια.
- Η επιβολή της ειρηνικής διευθέτησης των τετελεσμένων γεγονότων που είχαν δημιουργηθεί, ώστε να αποφευχθεί ο πόλεμος.
- Η μη δέσμευση της Ελλάδας για το μέλλον σε γενικότερες διαπραγματεύσεις επί των Ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Οι ανωτέρω στόχοι επιβεβαιώνονται και από τα όσα αναφέρει ο Πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης στο βιβλίο του (σελ.62).
Συγκεκριμένα, ο Κώστας Σημίτης για το στόχο της αποφυγής πολέμου επισημαίνει: «Όλες αυτές τις μέρες βρίσκομαι βέβαια σε διαρκή επικοινωνία και συνεννόηση με τους κυρίους Πάγκαλο και Αρσένη. Έχω δώσει οδηγίες επιφυλακής και ετοιμότητας, επισημαίνοντας όμως ταυτόχρονα την ανάγκη να αποφευχθεί μια ένοπλη αναμέτρηση».
Σε σχέση με το στόχο της αποφυγής διαπραγματεύσεων, ο Κώστας Σημίτης αναφέρει: «Επιδίωξη της Τουρκίας είναι να διαπραγματευτεί τα θέματα που πιστεύει ότι υπάρχουν στο Αιγαίο απευθείας με την Ελλάδα. Αυτή η διαπραγμάτευση είναι λοιπόν που δεν πρέπει να μας επιβληθεί. Από την άλλη όμως πρέπει και να αποφύγουμε τη σύρραξη», (βλέπε: βιβλίο, σελ.65).
Για το ίδιο θέμα επίσης, σε άλλο σημείο του βιβλίου του (σελ. 66), ο κ. Σημίτης αναφέρει: «Αν θέλαμε λοιπόν να αποφύγουμε το διάλογο έπρεπε να αποφύγουμε τόσο τη σύγκρουση όσο και τη συγκέντρωση δυνάμεων στη περιοχή. Συμφωνήσαμε επίσης ότι προσφυγές στον ΟΗΕ ή στο ΝΑΤΟ δεν ενδείκνυνται, διότι θα μας καλούσαν σε άμεση συνεννόηση με τη Τουρκία. Η μόνη ενδεδειγμένη λύση, καταλήξαμε, ήταν η αποχώρηση όλων των στρατιωτικών δυνάμεων από τη περιοχή και η επιστροφή στη προηγούμενη κατάσταση».
Οι ανωτέρω στρατηγικοί στόχοι της Ελλάδας, όπως αναφέρει ο πρώην αρχηγός ΓΕΕΘΑ ναύαρχος Χρήστος Λυμπέρης στο βιβλίο του (σελ. 537), ουδέποτε συζητήθηκαν σε πολιτικοστρατιωτικό επίπεδο και ούτε μεταδόθηκαν στη στρατιωτική ηγεσία της χώρας.
Σε επικοινωνιακό επίπεδο επίσης, οι ανωτέρω στόχοι ουδέποτε έγιναν γνωστοί και ούτε επικοινωνήθηκαν σε κανένα ειδικό κοινό. Συνεπώς, αφού οι διαχειριστές της κρίσης (ελληνική κυβέρνηση) δε γνωστοποίησαν και δεν επικοινώνησαν τους στόχους της υψηλής τους στρατηγικής, πως ήταν δυνατό να κατανοηθεί από τους εκτελεστές των αποφάσεών τους, το τι πρέπει να επιδιωχθεί, ώστε να επιλυθεί επιτυχώς η κρίση;
Η ασάφεια ως προς τους στρατηγικούς στόχους αποτυπώθηκε αναπόφευκτα και στο επικοινωνιακό πεδίο, όπου η ελληνική κυβέρνηση απέτυχε να υιοθετήσει μια συνεκτική και αξιόπιστη επικοινωνιακή στρατηγική κατά τη διάρκεια της κρίσης.
Από μέρους της ελληνικής κυβέρνησης δεν υιοθετήθηκε μια επικοινωνιακή στρατηγική που να βασίζεται στην «άμεση και συχνή επικοινωνία» με τα ειδικά κοινά της, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τη κοινή γνώμη σχετικά με τα δεδομένα και την εξέλιξη της κρίσης.
Επίσης, οι εσωτερικές διαμάχες των κορυφαίων στελεχών της κυβέρνησης που συμμετείχαν στη διαχείριση της κρίσης σε συνδυασμό με τις πολλές φωνές που μιλούσαν κατά την εξέλιξη της κρίσης και τις διαφορετικές θέσεις και δηλώσεις τους, κατέστησαν την ελληνική κυβέρνηση στην αντίληψη των ειδικών κοινών, των μέσων μαζικής ενημέρωσης και της κοινής γνώμης, ως έναν μη σοβαρό και αξιόπιστο δίαυλο επικοινωνίας και ενημέρωσης για τα τεκταινόμενα της κρίσης.
Χαρακτηριστική είναι δε, η αυτοκριτική του τότε πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη για τις αδυναμίες αυτές.
