Ο πόλεμος και η νέα πραγματικότητα Ελλάδας – Τουρκίας

ελληνοτουρκικά

INTIME

Η κρίση γύρω από το Ιράν δεν αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή. Όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα στη διεθνή πολιτική, μια μεγάλη σύγκρουση σε μια περιοχή επηρεάζει την ισορροπία δυνάμεων και σε άλλες. Και αυτή τη στιγμή οι εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο έχουν άμεση επίδραση και στην Ανατολική Μεσόγειο, δηλαδή στον γεωπολιτικό χώρο όπου συνυπάρχουν και ανταγωνίζονται η Ελλάδα και η Τουρκία.

Για να το πούμε απλά, όταν η Μέση Ανατολή μπαίνει σε περίοδο μεγάλης έντασης, οι μεγάλες δυνάμεις χρειάζονται σταθερούς συμμάχους στην ευρύτερη περιοχή. Θέλουν χώρες που μπορούν να προσφέρουν ασφάλεια, στρατιωτικές υποδομές, λιμάνια, αεροδρόμια και πολιτική αξιοπιστία. Και σε αυτό το περιβάλλον η Ελλάδα έχει ένα σαφές πλεονέκτημα.

Τα τελευταία χρόνια μάλιστα η γεωπολιτική σημασία της Ελλάδας έχει αυξηθεί ακόμη περισσότερο. Οι ενεργειακές υποδομές, οι αγωγοί φυσικού αερίου, τα λιμάνια και οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις της χώρας την καθιστούν έναν κρίσιμο κόμβο για τη σύνδεση της Ευρώπης με την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Με άλλα λόγια, όσο πιο ασταθής γίνεται η περιοχή γύρω από το Ιράν, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά μια χώρα που βρίσκεται λίγο πιο δυτικά αλλά παραμένει ασφαλής.

Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία παραμένει ασφαλώς μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη. Έχει μεγάλο στρατό, σημαντικό πληθυσμό και ιδιαίτερη γεωγραφική θέση. Όμως τα τελευταία χρόνια η εξωτερική της πολιτική προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε διαφορετικά γεωπολιτικά στρατόπεδα. Άλλοτε συνεργάζεται στενά με τη Δύση, άλλοτε επιδιώκει μεγαλύτερη ανεξαρτησία και άλλοτε διατηρεί σχέσεις με δυνάμεις που βρίσκονται σε αντιπαράθεση με τη Δύση.

Έτσι εξηγείται γιατί η Ελλάδα το τελευταίο διάστημα εμφανίζεται ολοένα και πιο σημαντική στον στρατηγικό σχεδιασμό της Δύσης στην Ανατολική Μεσόγειο. Η χώρα λειτουργεί ως σταθερό σημείο σε μια περιοχή που γίνεται ολοένα και πιο ασταθής.

Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι η αντιπαράθεση Ελλάδας–Τουρκίας εξαφανίζεται. Οι διαφορές στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένουν. Όμως το ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον φαίνεται να διαμορφώνεται με τρόπο που ευνοεί την ελληνική θέση και το τελευταίο διάστημα η χώρα μας αξιοποίησε την ευνοϊκή διεθνή συγκυρία για να ανατρέψει στην πράξη μια σειρά από πάγιες τουρκικές θέσεις που αφορούσαν τη στρατιωτική παρουσία στον ελληνικό χώρο και στην ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο.

Για δεκαετίες η Τουρκία προσπαθούσε να προωθήσει διεθνώς ένα βασικό επιχείρημα: ότι πολλά ελληνικά νησιά του Αιγαίου θα έπρεπε να είναι αποστρατιωτικοποιημένα. Η τουρκική πλευρά επικαλούνταν συγκεκριμένες διεθνείς συνθήκες για να υποστηρίξει ότι η στρατιωτική παρουσία της Ελλάδας στα νησιά παραβιάζει το διεθνές δίκαιο. Παράλληλα, η Άγκυρα προσπαθούσε να συνδέσει το ζήτημα αυτό με την ευρύτερη ασφάλεια στο Αιγαίο.