Συγκεκριμένα, κατά την ομιλία του στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ στις 6 Φεβρουαρίου 1996 (Βλέπε: «Σημίτης: Ο πόλεμος είναι αναγκαίος μόνο εκεί που δεν μπορούμε να πετύχουμε την υπεράσπιση με ειρηνικά μέσα», Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Τετάρτη 7/2/1996, σελ. 4 & 5), τόνισε: «Ας έρθω τώρα στο χειρισμό της υπόθεσης ως προς τη κοινή γνώμη, τη δημόσια εικόνα που επιδείξαμε κατά τη διάρκεια της κρίσης και μετά. Οι χειρισμοί δεν ήταν ικανοποιητικοί στο βαθμό που θα έπρεπε. Θα έπρεπε η θέση μας να παρουσιαστεί πιο πειστικά, πιο ολοκληρωμένα και να προλαμβάνει αντιδράσεις».
Η αδυναμία της ελληνικής κυβέρνησης να επικοινωνήσει αποτελεσματικά τη στρατηγική της προς τα ειδικά κοινά της, σκιαγραφείτε ακόμη πιο γλαφυρά από τα όσα αναφέρει ο κ. Σημίτης στο βιβλίο του (σελ. 74). Συγκεκριμένα, τονίζει: «Στην Ένωση επικρατούσε αρνητική εντύπωση για τη χώρα μας, κι αυτό οφειλόταν όχι μόνο στο χειρισμό του θέματος των Σκοπιών στο παρελθόν, αλλά και στις εσωτερικές αντιδράσεις που ακολούθησαν το επεισόδιο των Ιμίων. Ένα σημαντικό τμήμα του ΠΑΣΟΚ αμφισβητούσε την ικανότητα της κυβέρνησης να χειριστεί τα εθνικά θέματα, η Νέα Δημοκρατία μιλούσε για συνεχή υποχωρητικότητα απέναντι στη Τουρκία, ορισμένα μέσα μαζικής ενημέρωσης μετέδιδαν ειδήσεις για νέο θερμό επεισόδιο και όλοι οι επικριτές υποστήριζαν από κοινού ότι πολύ κακώς η κυβέρνηση ζητούσε τη παραπομπή της Τουρκίας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης».
Στο ίδιο πλαίσιο, κατά τη διαχείριση της κρίσης των Ιμίων, η ελληνική κυβέρνηση εξέπεμψε αλληλοσυγκρουόμενα και αντιφατικά μηνύματα, που υπονόμευσαν την αξιοπιστία της τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της εν λόγω κατάστασης ήταν οι δηλώσεις του τότε Πρωθυπουργού κ. Σημίτη στις 29 και 30 Ιανουαρίου 1996 που ταυτόχρονα κλιμάκωναν και υπονόμευαν την κρίση.
Συγκεκριμένα, τις πρώτες πρωινές ώρες της 29ης Ιανουαρίου 1996 ξεκίνησε η εθνική διακλαδική άσκηση επί χάρτου «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ-96», με σενάριο ελληνοτουρκικής κρίσης στο Αιγαίο. Την ίδια ημέρα, μετά την ανακοίνωση της Τανσού Τσιλέρ στη σύσκεψη του τουρκικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας –ότι «τα Ίμια ανήκουν στη Τουρκία και δεν θα παραχωρηθεί ούτε μία πέτρα από τα εδάφη της»– ο Κώστας Σημίτης σήκωσε τους τόνους, κάνοντας μια σκληρή και έντονα επιθετική δήλωση.
Ειδικότερα δήλωσε: «Σ’ αυτόν και σε οποιονδήποτε επιθετικό εθνικισμό απαντάμε ότι η αντίδραση της Ελλάδας θα είναι έντονη, άμεση και αποτελεσματική. Έχουμε τα μέσα και θα τα χρησιμοποιήσουμε χωρίς δισταγμό. Δεν δεχόμαστε καμιά απολύτως αμφισβήτηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Ας μη γελιούνται».
Η δήλωση αυτή, σε συνδυασμό με την έναρξη της άσκησης «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ-96» και την αποβίβαση των Ελλήνων βατραχανθρώπων στη μεγάλη Ίμια, σηματοδοτούσε στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου, αλλά και στα ειδικά κοινά της Ελλάδας, ότι η Ελλάδα κλιμακώνει τη κρίση και ότι επιθυμεί η αντιπαράθεση να επιλυθεί στο πεδίο της μάχης.
Παρά τις δηλώσεις και τις κινήσεις αυτές, ο Πρωθυπουργός όμως κατά την ομιλία του στη βουλή, στις 29 Ιανουαρίου 1996, έκανε μια αναφορά η οποία πραγματικά έστειλε στη Τουρκία ένα ακόμη αντιφατικό μήνυμα [βλέπε: Πρακτικά Βουλής, Η’ Περίοδος, Σύνοδος Γ΄, Συνεδρίαση ΞΕ΄, Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 1996, σελ. 3087 & 3088].
Συγκεκριμένα, στην ομιλία του, ο Πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης προσδιόρισε τη σχέση της Ελλάδας με τη Τουρκία και τόνισε: «Όσον αφορά τη Τουρκία, η Ελλάδα αναγνωρίζει την αναγκαιότητα του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Τουρκίας. Μια τέτοια προοπτική πρέπει να συνδέεται άμεσα με το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τις αρχές της δημοκρατίας και τις πολιτικές αξίες της Ευρώπης. Βάση των ελληνοτουρκικών σχέσεων παραμένουν οι κανόνες διεθνούς δικαίου και διεθνών συνθηκών και η κατηγορηματική θέληση της Ελλάδας να προασπίσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα».
Σχολιάζοντας, την ανωτέρω αναφορά θα μπορούσαμε να πούμε ότι στη δεδομένη συγκυρία είναι άτοπη και μεταφέρει στη Τουρκία και τα ειδικά κοινά της Ελλάδας ένα λάθος μήνυμα.
Κοντολογίς, όταν κλιμακώνεις μια κρίση και σχεδιάζεις πολεμική εμπλοκή είναι μοιραίο λάθος να δηλώνεις ότι στηρίζεις τις εθνικές στρατηγικές επιλογές του αντιπάλου σου.
Επίσης, στις 10:45 το πρωί της 30ης Ιανουαρίου 1996, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στο γραφείο του Πρωθυπουργού στη Βουλή, με συμμετοχή των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Άμυνας, Εξωτερικών, Εσωτερικών, Τύπου, και τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ. Θέμα ήταν η αξιολόγηση της κατάστασης και η λήψη αποφάσεων για τη διαχείριση της κρίσης.
Δεν επρόκειτο για συνεδρίαση ΚΥΣΕΑ και δε τηρήθηκαν πρακτικά. Η μη σύγκληση του ΚΥΣΕΑ και η σύσκεψη στο γραφείο του Πρωθυπουργού στη βουλή δε συνάδουν με το κλίμα κλιμάκωσης και τη δήλωση της 29ης Ιανουαρίου από το Πρωθυπουργό και αποτελούν ένα ακόμη αντιφατικό μήνυμα που εκπέμφθηκε προς την Τουρκία.
Στο ίδιο πλαίσιο, λίγο πριν τη σύσκεψη στη βουλή, ο Πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης έκανε μια δήλωση σε τελείως διαφορετικό τόνο από αυτή της 29ης Ιανουαρίου.
Συγκεκριμένα ανέφερε ότι: «Αν η Τουρκία αποσύρει τα πλοία της, τότε και εμείς θα αποσύρουμε τα δικά μας». Επιπρόσθετα, στη σύσκεψη που ακολούθησε στο γραφείο του, ο Πρωθυπουργός ζήτησε να μείνουν τα πράγματα ως έχουν και να αποφευχθούν ενέργειες κλιμάκωσης της κρίσης (βλέπε: βιβλίο Λυμπέρη σελ. 566).
Επιπλέον, η σύγκρουση στρατιωτικών κινήσεων κλιμάκωσης με διπλωματικές δηλώσεις αποκλιμάκωσης, σε συνδυασμό με την ενημέρωση του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης μέσω τηλεόρασης για την κατάληψη της Ανατολικής Ίμια και την πτώση του ελικοπτέρου, κατέδειξε πλήρως τη σύγχυση, την ασυντόνιστη επικοινωνία και την έλλειψη σαφούς στρατηγικής.
Ταυτόχρονα, οι μεταγενέστερες δηλώσεις του Πρωθυπουργού και των υπουργών του ΠΑΣΟΚ μετά την αποκλιμάκωση της κρίσης, οι οποίες απέδωσαν ευθύνες στις ένοπλες δυνάμεις ή ευχαρίστησαν τις ΗΠΑ, ενίσχυσαν την εικόνα αδυναμίας και έλλειψης αξιοπιστίας της ελληνικής κυβέρνησης, αποδομώντας πλήρως το αφήγημά της στα ειδικά κοινά, τα ΜΜΕ και την κοινή γνώμη.
Εν κατακλείδι, το δίδαγμα από το Βατερλό της επικοινωνιακής διαχείρισης της κρίσης των Ιμίων είναι σαφές: στο σύγχρονο επιχειρησιακό περιβάλλον, η στρατηγική επικοινωνία αποτελεί κρίσιμο συντελεστή ισχύος.
Η αποτελεσματική διαχείριση μιας διεθνούς κρίσης δεν εξαρτάται μόνο από την έκβαση των επιχειρήσεων στο πεδίο, αλλά και από τη ικανότητα μιας χώρας να επικοινωνεί στρατηγικά, με σαφήνεια, συνέπεια και αξιοπιστία.
Η αποτυχία της ελληνικής κυβέρνησης να το πράξει δεν κόστισε μόνο πολιτικά, αλλά υπονόμευσε την εθνική αποτροπή και ασφάλεια.