Την ίδια περίοδο όμως η πραγματικότητα στην περιοχή εξελισσόταν διαφορετικά. Η Ανατολική Μεσόγειος μετατράπηκε σε έναν χώρο αυξημένης γεωπολιτικής σημασίας, λόγω ενεργειακών εξελίξεων, περιφερειακών συγκρούσεων και της γενικότερης αστάθειας στη Μέση Ανατολή. Οι μεγάλες δυνάμεις αναζήτησαν σταθερούς συμμάχους στην περιοχή και η Ελλάδα βρέθηκε σε θέση να ενισχύσει τον στρατηγικό της ρόλο.

Στο πλαίσιο αυτό, η Αθήνα ακολούθησε μια πρακτική στρατηγική. Χωρίς να μετατρέψει το ζήτημα σε μια ανοιχτή πολιτική αντιπαράθεση, ενίσχυσε σταδιακά την αμυντική παρουσία της σε κρίσιμες γεωγραφικές περιοχές.

Πρώτον, η ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων στη βόρεια Ελλάδα απέκτησε ιδιαίτερη σημασία. Η περιοχή μετατράπηκε σε σημαντικό κόμβο για τις δυτικές στρατιωτικές μετακινήσεις προς την Ανατολική Ευρώπη και τη Μαύρη Θάλασσα. Λιμάνια και στρατιωτικές υποδομές αναβαθμίστηκαν και εντάχθηκαν σε ευρύτερα συμμαχικά σχέδια ασφαλείας. Με τον τρόπο αυτό, η στρατιωτική παρουσία στην περιοχή δεν εμφανίστηκε ως αποκλειστικά ελληνική επιλογή αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου συμμαχικού πλαισίου.

Δεύτερον, η αμυντική ενίσχυση των νησιών του Αιγαίου προχώρησε μεθοδικά. Η Ελλάδα επένδυσε σε σύγχρονα οπλικά συστήματα και αναβάθμισε τις δυνατότητες άμυνας των νησιών. Το σημαντικό όμως είναι ότι αυτή η ενίσχυση έγινε σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η τουρκική στρατιωτική δραστηριότητα στην περιοχή ήταν ήδη αυξημένη. Έτσι η ελληνική επιχειρηματολογία περί δικαιώματος αυτοάμυνας απέκτησε μεγαλύτερη διεθνή κατανόηση.

Τρίτον, η στρατιωτική συνεργασία Ελλάδας και Κύπρου ενισχύθηκε. Η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία αντιμετωπίζει εδώ και δεκαετίες την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στο βόρειο τμήμα του νησιού, ενίσχυσε τις αμυντικές της δυνατότητες μέσα από νέες συνεργασίες και εξοπλισμούς. Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε στην αλλαγή της στρατηγικής ισορροπίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών των κινήσεων είναι ότι το τουρκικό επιχείρημα περί αποστρατιωτικοποίησης έχασε σημαντικό μέρος της πολιτικής του δυναμικής. Όταν μια περιοχή αποκτά αυξημένη στρατηγική σημασία για τη διεθνή ασφάλεια, η στρατιωτική παρουσία θεωρείται συχνά στοιχείο σταθερότητας και όχι παράγοντας έντασης.

Παράλληλα, η Ελλάδα κατάφερε να εντάξει τις αμυντικές της επιλογές μέσα σε ένα ευρύτερο δίκτυο διεθνών συνεργασιών. Οι αμυντικές συμφωνίες, οι κοινές ασκήσεις και η παρουσία συμμαχικών δυνάμεων δημιούργησαν ένα νέο πλαίσιο ασφαλείας στην περιοχή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών εμφανίζεται όλο και πιο αποκομμένη από τη σημερινή γεωπολιτική πραγματικότητα.

Με απλά λόγια, η Ελλάδα κατάφερε να δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα επί του πεδίου, στην οποία η αμυντική παρουσία θεωρείται φυσικό στοιχείο της περιφερειακής ασφάλειας. Και στη διεθνή πολιτική, όπως δείχνει η ιστορία, όταν αλλάζει η πραγματικότητα στο πεδίο, αργά ή γρήγορα αλλάζουν και τα επιχειρήματα που τη συνοδεύουν.

*Γράφει ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος